Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

20 χρόνια “Μάαστριχτ”: Ευρώπη της λιτότητας και του ρατσισμού

Την 1η Νοέμβρη του 1993, 20 χρόνια πριν, ιδρύθηκε επισήμως ο μηχανισμός που ονομάζεται Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν η ημερομηνία εφαρμογής της συνθήκης του Μάαστριχτ, η οποία είχε υπογραφεί το Φλεβάρη του 1992.

Στη συνθήκη του Μάαστριχτ από πλευράς Ελλάδας εκτός από το Μητσοτάκη που ήταν τότε πρωθυπουργός, υπογράφει κάποιος Αντώνης Σαμαράς, που ήταν τότε Υπουργός Εξωτερικών.

Αν γυρίσει κανείς πίσω εκείνες τις μέρες, περίσσευαν οι πανηγυρισμοί και οι ψεύτικες ελπίδες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν το φάρμακο για κάθε ασθένεια. Θα έβαζε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τις αντιπαραθέσεις ανάμεσα στα κράτη της Ευρώπης, προσφέροντάς τους ενιαία εξωτερική πολιτική ακόμη και κοινό στρατό. Ήταν ταυτόχρονα «λύση» απέναντι στα αδιέξοδα της οικονομίας. 

Η απελευθέρωση των αγορών θα ήταν ευκαιρία για τις ισχυρές οικονομίες να απλωθούν χωρίς φραγμούς ενώ για τους ασθενέστερους άνοιγε η προοπτική της «σύγκλισης», η ελπίδα δηλαδή ότι οι οικονομίες τους θα φτάσουν σταδιακά στο ίδιο επίπεδο με τους υπόλοιπους.

Απέναντι σε ένα Ανατολικό μπλοκ που όχι μόνο είχε καταρρεύσει αλλά είχε μπει σε κύκλο διασπάσεων, αποσχίσεων και εμφυλίων πολέμων, η Ευρωπαϊκή Ένωση υψωνόταν ως το αντίπαλο δέος της σταθερότητας και της γεφύρωσης των διαφορών. Στον πυρήνα της στρατηγικής για την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν η προοπτική του κοινού νομίσματος, του ευρώ, το οποίο ήρθε τελικά λιγότερο από μια δεκαετία αργότερα.

Παρά τα παχιά λόγια, το Μάαστριχτ ήταν η συμφωνία με την οποία τα αφεντικά της γηραιάς ηπείρου έβαλαν πλώρη για την ολοκλήρωση της Ευρώπης της λιτότητας, του πολέμου και του ρατσισμού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, και πιο πριν από αυτήν η ΕΟΚ, δεν ήταν ποτέ κοινό «σπίτι των λαών» αλλά ένωση των αφεντικών σε βάρος της εργατικής τάξης και των φτωχών. Αυτή η αλήθεια μοιάζει προφανής σήμερα, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι δύο από τους τρεις συνεταίρους της τρόικας. 

Όμως, στα τέλη Ιούλη του 1992, όταν ήρθε στη Βουλή η Συνθήκη του Μάαστριχτ, η ομοφωνία δεν σήκωνε αντιρρήσεις. 286 «ναι» και μόλις 8 «όχι» καταγράφηκαν.

Κι όμως, η Συνθήκη του Μάαστριχτ ήταν ξάστερη στους σκοπούς της. Έβαζε τέσσερις όρους στις χώρες που ήθελαν να ενταχθούν στο νέο νόμισμα. Να ρίξουν τον πληθωρισμό, να μειώσουν το δημόσιο χρέος και τα κρατικά ελλείμματα, να μην κάνουν υποτιμήσεις μέχρι να εφαρμοστεί το ευρώ και τέλος να κρατήσουν χαμηλά τα επιτόκια. Όχι μόνο δεν ανοίγονταν μεγαλύτερες δυνατότητες για τους εργάτες μέσα σε κάθε χώρα, αλλά αντίθετα οι όροι σήμαιναν πως όλες μαζί οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναλάμβαναν να αυξήσουν οργανωμένα την εκμετάλλευση σε βάρος των λαών τους, χτυπώντας μισθούς και συντάξεις αλλά και περιορίζοντας τις δαπάνες, είτε με περικοπές είτε με ιδιωτικοποιήσεις.

Συστατικό στοιχείο

Η επίθεση στην εργατική τάξη είναι συστατικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΕΟΚ πριν από αυτήν. Η λογική της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» ήταν ότι οι ευρωπαίοι καπιταλιστές θα βάλουν σε ένα βαθμό στην άκρη τους ανταγωνισμούς μεταξύ τους, ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν με καλύτερους όρους στην διεθνή αρένα. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται όλοι μαζί να κάνουν πιο «ανταγωνιστικές» τις οικονομίες τους, δηλαδή να αυξήσουν το ποσοστό της εκμετάλλευσης. 

Η επιβράβευση αυτής της «επιτυχίας» θα ήταν το ευρώ το οποίο θα γινόταν το πιο ανταγωνιστικό νόμισμα, αντικαθιστώντας το δολάριο και η παγκόσμια ροή χρήματος θα έβρισκε όλο και περισσότερο το δρόμο προς την Ευρώπη.

Ο νεοφιλελευθερισμός είχε πλέον μετατραπεί σε ορθοδοξία και η συνθήκη του Μάαστριχτ είναι μία από τις βίβλους του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας διεθνής αστυνόμος της λιτότητας από τη στιγμή της ίδρυσής της. Για τους ευρωπαίους καπιταλιστές ο δρόμος προς τη δόξα περνούσε μέσα από την ισοπέδωση των κατακτήσεων της εργατικής τάξης. 

Γιατί ενώ η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στην Ευρώπη είναι μεγαλύτερη από τις ΗΠΑ, ο αμερικάνικος καπιταλισμός έχει το πάνω χέρι; Η απάντηση που δινόταν είναι το γεγονός ότι οι εργάτες της Ευρώπης δουλεύουν λιγότερες ώρες σε σχέση με τους συναδέλφους τους στις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα τα ευρωπαϊκά κράτη ξοδεύουν πολλά περισσότερα σε κοινωνικές δαπάνες. Αν κόβονταν οι δαπάνες και αυξανόταν η εκμετάλλευση, άνοιγε η προοπτική για την κατάκτηση της πρωτοκαθεδρίας στην παγκόσμια αγορά.

Οι ρίζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονταν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα που ιδρύθηκε το 1957 από έξι αρχικά χώρες. Η ανοικοδόμηση μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε δημιουργήσει πλέον οικονομίες που ασφυκτιούσαν στα στενά πλαίσια της εθνικής αγοράς και τμήματα των ευρωπαίων καπιταλιστών άρχισαν να βλέπουν τους δασμούς για τα εμπορεύματα περισσότερο ως εμπόδιο παρά ως προστασία.

Από τη δεκαετία του´’70 οι εξελίξεις στον παγκόσμιο καπιταλισμό αρχίζουν να οδηγούν σε διεθνοποίηση του τραπεζικού τομέα. Οι συνεργασίες στον τομέα των επενδύσεων οδηγούν σε συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων πάνω από τα σύνορα. Οι εταιρείες βλέπουν όλο και περισσότερο την ευρωπαϊκή αγορά σαν ένα ενιαίο γήπεδο στο οποίο όχι μόνο πουλάνε τα προϊόντα τους αλλά και κατευθύνουν τις επενδύσεις τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ερχόταν να θεσμοθετήσει αυτή την αλλαγή, κάνοντας το άλμα από μια ΕΟΚ που διασφαλίζει το ελεύθερο εμπόριο σε μια Ένωση που διασφαλίζει ταυτόχρονα την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων αλλά και εργατικού δυναμικού.

Οι πολιτικές βλέψεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν επίσης επιθετικές από την αρχή. Την ώρα που οι ευρωπαίοι ηγέτες πανηγύριζαν για τον πυλώνα «ειρήνης» που δημιουργούσαν, στη Βοσνία συνεχιζόταν ένας πόλεμος που κόστισε τη ζωή σε σχεδόν 100 χιλιάδες ανθρώπους.

Και ο ρατσισμός βρέθηκε εξαρχής στην καρδιά της ΕΕ. Οι κυβερνήσεις που είχαν να αντιμετωπίσουν την αστάθεια και την ύφεση των αρχων της δεκαετίας του΄’90 έπαιξαν το χαρτί του εθνικισμού και του ρατσισμού. Εθνικιστικά και νεοναζιστικά κόμματα έκαναν την επανεμφάνισή τους, καθόλου τυχαία, εκείνη την περίοδο. Ο Σαμαράς που υπέγραφε τη συνθήκη του Μάαστριχτ ήταν ο ίδιος που ηγήθηκε στην πολεμοκαπηλία κατά της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Θωράκιση

Ενώ η κατάργηση των εσωτερικών συνόρων στην ΕΕ συνοδεύτηκε από την αρχή με την προσπάθεια για θωράκιση των εξωτερικών συνόρων απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Το 1991 η ιταλική κυβέρνηση «υποδέχεται» 15 χιλιάδες Αλβανούς που φτάνουν με καράβια συγκεντρώνοντάς τους σε στάδια, χωρίς φαγητό και νερό. Το παράδειγμά της ακολουθούν οι ελληνικές κυβερνήσεις, εμπλουτίζοντάς το με βάρβαρη αστυνομική καταστολή κατά προσφύγων και μεταναστών. Από εκεί μέχρι τη Frontex και τις μαζικές δολοφονίες μεταναστών από το Γιβραλτάρ ως τη Λαμπεντούζα και τον Έβρο μεσολάβησαν δυο δεκαετίες θεσμοθέτησης του ευρωπαϊκού ρατσισμού.

Η κρίση έχει γδύσει την Ευρωπαϊκή Ένωση από όποιο κύρος της είχε απομείνει. Οι επικαιροποιήσεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ δεν πέρασαν με καινούργιους πανηγυρισμούς αλλά με μαζικές διαδηλώσεις ενάντιά τους στη Νίκαια, το Άμστερνταμ, τη Λισαβόνα. Η προσπάθεια για «Ευρωσύνταγμα» που θα μονιμοποιούσε ακόμη ισχυρότερα τη λιτότητα τσακίστηκε πάνω στα Όχι που εισέπραξαν στα δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία το 2005. 

Όσο για τους όρους του Μάαστριχτ, αυτοί αποδείχθηκαν πιο στενοί και από ζουρλομανδύα για τα ίδια τα αφεντικά της ΕΕ. Ποιος θυμάται εκείνο το 60% όριο για το χρέος έναντι του ΑΕΠ όταν η Ιταλία σήμερα έχει πάνω από 120%, χωρίς να μιλήσουμε για την Ελλάδα.

Η Ελλάδα είναι το πιο μεγαλοπρεπές παράδειγμα της αποτυχίας. Ανήκει στις χώρες εκείνες που αξιοποίησαν και με το παραπάνω τις ευκαιρίες που έδωσε και η κοινή αγορά και το κοινό νόμισμα και ο φτηνός δανεισμός. Οι Έλληνες καπιταλιστές εκτοξεύθηκαν στις πρώτες θέσεις όσων τζόγαραν στις αγορές των Βαλκανίων και όχι μόνο. Τραπεζίτες και εφοπλιστές για ορισμένα χρόνια βίωσαν τον παράδεισο της διαρκούς επιτυχίας. Και από εκεί βρέθηκαν στον πάτο και στην απειλή του Grexit.

Λίγο πριν από την ψήφιση του Μάαστριχτ στην ελληνική βουλή, η Κεντρική Επιτροπή του Συνασπισμού έλεγε: «Η συνθήκη του Μάαστριχτ. απέτρεψε την αποδιοργάνωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και έδωσε ισχυρή ώθηση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση... Η Ελλάδα πρέπει να θέσει ως στόχο να ευρεθεί μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τη δημιουργία της. Λόγοι οικονομικοί και κοινωνικοί, εθνικοί και γεωπολιτικοί επιβάλλουν να μην περιθωριοποιηθούμε, να μην βρεθούμε στο "δεύτερο ή τρίτο κύμα" διεύρυνσης της Ένωσης, οπότε θα βρεθούμε να "ανταγωνιζόμαστε" με άλλες χώρες, περιλαμβανομένων των Βαλκανικών. Αντίθετα, στην Ένωση μπορούμε να παίξουμε σημαντικό σταθεροποιητικό και ειρηνευτικό ρόλο στα Βαλκάνια για το καλό όλων.

Γι' αυτούς τους λόγους ο ΣΥΝ θα ψηφίσει την κύρωση της συμφωνίας του Μάαστριχτ. Ο ΣΥΝ θα ψηφίσει την κύρωση της συμφωνίας και θα επιδιώξει να την μετατρέψει σε αφετηρία για τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας».

Είναι μόνο ένα παράδειγμα για τις αυταπάτες σχετικά με την ΕΕ που επικρατούσαν 20 χρόνια πριν. Το πού οδήγησαν το βιώνουμε όλοι. Είναι μια κρίσιμη υπενθύμιση για τη σημασία που έχει η στάση της Αριστεράς απέναντι στην ΕΕ σήμερα. Απέναντι στο διεθνή οργανισμό λιτότητας, πολέμου και ρατσισμού που λέγεται ΕΕ δεν χωράει καμιά αντιμετώπιση «μεταρρύθμισης», παρά μόνο σύγκρουσης και ρήξης.

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Παρίσι 1871: Η Εργατική “Έφοδος στον Ουρανό”

Η «έφοδος στον ουρανό» των εργατών και εργατριών του Παρισιού ξεκίνησε στις 18 Μάρτη 1871. Για πρώτη φορά στην ιστορία η εργατική τάξη πήρε στα χέρια της την διεύθυνση της κοινωνίας έστω και σε «μικρογραφία» αν και το Παρίσι δεν ήταν μικρή πόλη –είχε κάτι παραπάνω από δυο εκατομμύρια κατοίκους, έστω και αν άντεξε 72 μέρες.

Το καλοκαίρι του 1870 ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ’, αποφάσισε να λύσει τα εσωτερικά του προβλήματα εξαπολύοντας ένα «ένδοξο σύντομο πόλεμο» ενάντια στην Πρωσία. Ο «σιδερένιος καγκελάριος», ο Μπίσμαρκ, ουσιαστικά τον είχε εξωθήσει σε αυτή την ενέργεια βέβαιος για την νίκη των πρωσικών όπλων. 

Όπως κι έγινε, ο πόλεμος για την Γαλλία ήταν ένα φιάσκο. Ολόκληρες γαλλικές στρατιές κι ο ίδιος ο αυτοκράτορας-καραγκιόζης περικυκλώθηκαν και αιχμαλωτίσθηκαν. Ο πρωσικός στρατός πολιόρκησε το Παρίσι κι από τον Γενάρη άρχισε να το βομβαρδίζει συστηματικά.

Τα τάγματα της Εθνοφρουράς του Παρισιού τα αποτελούσαν 300.000 πολιτοφύλακες που ενίσχυαν τον τακτικό στρατό στη διάρκεια της πολιορκίας. Είχαν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η συντριπτική πλειοψηφία ήταν εργάτες. Οι αξιωματικοί των ταγμάτων εκλέγονταν κι ήταν οι περισσότεροι εργάτες. Ακόμα και τα κανόνια της Εθνοφρουράς είχαν κατασκευαστεί ύστερα από εράνους. Στις 18 Μάρτη –και ενώ είχε υπογράψει ανακωχή με τους Πρώσους- η κυβέρνηση «εθνικής άμυνας» διέταξε τον στρατό να κατασχέσει αυτά τα κανόνια που είχε μεταφέρει η Εθνοφρουρά στο λόφο της Μονμάρτης.

Οι στρατιώτες του στρατηγού Λεκόντ βρήκαν απέναντι τους ένα πλήθος από γυναίκες και παιδιά. Μετά κατέφτασαν οι Εθνοφρουροί. Οι στρατιώτες έστρεψαν τα όπλα τους στους αξιωματικούς. Η επιχείρηση του στρατού κατέληξε σε φιάσκο. Η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς ανέλαβε την εξουσία και η κυβέρνηση με επικεφαλής τον Θιέρσο κατέφυγε στις Βερσαλλίες. Μαζί της πήγε όλο το πλούσιο Παρίσι σέρνοντας μαζί του όλα τα παράσιτα που ζούσαν γύρω του.

Όλοι αυτοί πίστευαν ότι χωρίς τους γραφειοκράτες του κρατικού μηχανισμού, χωρίς τους χαφιέδες και τους μπάτσους, χωρίς αφεντικά, η πόλη θα κατέρρεε από την πείνα, τη βρωμιά, τις αρρώστιες, τις ληστείες και τις λεηλασίες. Διαψεύστηκαν. Μέσα σε δυο μέρες όλα λειτουργούσαν ρολόι. Η πόλη ήταν πιο καθαρή από την εποχή της Αυτοκρατορίας. Όχι μόνο δεν εμφανίστηκε λιμός αλλά οι φτωχοί ανάσαναν. Ακόμα και η εγκληματικότητα σχεδόν εξαφανίστηκε. Οι μεγάλοι εγκληματίες είχαν πάει με τους φίλους τους στις Βερσαλίες. Χιλιάδες «εγκληματίες», «αλήτες», «πόρνες» έδωσαν την ψυχή τους στην επανάσταση.

Στις 26 Μάρτη οι πολίτες του Παρισιού από τα είκοσι διαμερίσματα της πόλης εκλέξανε την Κομμούνα, ένα όργανο αυτοδιοίκησης που είχε γνωρίσει δόξες στην πιο ριζοσπαστική φάση της Γαλλικής Επανάστασης. Όμως, η Κομμούνα δεν ήταν συνέχεια εκείνης της επανάστασης. Ήταν η ενσάρκωση μιας νέας, της εργατικής.

Όπως έγραψε ο Μαρξ στον Εμφύλιο Πόλεμο στην Γαλλία, την εισήγηση στο Γενικό Συμβούλιο της Πρώτης Διεθνούς: «Το πραγματικό της μυστικό ήταν ότι αποτελούσε ουσιαστικά μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα της πάλης της παραγωγικής τάξης ενάντια στην τάξη των σφετεριστών, την ανοιχτή, τελικά, πολιτική μορφή με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας…»

Σε ένα άλλο σημείο τονίζει ότι οι εργάτες του Παρισιού: «Κατάλαβαν ότι είναι επιτακτικό καθήκον τους και απόλυτο δικαίωμά τους να γίνουν κύριοι της τύχης τους και να πάρουν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία. Μα η εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρει απλώς στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή, και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς».

Η Κομμούνα συγκροτούνταν από αντιπροσώπους που εκλέγανε τα διαμερίσματα. Το σημαντικό δεν ήταν μόνο ότι ήταν εργάτες. Πληρώνονταν σαν εργάτες -15 φράγκα τη μέρα, 6.000 το χρόνο οι ίδιοι κι όσοι κατείχαν θέσεις στις υπηρεσίες της. Αυτό σήμαινε για παράδειγμα ότι ο Φρανσουά Ζουρντέ, ένας ταπεινός λογιστής που εκλέχτηκε Επίτροπος Οικονομικών ήταν τόσο φτωχός που η σύζυγός του έπρεπε να συνεχίσει να δουλεύει σαν πλύστρα για να τα βγάλουν πέρα. Ακόμα πιο σημαντικό ήταν ότι οι αντιπρόσωποι της Κομμούνας ήταν άμεσα ανακλητοί από τους εκλογείς τους.

Η Κομμούνα ήταν και νομοθετικό και εκτελεστικό σώμα. Δεν ψήφιζε φιλεργατικούς νόμους που έπρεπε να τους εφαρμόσει ένας μηχανισμός που είχε στηθεί για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εκμεταλλευτικής μειοψηφίας. Οι εργάτες αποφάσιζαν μέσω των αντιπροσώπων τους και υλοποιούσαν τις αποφάσεις τους. Ένα πολύβουο ποτάμι συνελεύσεων, διαδηλώσεων, συζητήσεων σε εκατοντάδες λέσχες και ενώσεις εξασφάλιζε τη συνεχή ροή αυτής της διαδικασίας.

Οι αρτεργάτες διαδήλωσαν ενάντια στη νυχτερινή εργασία που τους σακάτευε. Η Κομμούνα κατάργησε την νυχτερινή εργασία. Χιλιάδες ήταν οι άστεγοι. Η Κομμούνα φρόντισε να στεγαστούν όλοι, στα παλάτια και τα μέγαρα των πλουσίων που επίταξε.

Τα μέτρα της Κομμούνας ήταν απλά και μονόπλευρα ταξικά. Δεκαεννιά στους είκοσι κατοίκους του Παρισιού ζούσαν στο νοίκι. Εκατοντάδες χιλιάδες χρωστούσαν μέχρι το λαιμό γιατί είχαν μείνει άνεργοι στη διάρκεια του πολέμου. Με ένα απλό διάταγμα η Κομμούνα έσβησε τα παλιά χρέη και έβαλε μορατόριουμ στα νέα. Η απόφαση πάρθηκε ύστερα από συζήτηση που διήρκεσε λιγότερο από μια ώρα. Το ίδιο το κείμενο του διατάγματος ήταν τρεις γραμμές.

Πανηγύρι

Η Κομμούνα ήταν ένα πανηγύρι των καταπιεσμένων. Μια νέα κοινωνία γεννιόταν και μέσα σε αυτή οι άνθρωποι έβρισκαν ξανά την ατομικότητα τους. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ένα τραγούδι που ταυτίστηκε με την Κομμούνα αν κι είχε γραφεί νωρίτερα ήταν «ερωτικό» κι είχε τίτλο η Εποχή των Κερασιών.

Οι γυναίκες ήταν στην πρώτη γραμμή. Ο ανταποκριτής μιας αστικής εφημερίδας εχθρικής στη Κομμούνα έγραφε: «Έχω δει τρεις επαναστάσεις, αλλά σε καμιά οι γυναίκες δεν είχαν συμμετάσχει με τόση αποφασιστικότητα… Φαίνεται ότι θεωρούν αυτή την επανάσταση δικιά τους και την υπερασπίζουν σαν να υπερασπίζουν το δικό τους μέλλον».

Θα περίμενε κανείς μια πόλη που είχε υποφέρει από την πολιορκία των Πρώσων να πάλλεται από το εθνικιστικό μίσος. Κι όμως, η Κομμούνα ήταν η αποθέωση του διεθνισμού. Στις 12 Απρίλη αποφασίζει να γκρεμίσει τη Στήλη της Βαντόμ, ένα άγαλμα του Ναπολέοντα (του «Μεγάλου») με βάση από το μέταλλο των κανονιών που είχε κυριεύσει ο γαλλικός στρατός. Όπως έλεγε το διάταγμά της «Είναι σύμβολο ψεύτικης δόξας, ωμής βίας, μιλιταρισμού, μια προσβολή στη μνήμη νικητών και ηττημένων…»

Ο Λέο Φράνκελ ήταν ο Επίτροπος Εργασίας και Ανταλλαγών της Κομμούνας. Πιο πριν ήταν στην ηγεσία της Πρώτης Διεθνούς. Ήταν δηλαδή ένας από τους «ξένους υποκινητές της ανταρσίας» κατά τον αστικό τύπο και την κυβέρνηση των αστών. Ήταν επίσης Γερμανοεβραίος. Αλλά για την Κομμούνα: «Θεωρώντας ότι η σημαία της Κομμούνας είναι η σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας… ο πολίτης Λέο Φράνκελ γίνεται δεκτός στο Συμβούλιο της Κομμούνας».

Η «Διεθνής» το ποίημα που έγραψε ο Ευγένιος Ποτιέ όταν κρυβόταν για να γλυτώσει την εκτέλεση μετά την ήττα της Κομμούνας έγινε ο ύμνος που ενώνει τους ανθρώπους που παλεύουν για να αλλάξουν την κοινωνία σε όλο τον κόσμο. Η Κομμούνα δεν ήταν ένα απολίτικο σώμα. Στις γραμμές της υπήρχαν οργανωμένες τάσεις και ρεύματα –κόμματα θα λέγαμε σήμερα. Οι αδυναμίες τους ήταν κι οι αδυναμίες της Κομμούνας. Δεν άγγιξε για παράδειγμα το χρυσό της Κρατικής Τράπεζας, δεν οργάνωσε έγκαιρα επίθεση στις Βερσαλλίες και άφησε την πρωτοβουλία στην αντίπαλη πλευρά.

Όμως, έτσι κι αλλιώς ο χρόνος έτρεχε εις βάρος της Κομμούνας. Το Παρίσι έμεινε μόνο του. Οι Πρώσοι απελευθέρωσαν 100.000 αιχμάλωτους για να αποκτήσει η κυβέρνηση των Βερσαλλιών επαρκή στρατεύματα. Στις 21 Μάη οι δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» άρχισαν την επίθεση στο Παρίσι.

Αυτό που ακολούθησε ήταν η Ματωμένη Βδομάδα καθώς οι Κομμουνάροι έδιναν το αίμα τους κάτω από την κόκκινη σημαία τους. Οι εργατογειτονιές του Παρισιού μεταβλήθηκαν σε σωρούς ερειπίων από τα κανόνια. Διάφοροι υπολογισμοί μιλάνε για τρεις με δέκα χιλιάδες Κομμουνάρους πεσόντες στις μάχες εκείνης της βδομάδας (χίλιοι περίπου από την απέναντι μεριά).

Οι δολοφονημένοι και οι εκτελεσμένοι στο μήνα που ακολούθησαν ήταν πέντε φορές περισσότεροι. Χιλιάδες εξορίστηκαν σε μακρινές αποικίες. Την επόμενη φορά που έγιναν εκλογές στο Παρίσι «έλειπαν» 100.000 ψηφοφόροι. Ο όχλος της αστικής κοινής γνώμης, οι καλοντυμένες κυρίες και κύριοι επευφημούσαν αποκτηνωμένοι το όργιο του αίματος. Αλλά η καταστολή είχε μια ψυχρή λογική. Στις 26 Ιούνη ο χασάπης στρατηγός Γκαλιφέ πήγε σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων και διέταξε όσους είχαν άσπρα μαλλιά να κάνουν ένα βήμα μπροστά. «Εσείς ήσασταν στα οδοφράγματα και τον Ιούνη 1848, είστε ακόμα πιο ένοχοι». Εκατόν δέκα οχτώ «ασπρομάλληδες» εκτελέστηκαν και τα πτώματά τους πετάχτηκαν στο ποτάμι.

Η άρχουσα τάξη ήθελε να σβήσει τη ζωντανή μνήμη του «κόκκινου» Ιούνη και της ίδιας της Κομμούνας. Στο λόφο της Μονμάρτης όπου εκτυλίχτηκε η πρώτη πράξη της Κομμούνας και όπου έπεσαν οι τελευταίοι υπερασπιστές της χτίστηκε ένας τεράστιος καθεδρικός ναός.

Όμως η Κομμούνα δεν ξεχάστηκε. Θα ξαναζούσε στις εργατικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα και θα ξαναζήσει σε αυτές που πλησιάζουν, στις «εφόδους στον ουρανό».

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

28η Οκτωβρίου: Η αντιφασιστική μέρα των Ελλήνων



Όταν ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς έδιωξε τον Ιταλό πρέσβη από το γραφείο του χωρίς να του απαντήσει ήταν 28η Οκτωβρίου 1940. Την επόμενη ημέρα ο αστικός τύπος έγραφε για το Όχι του δικτάτορα. Όμως το Όχι αυτό το αγκάλιασε όλος ο ελληνικός λαός και μετατράπηκε σε ένα διπλό λαϊκό Όχι απέναντι στον φασισμό, ένα Όχι απέναντι στον ιταλικό φασισμό και ένα Όχι απέναντι στον ελληνικό φασισμό. 

Στην πράξη η φασιστική κυβέρνηση δεν μπορούσε να κάνει ούτε ένα βήμα πίσω και η απόπειρα εκφασισμού της δικτατορίας Μεταξά-Γεωργίου Β΄ τελείωσε εκείνη την ημέρα. Ο λαϊκός παράγοντας με τον αντιφασιστικό ενθουσιασμό έδωσε την πρώτη αντιφασιστική νίκη του. Πλέον το καθεστώς αναζητούσε συμμαχία από τους φυλακισμένους κομμουνιστές-εχθρούς και από το διαλυμένο ΚΚΕ και προσπαθούσε εναγωνίως να πάρει μια δήλωση από τον φυλακισμένο ηγέτη του Νίκο Ζαχαριάδη: 

«Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό τού Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. 

Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό πού τον διευθύνει ή κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική, ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ έναν πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό».

Η δήλωση αυτή υπήρξε η ταφόπλακα του ελληνικού φασισμού γεμίζοντας με ενθουσιασμό εκατοντάδες χιλιάδες αντιφασίστες εργάτες καθώς γι’ αυτούς το στίγμα του αντιφασιστικού αγώνα δεν τον έδινε η κυβέρνηση, αλλά η Aριστερά. Το ΚΚΕ από ηττημένη δύναμη ξαφνικά έγινε ο εμπνευστής του αντιφασιστικού αγώνα.

Κ.Π

Πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας (του),  ο ίδιος ο ελληνικός λαός

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες ενεπλάκησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία γιορτάζει την είσοδό της στον Πόλεμο και όχι την αποχώρησή της από αυτόν ή τη λήξη του. 

Πράγματι, ενώ η 28η Οκτωβρίου ανήκει στις πιο εμβληματικές ημερομηνίες του εθνικού μας επετειολογίου, η 9η Μαΐου, ημέρα παράδοσης της ναζιστικής Γερμανίας –και ημέρα αντιφασιστικής νίκης- όχι μόνο δεν εορτάζεται αλλά είναι πρακτικά άγνωστη στη χώρα μας. 

Ούτε η 12η Οκτωβρίου, ημέρα εκκένωσης της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα, ούτε η 25η Νοεμβρίου που είχε καθιερωθεί τη δεκαετία του ’80 ως επίσημη «ημέρα Εθνικής Αντίστασης» μπορούν να συναγωνιστούν την 28η Οκτωβρίου σε δημοφιλία, συμβολικό βάρος, συναισθηματικό φορτίο. Αυτή η «διαστροφή» της ευρωπαϊκής επετειακής κανονικότητας έχει εξηγηθεί με πάμπολλους τρόπους, από το «πολεμοχαρές της ελληνικής φυλής» μέχρι την εμφυλιοπολεμική αποσιώπηση της Εθνικής Αντίστασης που απέκλεισε σκόπιμα την πολιτικά ευαίσθητη περίοδο της Κατοχής από την εθνική μνήμη των επόμενων γενεών. 

Η αλήθεια βρίσκεται κατά τη γνώμη μας αλλού: Η 28η Οκτωβρίου δεν είναι μια οποιαδήποτε υπόμνηση του «εθνικού ηρωισμού». Δε συμβολίζει την «εθνική ενότητα» απέναντι στον κίνδυνο. Είναι ο «τόπος» και το σύμβολο που συμπυκνώνει νοηματικά τη συμμετοχή στον αντιφασιστικό αγώνα. Το πολιτικό νόημα της ημερομηνίας είναι εν τέλει πολύ βαθύτερο από οποιαδήποτε «επίσημη» ανάγνωσή της.

Εκείνη η μέρα δεν ήταν ίδια για όλους. Η είσοδος της Ελλάδας στον Πόλεμο πυροδότησε αλυσιδωτές αντιδράσεις στο κοινωνικό πεδίο. Η ιταλική ιμπεριαλιστική επίθεση, κομμάτι του μεγαλύτερου ιμπεριαλιστικού πολέμου, λειτούργησε καταλυτικά στις συνειδήσεις, ενώ κλόνισε και τελικά σάρωσε το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά –ιδεολογικά συγγενές με τους «ιταμούς εισβολείς». 

Ο λαός βρέθηκε ακάλυπτος από την πολιτικοστρατιωτική του ηγεσία και διδάχτηκε να την αμφισβητεί, ο κίβδηλος ενθουσιασμός και οι προπαγανδιστικές κορόνες της κυβέρνησης της Αθήνας για τον στρατιωτικό «περίπατο» δεν είχαν καμία απήχηση στους στρατιώτες οι οποίοι στο μέτωπο έρχονταν αντιμέτωποι με τη φριχτή όψη του πολέμου, νεκροί, τραυματίες και κρυοπαγημένοι. 

Το αίμα που χύθηκε στα βουνά της Αλβανίας ανέτρεψε κοινωνικές και ταξικές ιεραρχίες. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος δεν αποκάλυψε μόνο πως η «εθνική ενότητα» ήταν ένα κενό ιδεολόγημα. Έφερε στο φως τις βαθιές ταξικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, γέννησε αντιφασιστικά αισθήματα που στρέφονταν και ενάντια στο αστικό πολιτικό σύστημα. 

Όταν η γερμανική επίθεση τον Απρίλιο του 1941, έφερε την κατάρρευση, ο καταπονημένος στρατός αλλά και ο λαός στα μετόπισθεν, είχαν πλέον καταλάβει πως ο βασιλιάς, ο κρατικός μηχανισμός, οι στρατιωτικοί «ηγέτες» και οι μεγαλοβιομήχανοι (που ήδη βρίσκονταν στα βρετανικά πλοία) ήταν στην καλύτερη περίπτωση τραπουλόχαρτα, στη χειρότερη προδότες του λαού του οποίου –υποτίθεται– πως ηγούνταν. Ο «πατέρας του Έθνους» είχε ξεχαστεί, η ΕΟΝ και όλες οι προσπάθειες εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας εξαφανίστηκαν εν μία νυκτί. Μέσα σε ένα εξάμηνο, ο ελληνικός λαός είχε ωριμάσει κοινωνικά και πολιτικά. Σύντομα, η Αντίσταση και οι μορφές που θα λάμβανε, θα αποδείκνυαν πως ο μόνος πραγματικός αγώνας είναι ο αγώνας από τα κάτω.

Η 28η Οκτωβρίου ξεκίνησε να γιορτάζεται μέσα στο σκοτάδι της Κατοχής, από τον ίδιο τον λαό. Ηγεσίες και πολιτικοί δεν υπήρχαν, ο κρατικός μηχανισμός ήταν δοσιλογικός, οι συγκεντρώσεις και οι συζητήσεις για την «κατάσταση» απαγορεύονταν, συλλήψεις και εκτελέσεις είχαν ξεκινήσει. Το φάσμα της πείνας πλάκωνε τα αστικά κέντρα. 

Αναζητώντας εμπνεύσεις και ψυχολογικά στηρίγματα στα σύμβολα, η 28η Οκτωβρίου γεννήθηκε ως επέτειος με συμβολικές διαστάσεις, μέσα από την ίδια την κοινωνία. Για τους κατοίκους της κατεχόμενης Ελλάδας και κυρίως των πόλεων, οι οποίες δοκιμάζονταν σκληρά από την έλλειψη τροφίμων, ένα επιπλέον ερέθισμα. 

Ένα χρόνο πριν, οι κάτοικοι της Αθήνας θυμούνταν πως κατέβαιναν στους δρόμους, αμέσως μόλις ήχησαν οι σειρήνες του Πολέμου. Η αίσθηση του μαζικού ενθουσιασμού ήταν πολύ πρόσφατη για τους Αθηναίους, θύμιζε τις διαδηλώσεις που τώρα απαγορεύονταν. Το 1941 ομάδες πολιτών επισκέπτονταν το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και κατέθεταν λουλούδια. Είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα διάφορων οργανώσεων οι οποίες παρότρυναν τον κόσμο να μνημονεύσει την επέτειο του Όχι. 

Το ΕΑΜ, που είχε ιδρυθεί μόλις πριν ένα μήνα, επέλεξε εκείνη την ημέρα για να κυκλοφορήσει την πρώτη του διακήρυξη στο λαό της Αθήνας καλώντας σε μαζική αντίσταση εναντίον των κατακτητών. Καθόλου τυχαία, μια από τις πρώτες διακριτές ομάδες του πληθυσμού οι οποίες προσέγγισαν (και προσεγγίστηκαν) από το ΕΑΜ ήταν οι ανάπηροι του αλβανικού μετώπου οι οποίοι νοσηλεύονταν σε διάφορα νοσοκομεία της Αθήνας και τελικά έφτασαν να αποτελούν τη μαχητικότερη, μαζί με τους φοιτητές, οργάνωση του ΕΑΜ Αθήνας.

Ο μηχανισμός συλλογικής ταύτισης ήταν πολύ βαθύτερος από οποιαδήποτε εθνική υπερηφάνεια. Οι συνθήκες της στρατοκρατούμενης χώρας μεταμόρφωναν την επέτειο σε μέρα αντιφασιστική. Ο πατριωτισμός έμπαινε σε εντελώς διαφορετικά πλαίσια. Ο Πόλεμος, και τώρα η Κατοχή, δεν ήταν πια «εθνική υπόθεση», αλλά κομμάτι της ευρύτερης αντιφασιστικής πάλης. 

Στην Ελλάδα, ο αγώνας δεν μπορούσε παρά να στρέφεται εναντίον ντόπιου και ξένου φασισμού ταυτόχρονα. Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, η πόλη της Αθήνας και ολόκληρη η ελληνική επικράτεια έπρεπε να διεκδικηθούν σπιθαμή προς σπιθαμή από τους κατακτητές. Η δοσιλογική κυβέρνηση ήταν συνεργάτες των Ναζί και έπρεπε να διαλυθεί, η εκμετάλλευση του λαού από βιομήχανους που συνεργάζονται με τους Γερμανούς έπρεπε να σταματήσει. Ο βασιλιάς που εγκατέλειψε τον λαό, δεν θα γινόταν ποτέ δεκτός χωρίς δημοψήφισμα. Στην κατεχόμενη Ελλάδα, δεν κατοικούσαν πια αποκλειστικά Έλληνες πατριώτες, αλλά Έλληνες φασίστες και Έλληνες αντιφασίστες. Και ανάμεσά τους μια βαθιά τάφρος.

Όσο η Αντίσταση άρχισε να δυναμώνει και να μαζικοποιείται, τόσο μεγαλύτερες διαστάσεις προσλάμβανε στον αντιφασιστικό αγώνα το έπος της Αλβανίας. Η εμφάνιση των πρώτων ανταρτών, οι πρώτες απεργίες στην κατεχόμενη Αθήνα τον Απρίλιο και τον Σεπτέμβριο, οι πρώτες εκτελέσεις το καλοκαίρι και η ανατίναξη των γραφείων της δοσιλογικής ΕΣΠΟ στις 20 Σεπτεμβρίου 1942, είχαν οξύνει την μαχητική διάθεση του κόσμου, κυρίως της νεολαίας και των φοιτητών. Η «άτυπη» αλλά εμπεδωμένη στις συζητήσεις επέτειος αποτελούσε πια αφορμή για συνδικαλιστικούς αγώνες και μαχητικές συγκεντρώσεις. 

Στις 28 Οκτωβρίου 1942, για πρώτη και τελευταία ίσως φορά, η μέρα τιμήθηκε με ομιλίες και συγκεντρώσεις σε σχολεία, υπηρεσίες, χώρους δουλειάς, αλλά και μαχητικές συγκεντρώσεις στους δρόμους της Αθήνας, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ. Η συμβολική υπόμνηση του έπους της Αλβανίας και η σύνδεση του με τους αντικατοχικούς αγώνες, γινόταν πια μέσω των αναπήρων του αλβανικού μετώπου που αποτελούσαν τιμητική εμπροσθοφυλακή στο συλλαλητήριο που κατέληξε πάλι στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. 

Ακολούθησαν συμπλοκές με Ιταλούς καραμπινιέρους και αστυνομικούς, συλλήψεις και κυνηγητό σε όλους τους κεντρικούς δρόμους. Η Αντίσταση περνούσε πια σε άλλες διαστάσεις. Στις 28 Οκτωβρίου 1943 επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό, ενώ στην επέτειο του 1944, λίγες μέρες μετά την Απελευθέρωση, ένα τεράστιο πλήθος από τις εαμικές και κομματικές οργανώσεις της Αθήνας «έπνιξε» τον «εθνικό» εορτασμό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και των Βρετανών που είχαν συνοδεύσει την άφιξή της στην Ελλάδα, με το μαγικό σύνθημα της «Λαοκρατίας» και «Να τιμωρηθούν οι δοσίλογοι».

Ήταν η τελευταία 28η Οκτωβρίου, όπου πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας (του), ήταν ο ίδιος ο ελληνικός λαός. Από το 1945 και μέχρι σήμερα, ο πανηγυρικός της ημέρας είναι ένα ρηχό και εθνοκεντρικό μάθημα πατριδογνωσίας, χωρίς το παραμικρό αντιφασιστικό μήνυμα, χωρίς αναφορά στους μαζικούς αντικατοχικούς αγώνες, χωρίς αναφορά σε λαϊκές κινητοποιήσεις, χωρίς ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και αντάρτικο, με Σοφία Βέμπο και δαφνοστεφανωμένες ξιφολόγχες εθνικής υπερηφάνειας. 

Ένα κούφιο μήνυμα «εθνικής ενότητας» και success story, χωρίς ΕΡΤ να μεταδίδει την παρέλαση και με χαρισμένα τα καύσιμα των αρμάτων μάχης και των αεροπλάνων από τη Μότορ Όιλ. Η δική μας 28η Οκτωβρίου είναι –και πρέπει να είναι– αλλού: στα σωματεία, τους χώρους δουλειάς, τις αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες, τις γειτονιές, τα σχολεία, τους δρόμους του αγώνα. Παντού δηλαδή όπου οι ελευθερίες διακυβεύονται και τα «όχι» πρέπει να ακούγονται δυνατότερα.


Ι. Χ

Απεργία στους δήμους από ΠΕΟ-ΔΕΟΚ. Απέχει η ΣΕΚ

48ΩΡΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΑΥΡΙΟ ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΝ ΠΕΟ ΚΑΙ ΔΕΟΚ

Πραγματοποιήθηκε χτες έκτακτη Παγκύπρια Σύσκεψη Στελεχών των Συντεχνιών της ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ και ΔΕΕΚΔΟΚΩ-ΔΕΟΚ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν για την απόφαση της Κυβέρνησης να προχωρήσει σε περεταίρω αποκοπές της κρατικής χορηγίας προς την Τ.Α. κατά 12% και συζήτησαν τις επιπτώσεις και τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν από την υλοποίηση της.

Οι εργαζόμενοι εκφράζουν την βεβαιότητα ότι η απόφαση αυτή θα δημιουργήσει συνθήκες διάλυσης των περισσότερων οργανισμών Τ.Α. Είναι πρόδηλο ότι οι οργανισμοί Τ.Α. θα αναγκαστούν να διακόψουν ή να περιορίσουν τις υπηρεσίες προς τους πολίτες, θα κλείσουν κοινωνικά ιδρύματα και θα σταματήσουν τις δραστηριότητες τους. Κατ’ επέκταση θα πλεονάσουν εργαζόμενοι και θα επιδιώξουν όπως έχουν ήδη διαμηνύσει στις Συντεχνίες να περικόψουν τις εισφορές στα Ταμεία Προνοίας, τα Ταμεία Σύνταξης, τους μισθούς και άλλα ωφελήματα.

Μετά από συζήτηση η Παγκύπρια Σύσκεψη αποφάσισε:

1) Οι εργαζόμενοι στην Τ.Α. θα συνεχίσουν να υπηρετούν με προσήλωση το θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους πολίτες και θα στηρίξουν κάθε προσπάθεια για συνέχιση του ρόλου και της προσφοράς του.

2) Το θέμα της απρόσκοπτης λειτουργίας του θεσμού Τ.Α. είναι πολιτικό, αφορά όλη την κοινωνία, και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με οικονομικούς όρους και την επιβολή αποφάσεων που τον οδηγούν στη διάλυση.

3) Στις σημερινές συνθήκες όπου όλοι πρέπει να συνεισφέρουν ισότιμα στην προσπάθεια για αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης οι εργαζόμενοι δεν αποδέχονται διαφορετική μεταχείριση και τη θυματοποίηση τους ούτε μπορούν να αναλάβουν από μόνοι τους το βάρος των οικονομικών προβλημάτων. Συνεισφέρουν ήδη οικονομικά όπως όλοι οι άλλοι συνάδελφοι τους του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα με τις αποκοπές που εμβάζονται στα ταμεία του Κράτους.

4) Οι εργαζόμενοι στην Τ.Α. είναι έτοιμοι να συμβάλουν με εισηγήσεις που έχουν ήδη υποβληθεί όπως η δημιουργία κοινών υπηρεσιών, οι συμπλεγματοποιήσεις, και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Δεν θα αποδεχτούν όμως τους πλεονασμούς και θα κάνουν ότι μπορούν για να αποτρέψουν τις απολύσεις.

5) Οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι βρίσκονται στην ίδια πλευρά με την Ένωση Δήμων και τις εκλελεγμένες αρχές Τ.Α. και τις καλούν να αγωνισθούν από κοινού προκειμένου να διαφυλάξουν το θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω η Παγκύπρια Σύσκεψη αποφάσισε την πραγματοποίηση τετράωρης στάσης εργασίας από τις 8.00 π.μ. – 12.00 π.μ. την Τρίτη, 29/10/13, σε όλους τους οργανισμούς Τ.Α

 Ταυτόχρονα, θα πραγματοποιηθεί κινητοποίηση έξω από τη Βουλή από τις 9.00 π.μ – 11.00 π.μ., διάστημα κατά το οποίο θα συζητούνται οι προϋπολογισμοί του Υπουργείου Εσωτερικών στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής στην οποία θα επιδώσουν ψήφισμα.

Η Παγκύπρια Σύσκεψη Εργαζομένων εξέφρασε την αποφασιστικότητα της να κλιμακώσει την αντίδραση των εργαζομένων στην περίπτωση που δεν θα διαφοροποιηθούν τα δεδομένα αλλά και να αγωνισθεί με τους υπόλοιπους του ιδιωτικού τομέα για την ανατροπή των επιπτώσεων από τις πολιτικές λιτότητας.

Από την Παγκύπρια Σύσκεψη Εργαζομένων

ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ
ΔΕΕΚΔΟΚΩ-ΔΕΟΚ

 Η ΟΗΟ-ΣΕΚ ανακοίνωσε σήμερα ότι τα μέλη της δεν θα συμμετάσχουν στην 4ωρη στάση εργασίας που έχει εξαγγελθεί για την Τρίτη 29 Οκτωβρίου, από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ΠΕΟ και ΔΕΟΚ, που δραστηριοποιούνται στους Δήμους.

Η ΟΗΟ-ΣΕΚ αναφέρει ότι έχει «πλήρη επίγνωση των οικονομικών προβλημάτων των Δήμων» και δηλώνει πως «η πρόσθετη μείωση της κρατικής χορηγίας προς τους Δήμους ύψους 11,99%, για το 2014, θα οδηγήσει την πλειοψηφία τους σε οικονομική κατάρρευση».

Θεωρεί ωστόσο ότι «η δυναμική αντίδραση θα πρέπει να αποτελεί το ύστατο μέτρο και να χρησιμοποιείται μόνο και μόνο τότε όταν εξαντληθούν όλα τα περιθώρια παρεμβάσεων προς τους φορείς διαμόρφωσης πολιτικής (Κυβέρνηση και Βουλή)».


(παραθέτουμε το άρθρο συντρόφου για την κατάσταση σήμερα στο εργατικό κίνημα και την Κύπρο γενικότερα που δημοσιεύθηκε εδώ πριν λίγες μέρες http://antartescy.blogspot.com/2013/10/m.html )

Διαλύθηκαν 500 Ταμεία Προνοίας και επαναλειτουργούν μόνο 35

Μορφή χιονοστιβάδας προσλαμβάνει η διάλυση των ταμείων προνοίας από την αρχή του χρόνου και συνεχίζει να τρέχει με αμείωτο ρυθμό.

Συνολικά 500 ταμεία προνοίας εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, μεγάλα και μικρά, διαλύθηκαν κατόπιν απόφασης των μελών τους, υπό το βάρος της ανησυχίας ενός δεύτερου κουρέματος των καταθέσεών τους.

Η αξία των αποθεματικών των διαλυθέντων ταμείων υπολογίζεται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ, μολονότι σε αυτό το στάδιο είναι δύσκολη η αποτίμηση, δεδομένου ότι πολλά ταμεία πέραν του ρευστού διαθέτουν και μετοχές, η αξία των οποίων δεν μπορεί να υπολογιστεί επακριβώς.   

Στην πλειονότητα τους τα ταμεία προνοίας είναι ολιγομελή, τα λεγόμενα επιχειρησιακά, από 5-20 μέλη. Από τα μεγαλύτερα είναι αυτά των τραπεζοϋπαλλήλων και ξεχωρίζει αυτό της Τράπεζας Κύπρου, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, της Ελληνικής κ.λπ.

Και αν η διάλυση των ταμείων προνοίας είναι ανησυχητική εξέλιξη, κατά το συνδικαλιστικό κίνημα, το πιο ανησυχητικό είναι ότι μέχρι τώρα μόνο 30-35 Διαχειριστικές Επιτροπές υπέβαλαν αίτηση στον Έφορο Ταμείων Προνοίας, Φάνη Τρύφωνος, για επανασύσταση του ταμείου των εργαζομένων. Γεγονός που δημιουργεί ερωτηματικά κατά πόσο αυτό σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει ότι χιλιάδες εργαζόμενοι πλέον θα στερούνται του ωφελήματος του ταμείου προνοίας.

Ως γνωστόν, η σύσταση και λειτουργία του ταμείου προνοίας δεν είναι υποχρεωτική από την εργατική νομοθεσία, αλλά αποτελεί μέρος των πλείστων συλλογικών συμβάσεων ή ατομικής συμφωνίας με τον εργοδότη.

Όπως επίσης, άγνωστο είναι, σε αυτό το στάδιο, και το ύψος των εισφορών που θα καταβάλλουν εργαζόμενοι και εργοδοσία στα νεοϊδρυθέντα ασφαλιστικά ταμεία, υπό το βάρος και των νέων οικονομικών δεδομένων.

 Σε ένα συναφές επίπεδο, περίπου 280 αιτήσεις αποζημίωσης υποβλήθηκαν στο Γενικό Λογιστήριο, από Διαχειριστικές Επιτροπές Ταμείων Προνοίας των οποίων οι αποταμιεύσεις ήταν κατατεθειμένες στη Λαϊκή Τράπεζα.

Το Γενικό Λογιστήριο έχει ήδη καταβάλει σε Ταμεία Προνοίας ποσό που ανέρχεται στα €135 εκατ. και μέχρι τον Οκτώβρη. Η Γενική Λογίστρια, Ρέα Γεωργίου, διαβεβαιώνει ότι η εξέταση των αιτήσεων συνεχίζεται απρόσκοπτα.

Υπενθυμίζεται ότι στο Μνημόνιο περιλαμβάνεται πρόνοια σύμφωνα με την οποία η συνολική αποζημίωση των ταμείων προνοίας είναι €299 εκατ. και μέχρι τον Οκτώβρη θα δοθεί ποσό €154 εκατ.

Με την επικείμενη κάθοδο της Τρόικας το Γενικό Λογιστήριο θα ενημερώσει τους δανειστές μας για την πορεία της αποζημίωσης. 

Πηγή εφημερίδα φιλελεύθερος

1848: Από τις αστικές στις εργατικές επαναστάσεις

Στις 29 Γενάρη 1848 ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, ήδη γνωστός ιστορικός και διανοητής, δήλωσε μιλώντας στους συναδέλφους στη γαλλική Βουλή: «Πιστεύω ότι κοιμόμαστε πάνω σε ένα ηφαίστειο… εσείς δεν διαισθάνεστε ενστικτωδώς ότι η γη τρέμει ξανά στην Ευρώπη; Δεν νιώθετε τον αέρα της επανάστασης να φυσάει;»

Οι τριγμοί ήταν πραγματικοί. Πρώτα στο Μιλάνο, μετά στο Παλέρμο της Σικελίας, μετά στη Νάπολη –η μια μετά την άλλη οι πόλεις των βασιλείων και των πριγκιπάτων της Ιταλικής χερσονήσου άρχισαν να εκρήγνυνται. Είτε ενάντια στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων που κυβερνούσε το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας από τη Βιέννη είτε ενάντια στο βασίλειο της Νάπολης που ήταν σύμμαχός της. Και μετά στις 23 Φλεβάρη, τα οδοφράγματα υψώθηκαν στο Παρίσι. Μέσα σε δυο μέρες ο Λουδοβίκος Φίλιππος, ο «Πολίτης Βασιλεύς» ή «βασιλιάς-τραπεζίτης» ανάλογα με την οπτική του καθενός, έχασε το στέμμα του. Η Γαλλία ανακηρύχτηκε αβασίλευτη δημοκρατία.

Το Παρίσι ήταν το σύμβολο της επανάστασης από τις μέρες του 1789. Κάθε τι που γινόταν εκεί είχε άμεσο αντίκτυπο στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η ανατροπή της μοναρχίας στη Γαλλία προκάλεσε ενθουσιασμό σε όλους όσους για τον ένα ή τον άλλο λόγο ήταν δυσαρεστημένοι με τη παλιά τάξη πραγμάτων σε όλη την Ευρώπη. Τα νέα της ανατροπής μεταδόθηκαν αστραπιαία –η ταχυδρομική άμαξα ήταν ένα μέσο, τα ατμόπλοια και ο τηλέγραφος, τα δώρα της νέας καπιταλιστικής κοινωνίας που εδραιωνόταν, τα άλλα. Οδοφράγματα στη Βιέννη. Οδοφράγματα στη Βουδαπέστη, στην Πράγα και τέλος στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα της Πρωσίας, του προμαχώνα του απολυταρχισμού στη διαιρεμένη σε 37 κρατίδια Γερμανία.

«Άνοιξη των λαών»

Ήτανε Μάρτης και η επανάσταση σύντομα άρχισε να περιγράφεται σαν «η άνοιξη των λαών». Η δημοκρατία και η εθνική ενοποίηση ήταν το πρόγραμμα ή ακριβέστερα τα συνθήματα των περισσότερων από αυτούς που βγήκαν και πέθαναν στα οδοφράγματα. Έμοιαζε σαν η ιστορία να έπιανε το νήμα από κει που είχε σταματήσει η Γαλλική Επανάσταση.

Για τριάντα χρόνια, από την εποχή που ο συνασπισμός της Βρετανίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας ανέτρεψε τον Ναπολέοντα, το ρολόι της ιστορίας έμοιαζε να γυρίζει πίσω. Οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης είχαν κηρυχτεί παράνομες σε όλη την Ευρώπη. Βασιλιάδες, ευγενείς, γαιοκτήμονες κρατούσαν το τιμόνι των κρατών. Ακόμα και στις χώρες που υπήρχαν κοινοβούλια με πραγματικές εξουσίες, αυτά εκλέγονταν από μια χούφτα ανθρώπους, όσους είχαν μεγάλη περιουσία. Στην Αγγλία μόλις ένας στους οχτώ είχαν δικαίωμα ψήφου και χρειάστηκε να φτάσει το 1832 για να αποκτήσουν οι μεγάλες πόλεις το δικαίωμα να εκλέγουν βουλευτές.

Στη Γαλλία από το 1814 μέχρι το 1830 δικαίωμα ψήφου είχαν 115.000 άνδρες. Η επανάσταση του Ιούλη του 1830 ανέβασε τον Λουδοβίκο-Φίλιππο στο θρόνο. Ήταν φιλελεύθερος μονάρχης: ο αριθμός των εκλογέων αυξήθηκε φθάνοντας τον θεαματικό αριθμό των 170.000. Ο Γκιζό, ο πρωθυπουργός, είχε απαντήσει στις διαμαρτυρίες των «φιλελεύθερων» που ζητούσαν διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος με μια απλή παραίνεση: «πλουτίστε» -όσοι το καταφέρνουν θα πάρουν τη ψήφο. Μια ανώτερη κρούστα της αστικής τάξης είχε αποκτήσει δικαίωμα να συμμετέχει στα πολιτικά πράγματα –τίποτα παραπάνω.

Όμως, στην πραγματικότητα το ρολόι δεν είχε γυρίσει πίσω. Μπορεί τα πολιτικά καθεστώτα να ήταν ζωντανοί αναχρονισμοί, αλλά ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν με τα θεαματικά βήματα που θα περιέγραφαν στις αρχές του 1848 δυο νεαροί Γερμανοί επαναστάτες, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς, στο πιο πολυδιαβασμένο πολιτικό κείμενο στην ιστορία, το Μανιφέστο του Κομμουνιστικό Κόμματος. Ο καπιταλισμός, έγραφαν, είναι ένα κοινωνικό σύστημα που επαναστατικοποιεί διαρκώς τα μέσα παραγωγής και επικοινωνίας, διεισδύει παντού υπονομεύοντας τις παλιές συνήθειες και σχέσεις, έτσι που «ό,τι έμοιαζε σταθερό μοιάζει να διαλύεται στον αέρα».

Μια νέα τάξη, η εργατική, είχε κάνει την εμφάνισή της. Και μαζί της οι ιδέες που αναζητούσαν μια κοινωνία χωρίς τάξεις, χωρίς εκμετάλλευση. «Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, το φάντασμα του κομμουνισμού» -ήταν η φράση με την οποία ξεκινούσε το Μανιφέστο.

Η αστική τάξη στη Γαλλία δεν ήθελε πλέον να θυμάται τους επαναστάτες προγόνους της που είχαν κόψει το κεφάλι ενός βασιλιά και χιλιάδων αριστοκρατών και είχαν τεθεί επικεφαλής των «αβράκωτων». Σε άλλες χώρες όπως η Γερμανία ή η Ιταλία οι αστοί δεν είχαν καν τέτοιο επαναστατικό παρελθόν. Η επανάσταση τους είχε σπρώξει σε ρόλους που δεν ήθελαν να αποκτήσουν ή θα εγκατέλειπαν γρήγορα.

Όταν ο Μαρξ κι ο Ενγκελς επέστρεψαν στην επαναστατημένη Γερμανία εγκαταστάθηκαν στην Κολωνία κι άρχισαν να εκδίδουν τη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου. Όπως έγραφε κάτω από τον τίτλο ήταν «το όργανο της Δημοκρατίας». Όμως, τότε στην πολιτική συζήτηση η λέξη «δημοκρατία» είχε πολύ διαφορετική σημασία από ό,τι έχει σήμερα. Δεν σήμαινε απλά κράτος του νόμου, Σύνταγμα, κυβέρνηση βγαλμένη από το κοινοβούλιο. Σήμαινε κυριολεκτικά εξουσία του λαού –των πληβείων, των πιο φτωχών. Οι αστοί «φιλελεύθεροι» ή «συνταγματικοί» όταν βρίσκονταν αντιμέτωποι με τους γραφειοκράτες και τους ευγενείς κοιτούσαν πάντα με περισσότερο φόβο πίσω από τη πλάτη τους.

«Καλοκαίρι των εργατών»

Ένας από τους παράγοντες που έκαναν το ηφαίστειο του Τοκβίλ να εκραγεί ήταν η οικονομική κρίση που είχε χτυπήσει τον καπιταλισμό από το 1845. Η κρίση συνοδεύτηκε από μια κακή σοδειά σιτηρών και ακόμα χειρότερα από ασθένεια που κατέστρεψε τις καλλιέργειες πατάτας, το τελευταίο αποκούμπι των φτωχών. Στην Ιρλανδία πέθαναν 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι. Στην υπόλοιπη Ευρώπη εργοστάσια έκλειναν, οι εργάτες πετιόνταν στο δρόμο να πεινάσουν.

Οι εργάτες του Παρισιού είχαν βρεθεί στην πρώτη γραμμή των οδοφραγμάτων του Φλεβάρη. Η Προσωρινή Κυβέρνηση είχε ικανοποιήσει ένα από τα αιτήματά τους, την ίδρυση «Εθνικών Εργαστηρίων» που θα απορροφούσαν τους ανέργους. Η κατάργηση αυτών των εργαστηρίων πυροδότησε την εργατική εξέγερση του Ιούνη. Από την «Άνοιξη των Λαών» η επανάσταση έφτασε στο «Κόκκινο Καλοκαίρι» της.

Οι αστοί, συντηρητικοί και προοδευτικοί, βασιλόφρονες και συνταγματικοί συνασπίστηκαν γύρω από την Προσωρινή Κυβέρνηση ενάντια στο Παρίσι των εργατών με τις κόκκινες σημαίες τους και τα συνθήματα για μια Δημοκρατία της Δουλειάς για μια Κοινωνική Δημοκρατία.

«Για ποιους κάνατε την Επανάσταση του Φλεβάρη βρε μασκαράδες, για σας ή για μας; Η αστική τάξη έθεσε με τέτοιο τρόπο το ερώτημα ώστε η μόνη απάντηση να δοθεί με κανόνια και οδοφράγματα», έγραψε ο Μαρξ στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου.

«Καμιά από τις επαναστάσεις των Γάλλων αστών από το 1789 δεν είχε κάνει έφοδο στην επικρατούσα τάξη πραγμάτων, γιατί διατηρούσαν τη ταξική κυριαρχία, την σκλαβιά των εργατών, το αστικό σύστημα έστω και αν η πολιτική μορφή αυτής της σκλαβιάς άλλαζε συχνά. Η εξέγερση του Ιούνη επιτέθηκε σε αυτό το σύστημα. Αλλοίμονο στην εξέγερση του Ιούνη!»

Πράγματι, ο στρατηγός Καβενιάκ, επικεφαλής χιλιάδων Εθνοφρουρών, τακτικού στρατού, της Κινητής Φρουράς (που είχαν μαζέψει άνεργους και λούμπεν νέους) βύθισε στο αίμα τα εργατικά προάστια του Παρισιού.

Όμως, το τσάκισμα των εργατών σήμαινε ότι οι δημοκράτες αστοί έμειναν μετέωροι. Τρία χρόνια μετά στην εξουσία θα ανέβαινε ο δικτάτορας Βοναπάρτης ο Τρίτος, ένας γελοίος τυχοδιώκτης που θα κυβερνούσε μέχρι το 1870. Η αστική τάξη βγάζοντας ένα στεναγμό ανακούφισης άφησε το κράτος στα χέρια του και συνέχισε να βγάζει λεφτά. Στην Γερμανία τα όνειρα για μια ενιαία δημοκρατία χάθηκαν και αυτά. Τριάντα χρόνια μετά η Γερμανία θα γινόταν ενιαίο κράτος, αλλά όχι δημοκρατία. Οι καπιταλιστές δεν την είχαν ανάγκη.
Οι ήττες των επαναστάσεων του 1848 ήταν η επισφράγιση αυτού που σκέφτονταν ο Μαρξ, ο Ενγκελς και άλλοι επαναστάτες: ο επαναστατικός ρόλος των αστών έχει τελειώσει προ πολλού. Οι επαναστάσεις του 1848 άνοιξαν με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο την εποχή των εργατικών επαναστάσεων.

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Ποιος είπε το «Όχι»; Ο Μεταξάς;…



Τι χρειάζεται αυτός ο τόπος; Αυτός ο τόπος «χρειάζεται Μεταξάδες» έλεγε από βήματος Βουλής ο χρυσαυγίτης υποφυρερίσκος, ο βουλευτής Παππάς. Όσο για τους  Γεωργιάδη – Βορίδη ήταν βουλευτές του ΛΑΟΣ όταν ο τότε αρχηγός τους, ο Καρατζαφέρης, επισκεπτόταν ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 2011 το σπίτι του Μεταξά σε ένδειξη… «σεβασμού και μνήμης». 

Η δε «Καθημερινή» δεν έλειψε ποτέ από τα εκδοτικά εκείνα συγκροτήματα που επιδαψιλεύουν δάφνες στον «πατριώτη» Μεταξά που «είπε το Όχι». Μάλιστα η «Καθημερινή» το έχει πάει και παραπέρα. Ειδικά σε εκείνο το αφιέρωμά της για τον φασίστα Μεταξά, στις 4/8/2007 (ανήμερα, δηλαδή, της κήρυξης της δικτατορίας της «4ης Αυγούστου») όταν και ισχυριζόταν ότι η διακυβέρνηση Μεταξά, εκτός από πατριωτική» που ήταν, πορεύτηκε και με «χαρακτηριστικά φιλολαϊκού» καθεστώτος...

Είναι αλήθεια, λοιπόν, ότι ο Μεταξάς είπε «Όχι» το 1940; Το δικό του «Όχι» γιορτάζουμε τη Δευτέρα; Η’ μήπως ισχύει εκείνο που έλεγε για τον Μεταξά ο κεντρώος πολιτικός, ο Καφαντάρης, ότι δηλαδή: «Είπε το ΟΧΙ, ο μόνος Έλληνας που θα μπορούσε να πει το ΝΑΙ»; (1).
Όπως θα δούμε, το «Όχι» του Μεταξά δεν ήταν «Όχι» κατά του φασιστικού Άξονα. Δεν είχε φυσικά καμία σχέση με το «Όχι» του ελληνικού λαού. Το «όχι» του Μεταξά ήταν ένα τόσο δα … μικρούλι και ξέπνοο «όχι».

Το λέμε εξαρχής και θα το εξηγήσουμε:

Σε εκείνες τις ιστορικές συνθήκες το «όχι» του Μεταξά ήταν το «Ναι» του φασιστικού καθεστώτος της μεταξικής δικτατορίας υπέρ της Αγγλίας και όχι υπέρ των ελευθεριών του ελληνικού λαού. Και τούτο για δύο λόγους:

Πρώτον, διότι το ελληνικό κράτος, οι προύχοντες, οι κοτζαμπάσηδες του ελληνικού κράτους (και όχι φυσικά ο πένητας ελληνικός λαός) είχαν άρρηκτους δεσμούς διαπλοκής με το βρετανικό κεφάλαιο. 

Δεύτερον, διότι σε κρίσιμες στιγμές (όπως ένας Παγκόσμιος Πόλεμος) οι επιλογές στρατοπέδου από τους «Μεταξάδες» δεν γίνονται με βάση την ιδεολογία τους. Οι «Μεταξάδες» επιλέγουν συμμάχους σύμφωνα με τα ταξικά συμφέροντα που αυτοί εκπροσωπούν. Και τα ταξικά συμφέροντα που εκπροσωπούσε ο Μεταξάς και το καθεστώς του, ήταν απολύτως εξαρτημένα και διασυνδεδεμένα με την Αγγλία. Γεγονός που δεν θα μπορούσε να παραβλέψει ο – και κατά τα άλλα – πολύ καλός φίλος του Γκαίμπελς, ο Μεταξάς.


Αυτός ήταν ο «πατριώτης» που είπε το «Όχι» κατά του ναζισμού και του φασισμού;…

  
Για να αντιληφθεί κανείς τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που παίζονταν στην Ελλάδα και το μέγεθος της οικονομικής επιρροής της Αγγλίας στη χώρα είναι ενδεικτικό το εξής στοιχείο:
Το εξωτερικό χρέος της χώρας το 1932 έφτανε τα 1,022 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα, ενώ το εσωτερικό χρέος ήταν 144 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Βασικοί δανειστές της χώρας και κάτοχοι των ελληνικών χρεογράφων ήταν ο οίκος «Hambro» του Λονδίνου, το συγκρότημα «Speyer and Co» της Ν. Υόρκης και η Εθνική Τράπεζα Αθηνών. Το 67,42% του εξωτερικού χρέους ήταν αγγλικά κεφάλαια, το 9,88% ήταν κεφάλαια των ΗΠΑ, το 7,52% ήταν γαλλικά κεφάλαια, το 5,40% σουηδικά, το 3,44% βελγικά. Μόλις το 1,7% ήταν γερμανικά και μόλις το 1,65% ήταν ιταλικά (2).

Επομένως, ήταν τέτοια η πρόσδεση της Ελλάδας στην Αγγλία, που το μεταξικό καθεστώς δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί να σταθεί απέναντί της. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που οι ίδιοι οι Άγγλοι αποτιμούσαν το (φασιστικό) καθεστώς Μεταξά, το οποίο με την εγκαθίδρυσή του όχι μόνο δεν περιόρισε, αλλά αντίθετα ενίσχυσε τις σχέσεις της χώρας με την Αγγλία. Ο υφυπουργός της Αγγλίας, Ρ. Βάνσιταρτ, έγραφε σε υπόμνημά του το Μάη του 1937 για τις ελληνοβρετανικές σχέσεις: «Βρήκαμε ότι το καθεστώς Μεταξά είναι πολύ πιο συνεννοήσιμο από πολλά από τα προϋπάρχοντα καθεστώτα» (3).

Όσο για τον Μεταξά, τον Μάη του 1940, λίγους μήνες πριν την κήρυξη του πολέμου, έλεγε στην  «Ντέιλι Τέλεγκραφ»:«Είμεθα ουδέτεροι εφ' όσον χρόνον η Αγγλία θέλει να είμεθα ουδέτεροι. Τίποτα δεν κάνομε χωρίς συνεννόησιν με την Αγγλία και, τις περισσότερες φορές ό,τι κάνομε γίνεται κατά σύστασιν ή παράκλησιν της Αγγλίας. Η Ελλάς είναι ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης» (4)

Την ίδια εποχή, στις 6/5/1940, παραμονές του πολέμου, επαναλάμβανε: «Είναι φυσικό, κράτη παραθαλάσσια σαν εμάς να είμεθα φιλικά με τους Άγγλουςκαι κράτη μεσόγεια σαν τη Βουλγαρία, με τους Γερμανούς. Η διαφορά των πολιτευμάτων δεν παίζει ρόλο (…). Και η Ιταλία στο βάθος, τη φιλία προς την Αγγλία ζητά. Μόνο που αυτή ακολουθεί το δρόμο του μεγάλου, ενώ εμείς είμαστε μικροί» (5)

Αλλά ακόμα και πριν από την κήρυξη της δικτατορίας του, ο Μεταξάς ήταν σαφής: «Αν και είναι βεβαίως παράτολμον εις την πολιτική να δημιουργή κανείς δόγματα, η Ελλάς δύναται να θέση ως δόγμα πολιτικόν ότι εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου εις το οποίον θα ευρίσκετο η Αγγλία. Δυνάμεθα τούτο να το θεωρήσωμεν ως δόγμα. Εγώ τουλάχιστον το ασπάζομαι» (6)

Το «Όχι» λοιπόν του Μεταξά δεν είχε τίποτα το «πατριωτικό». Ήταν… «συμφεροντολογικό». Και μάλιστα υπό την πιο ιταμή εκδοχή του «συμφέροντος». Δηλαδή του συμφέροντος ενός ταξικού καθεστώτος που, παρά τη διαφορά των πολιτευμάτων, συνέχιζε αδιατάρακτα την πρόσδεση της Ελλάδας υπό το «αγγλικό δόγμα» και αντιμετώπιζε τη χώρα ως «ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης».

Ο Μεταξάς περιχαρής στο πλευρό του υπουργού προπαγάνδας του Χίτλερ, του Γκαίμπελς, κατά την επίσκεψη του τελευταίου στην Αθήνα, στις 21/9/1936…

 Αυτή ήταν η σχέση του Μεταξά με τον «πατριωτισμό».
Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για ένα καθεστώς που δολοφονούσε  εργάτες, όπως δολοφόνησε ο Μεταξάς τους καπνεργάτες το '36. Για ένα καθεστώς που διέπραξε το αδιανόητο: 

Παρέδωσε στην Γκεστάπο (και μάλιστα μετά από το ιστορικό γράμμα του Ζαχαριάδη) τους πραγματικούς πατριώτες, τους Έλληνες δημοκράτες και κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους, που ζητούσαν να πολεμήσουν τον εισβολέα. Που διέδιδε τα «φώτα του ελληνικού πολιτισμού» μέσω των πρακτικών του Έλληνα «Μέγκελε», του αρχιδολοφόνου (και κατοπινού βουλευτή της ΕΡΕ) Μανιαδάκη, δεξί χέρι του Μεταξά, που πολλές από τις μεθόδους του στα μπουντρούμια της 
Ασφάλειας εφαρμόστηκαν στα χιτλερικά στρατόπεδα και στα μπουντρούμια των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής. 

Δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με τον πατριωτισμό ένα καθεστώς, μέσω του οποίου, όπως ο ίδιος ο Μεταξάς έλεγε: «Η Ελλάδα έγινε ένα Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό...». Ένα καθεστώς που μετά τη στάση πληρωμών του 1932, κι ενώ η Ελλάδα πλήρωνε μετά από συμφωνίες με τους δανειστές το 30% των τόκων που χρωστούσε, εκείνο - το καθεστώς Μεταξά  - εξασφάλισε σε τοκογλύφους και κερδοσκόπους αποπληρωμές που έφτασαν μέχρι και το 43%. Δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με τον πατριωτισμό ένα καθεστώς που περιγράφεται ως εξής:

«Τα βασανιστήρια που εφάρμοσαν οι χαφιέδες της δικτατορίας (σ.σ.: του Μεταξά) εναντίον των αντιπάλων του καθεστώτος, των κομμουνιστών, σοσιαλιστών, δημοκρατικών, εναντίον των πρωτοπόρων εργατών, φοιτητών, αγροτών και διανοουμένων είναι πολύ δύσκολο να περιγραφούν. Το ρετσινόλαδο και ο πάγος ήταν από τις κυριότερες μεθόδους βασανισμού για την απόσπαση "ομολογιών" και "δηλώσεως μετανοίας". 

Το βασανιστήριο του ρετσινόλαδου εφαρμοζόταν περίπου με τον παρακάτω τρόπο: Στο τραπέζι του ανακριτή - βασανιστή υπήρχαν τρία ποτήρια, το ένα με 30 δράμια, το άλλο με 75 και το τρίτο με 100 δράμια ρετσινόλαδο. Αν ο ανακρινόμενος δεν ομολογούσε ή δεν υπέγραφε του έδιναν να πιει το πρώτο ποτήρι. Στην περίπτωση που αρνιόταν και έφερνε αντίσταση άρχιζαν το άγριο ξυλοκόπημα, τη φάλαγγα ή χρησιμοποιούσαν άλλες μεθόδους βασανισμού. 

Ύστερα από μισή ώρα, εφόσον ο αρχιβασανιστής - ανακριτής το έκρινε σκόπιμο, ακολουθούσε το δεύτερο στάδιο ανάκρισης και ο κρατούμενος έπινε το δεύτερο ποτήρι των 75 δραμιών. Αν η αντίσταση του κρατουμένου ήταν μεγάλη, ύστερα από ένα τετράωρο γινόταν και η τρίτη "ανάκρισις" και τον υποχρέωναν να πιει ένα ποτήρι των 100 δραμιών. 

Σ' αυτό το διάστημα και αρκετές ώρες ύστερα από την επενέργεια του καθαρτικού, ο κρατούμενος ήταν κλεισμένος στο κελί του και δεν του επέτρεπαν να πάει στο αποχωρητήριο αποτέλεσμα ήταν ότι ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος και το κελί, στο οποίο τον άφηναν κλεισμένο τέσσερις, πέντε και περισσότερες μέρες, αληθινός υπόνομος. Το δεύτερο βασανιστήριο ήταν η στήλη πάγου. Ανέβαζαν τον κρατούμενο στην ταράτσα της Ασφάλειας και τον υποχρέωναν να καθίσει γυμνός πάνω σε μια στήλη πάγου. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο με του ρετσινόλαδου. Ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος. 

Πολλές φορές οι βασανιστές τον υποχρέωναν να κάθεται τόση πολλή ώρα πάνω στον πάγο, ώστε ορισμένοι κρατούμενοι πάθαιναν κρυοπαγήματα (...). Άλλο βασανιστήριο ήταν τοτράβηγμα των νυχιών με τσιμπίδες. Σε άλλους έβαζαν σπίρτα στα νύχια και τα άναβαν ή τους έκαιγαν το κορμί με τσιγάρο. Άλλους τους χτυπούσαν με σακουλάκια άμμο στα πόδια. 

Το ξύλο και τα βασανιστήρια γίνονταν συνήθως στην ταράτσα της Γενικής ή Ειδικής Ασφάλειας για να μην ακούγονται οι φωνές του κρατουμένου (...). Οι βασανιστές του Κ. Μανιαδάκη χρησιμοποιούσαν και πολλά άλλα μέσα για να αποσπάσουν "ομολογίες" ή "δηλώσεις" και να υποτάξουν τους δημοκράτες στο φασιστικό καθεστώς. 

Μια μεσαιωνική μέθοδος βασανισμού που χρησιμοποιούσαν ήταν το σιδερένιο στεφάνι. Το περνούσαν στο κεφάλι του κρατουμένου και το έσφιγγαν σιγά σιγά όσο προχωρούσε η ανάκριση. Άλλο μέσο ήταν η περίφημη "πιπεριά" που προκαλούσε φοβερό άγχος στον κρατούμενο και η "γάτα" που καταξέσκιζε τις σάρκες. Η πιο συνηθισμένη μέθοδος ήταν η "φάλαγγα". Αφού επί ώρες έδερναν οι βασανιστές τον κρατούμενο στα πέλματα με δεμένα πόδια σ' ένα κρεβάτι ή μια καρέκλα, ύστερα τον υποχρέωναν να τρέχει ξυπόλυτος στην ταράτσα της Ασφάλειας. 

Η ίδια ομάδα βασανιστών στην Ασφάλεια χρησιμοποιούσε και μια ακόμα βάρβαρη μέθοδο: Αφού έκανε ράκος τον κρατούμενο από το ξύλο, τον περιέλουζε κατόπιν με κουβάδες βρώμικο νερό (...). 

Υπολογίζεται ότι εκτός από τους δεκάδες αγωνιστές που πέθαναν από τις κακουχίες στις φυλακές και τις εξορίες και τις εκατοντάδες που παραδόθηκαν από το ξενοκίνητο καθεστώς της 4ης Αυγούστου στους Γερμανοϊταλούς κατακτητές και εκτελέστηκαν, 12 τουλάχιστον δολοφονήθηκαν στην περίοδο της 4ης Αυγούστου κατά τον ίδιο τρόπο στα διάφορα φασιστικά κάτεργα. 

Γενική αρχή του καθεστώτος ήταν "σακατεύετε, αλλά μη σκοτώνετε". Οι αφηνιασμένοι βασανιστές δεν μπορούσαν πάντα να συγκρατήσουν το "ζήλο" τους σε ορισμένα όρια. Έπειτα, πολλές δολοφονίες έγιναν προμελετημένα, γιατί το καθεστώς ήθελε να "ξεπαστρέψει" και μερικούς για να φοβηθούν και να "σπάζουν" ευκολότερα οι άλλοι. Σε πολλές δεκάδες φτάνουν οι πολίτες που τρελάθηκαν, έγιναν φυματικοί ή ανάπηροι ή υπέφεραν για πολλά χρόνια ύστερα από τα βασανιστήρια (...)» (7).

Από τις τάξεις αυτού, του φασιστικού και δολοφονικού μεταξικού καθεστώτος, από τις τάξεις εκείνων που διόρισαν πρωθυπουργό τον Μεταξά το 1936, τους απόντες από το μεγαλειώδες «Όχι» του ελληνικού λαού στα βουνά, στις πόλεις και στα χωριά, βγήκαν οι δοσίλογοι, οι γερμανοτσολιάδες και οι ταγματασφαλίτες. Αυτοί που όταν ο ελληνικός λαός πολεμούσε και απελευθέρωνε τη χώρα από τους κατακτητές, εκείνοι έδιναν τον παρακάτω όρκο:

«Ορκίζομαι εις τον Θεόν τον άγιον τούτον όρκον, ότι θα υπακούω απολύτως ΕΙΣ ΤΑΣ ΔΙΑΤΑΓΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΑΔΟΛΦΟΥ ΧΙΤΛΕΡ. Θα εκτελώ πιστώς απάσας τας ανατεθεισομένας μοι υπηρεσίας και θα υπακούω άνευ όρων εις τας διαταγάς των ανωτέρων μου. Γνωρίζω καλώς, ότι διά μίαν αντίρρησιν εναντίον των υποχρεώσεών μου, τας οποίας διά του παρόντος αναλαμβάνω, θέλω τιμωρηθή ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ».
(Ο Όρκος των Ταγμάτων Ασφαλείας)…

«Με αρχηγούς Σαμαρινιώτη, τον Σαράφη και τον Άρη, ξεψυχάει ο αγκυλωτός του φασισμού…»


Αντίθετα, οι πραγματικοί πατριώτες, αυτοί που μαζί με τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού έδωσαν τον αγώνα για το ψωμί, την τιμή και τη λευτεριά του λαού, ήταν οι άλλοι. Και οι όρκοι τους ήταν αυτοί:

   «Εγώ, παιδί του Ελληνικού Λαού, ορκίζομαι ν’ αγωνιστώ πιστά στις τάξεις του ΕΛΑΣ για το διώξιμο του εχθρού από τον τόπο μας, για τις ελευθερίες του Λαού μας, κι ακόμα, να είμαι πιστός και άγρυπνος φρουρός προστασίας στην περιουσία και το βιός του αγρότη. Δέχομαι προκαταβολικά και την ποινή του θανάτου αν ατιμάσω την ιδιότητά μου ως πολεμιστής του Έθνους και του λαού και υπόσχομαι να δοξάσω και να τιμήσω το όπλο που κρατώ και να μην το παραδώσω εάν δεν ξεσκλαβωθεί η Πατρίδα μου και δεν γίνει ο Λαός νοικοκύρης στον τόπο του».
 (Ο Όρκος της πρώτης αντάρτικης ομάδας του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη που έγραψε ο Άρης Βελουχιώτης και δόθηκε το 1942 στη Γραμμένη Οξιά).

«Ορκίζομαι στον Ελληνικό Λαό και τη συνείδησή μου, ότι θ’ αγωνισθώ έως την τελευταία σταγόνα του αίματός μου για την πλήρη απελευθέρωση της Ελλάδας από τον ξένο ζυγό. Ότι θα αγωνιστώ για την περιφρούρηση των συμφερόντων του Ελληνικού Λαού και την αποκατάσταση και κατοχύρωση των ελευθεριών και όλων των κυριαρχικών δικαιωμάτων του. Για τον σκοπό αυτό θα εκτελώ ευσυνείδητα και πειθαρχικά τις εντολές και οδηγίες των ανωτέρων μου οργάνων και θ’ αποφεύγω κάθε πράξη που θα με ατιμάζη σαν άτομο και σαν αγωνιστή του Εργαζόμενου Ελληνικού Λαού».
(Ο Όρκος του Ελασσίτη, όπως δημοσιεύτηκε στον «Απελευθερωτή», όργανο της ΚΕ του ΕΛΑΣ,  Αθήνα 27 Απριλίου 1943)

Αυτοί ήταν οι πατριώτες που είπαν το «Όχι» στην Κατοχή. Αυτοί, οι κυνηγημένοι από το καθεστώς Μεταξά πριν τον πόλεμο, οι κυνηγημένοι ΕΑΜίτες από το μετά Βάρκιζα και από το μετεμφυλιακό καθεστώς. Αυτοί ήταν που όταν χρειάστηκε έδειξαν το πώς οι πατριώτες αγαπούν την Ελλάδα. Όπως ακριβώς το είχε πει ο Μπελογιάννης στους στρατοδίκες του:
 «Με την καρδιά τους και με το αίμα τους».  

****
(1) Φοίβου Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1909 - 1940», εκδόσεις Κ. Καπόπουλος, τόμος 4ος, σελ. 344
(2)  «Ιστορία Ελληνικού Εθνους», «Εκδοτική Αθηνών» τόμος ΙΕ, σελ. 335-338
(3)  Γ. Ανδρικόπουλου: «Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού», εκδόσεις «ΔΙΟΓΕΝΗΣ», σελ 25
(4)  «Τα Μυστικά Αρχεία του Φόρεϊν Οφφις», ΒΙΠΕΡ, εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», σελ. 76
(5) Ιωάννου Μεταξά:  «Ημερολόγιο», εκδόσεις «Γκοβόστης», τόμος Δ', σελ. 467
(6) Ιωάννου Μεταξά: «Ημερολόγιο», τόμος Δ', σελ. 77.

(7) Σπύρου Λιναρδάτου, «Η 4η Αυγούστου», εκδόσεις «Θεμέλιο»

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Γαλλία: Μαθητικές καταλήψεις ενάντια στο ρατσισμό

Η υπόθεση Λεονάρντα Ντιμπράνι στη Γαλλία είναι το πιο πρόσφατο καμπανάκι κινδύνου για το πού οδηγούν οι επιλογές των κυβερνήσεων της Ευρώπης-Φρούριο. Η 15χρονη Λεονάρντα βρισκόταν με το σχολείο της σε εκδρομή, όταν η αστυνομία επικοινώνησε με τους καθηγητές της.

Η Λεονάρντα έπρεπε να απελαθεί και γι’αυτό έπρεπε να περάσει επί τόπου στα χέρια της αστυνομίας. Κυριολεκτικά απήχθη από το σχολείο της και απελάθηκε στη Μιτρόβιτσα στο Κόσοβο, μαζί με την οικογένειά της.

Η οικογένεια Ντιμπράνι είναι Ρομά. Από το Κόσοβο κατάγεται μόνο ο πατέρας της οικογένειας. Τα υπόλοιπα επτά μέλη δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το Κόσοβο και δεν μιλάνε αλβανικά. Η μητέρα γεννήθηκε στη Σικελία. Τα περισσότερα παιδιά γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ιταλία. 

Μόνο το μωρό της οικογένειας, 1,5 έτους, γεννήθηκε στη Γαλλία, όπου τα τελευταία χρόνια η οικογένεια προσπαθεί να πάρει άσυλο. Η Λεονάρντα παρακολουθούσε κανονικά τα μαθήματά της στα γαλλικά, έχοντας πάρει πιστοποιητικό γαλλικής γλώσσας. Δηλαδή, μια οικογένεια οχτώ ανθρώπων, από τους οποίους οι επτά έχουν γεννηθεί εντός των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απελαύνεται στα Βαλκάνια, εκτός ΕΕ, σε ένα άγνωστο γι’ αυτούς μέρος, σε μια χώρα της οποίας δεν μιλάνε τη γλώσσα.

Η κοινότητα των Ρομά έχει μετατραπεί στον αποδιοπομπαίο τράγο των γαλλικών κυβερνήσεων από την εποχή του Σαρκοζί. Το 2010 ο Σαρκοζί οργάνωσε εκστρατείες καταστροφής εκατοντάδων καταυλισμών, με την αστυνομία να εισβάλλει, να διαλύει όλα τα καταλύματα, να καίει ό,τι απέμενε και να αφήνει τους ανθρώπους στο έλεος της μοίρας τους με τις οικογένειες να ψάχνουν να βρουν ο ένας τον άλλον. Οι καταυλισμοί έπρεπε να εκκενωθούν μετά από μήνυμα της αστυνομίας που κάποιες φορές έδινε προθεσμία μισής ώρας. Και τότε υπήρχαν άνθρωποι που απελάθηκαν αφήνοντας συντρόφους ή παιδιά από την άλλη μεριά των συνόρων.

Η ρατσιστική εκστρατεία κατά των Ρομά δεν έσωσε τον Σαρκοζί. Όσο κι αν προσπάθησε να βάλει στο κέντρο της ατζέντας τον νόμο και την τάξη, ήταν η αντίσταση στους χώρους δουλειάς και στη νεολαία που καθόρισε τις εξελίξεις. Η κυβέρνηση Ολάντ-Ερό που υποτίθεται εκλέχθηκε εκπροσωπώντας το... ανθρώπινο πρόσωπο της ευρωπαϊκής πολιτικής, επιλέγει να συνεχίσει στο ίδιο επικίνδυνο μονοπάτι. Στην ισλαμοφοβική πολιτική έχει ήδη ξεπεράσει τον Σαρκοζί, επιβάλλοντας νέα, ακόμη πιο καταπιεστικά μέτρα σε βάρος των μουσουλμάνων. Οι γυναίκες με μαντίλα, για παράδειγμα, δεν μπορούν καν να συνοδεύσουν τα παιδιά τους σε σχολικές εκδρομές. Τώρα, ο Ολάντ κλιμακώνει τις επιθέσεις και σε βάρος των Ρομά.

Η Λεπέν μεταμφιέζεται

Μετά από όλα αυτά, δηλώνουν έκπληκτοι και ανήσυχοι γιατί το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν έχει επανεμφανιστεί δυναμικά, με τις δημοσκοπήσεις να το βάζουν στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων. Πρόσφατα, ο υποψήφιος των φασιστών κέρδισε στις τοπικές εκλογές σε δήμο στα νοτιοανατολικά της χώρας, έχοντας αντίπαλο στο δεύτερο γύρο τον υποψήφιο της δεξιάς. 

Το Εθνικό Μέτωπο υπό την ηγεσία της Λεπέν βρίσκεται σε διαδικασία αλλαγής του προφίλ του. Η Λεπέν κάνει τα πάντα για να διαχωριστεί από την ανοιχτά φασιστική κληρονομιά του πατέρα της, έχει κάνει στροφή προς μεγαλύτερη κριτική απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη λιτότητα, ενώ θέλει να παρουσιάσει το κόμμα της ως κόμμα του «μεσαίου χώρου». Το επιχείρημα του Εθνικού Μετώπου είναι «δεν είμαστε φασίστες και ακραίοι. Απλώς λέμε ανοιχτά αυτά που τα άλλα μεγάλα κόμματα λένε με μισόλογα και φοβούνται να υλοποιήσουν».

Ο Μανουέλ Βαλς, ο Υπουργός Εσωτερικών του Ολάντ, συμβολίζει όλο αυτό το ιδεολογικό κατρακύλισμα προς το ρατσισμό, που τροφοδοτεί τους φασίστες της Λεπέν. Ο Βαλς παρουσιάζεται εδώ και καιρό ως ο πιο δυναμικός πολιτικός της Γαλλίας, με τα υψηλότερα νούμερα δημοτικότητας. Θεωρείται ο άνθρωπος κλειδί πίσω από την απόφαση για την απέλαση της Λεονάρντα με τέτοιο κινηματογραφικό τρόπο. Το μήνυμα που στέλνει ο Βαλς είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει κανένα «ιδεολογικό» δισταγμό να κάνει όποια ρατσιστική αθλιότητα χρειαστεί. Έστειλε ταυτόχρονα μήνυμα προς τα συνδικάτα, και ιδιώς προς τους εκπαιδευτικούς, ότι δεν τον απασχολούν οι ευαισθησίες και οι διαμαρτυρίες τους.

Ο Βαλς και η υπόλοιπη δεξιά πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος έχουν την αυταπάτη ότι με αυτόν τον τρόπο βάζουν φρένο στην άνοδο του Εθνικού Μετώπου. Στην Ελλάδα έχουμε εμπειρία για το πώς λειτουργεί αυτό το πάρε-δώσε με τους φασίστες με τις κυβερνήσεις που ισχυρίζονταν ότι με περισσότερα ρατσιστικά μέτρα κατά των μεταναστών θα κόβονταν οι δυνατότητες για τους Χρυσαυγίτες. Ο Λοβέρδος, ο Χρυσοχοΐδης, ο Δένδιας άνοιξαν το δρόμο για τους νεοναζί. Ο Βαλς βαδίζει στον ίδιο δρόμο.

Δολοφονία

Τον περασμένο Ιούνη, ένας αριστερός φοιτητής, ο Κλεμάν Μερίκ, δολοφονήθηκε στη μέση του δρόμου στο Παρίσι, από μια φασιστική συμμορία που έχει σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή. Μέσα στο κλίμα του ρατσισμού, και της προσπάθειας «ευπρεπισμού» της Λεπέν, απέκτησαν αξιώσεις και οι νεοναζί των δρόμων.

Ο Ολάντ, κάτω από την κατακραυγή που ξεσηκώθηκε σε ολόκληρη τη Γαλλία μετά την απέλαση, προσπάθησε να εμφανιστεί πιο «διαλλακτικός», καταφέρνοντας να προκαλέσει ακόμη περισσότερο. Έδωσε το «δικαίωμα» στη Λεονάρντα να επιστρέψει και να συνεχίσει τα μαθήματά της, αφήνοντας όμως την οικογένειά της στο Κόσοβο.

Οι καταλήψεις που ξέσπασαν σε γαλλικά σχολεία με αφορμή την υπόθεση της Λεονάρντα είναι η καλύτερη απάντηση. Πρώτα απ’όλα αποστομώνουν αυτούς που λένε πως οι ρατσιστικές επιλογές της κυβέρνησης Ολάντ υπακούουν απλώς στις διαθέσεις της «κοινής γνώμης». Σε δεκάδες σχολεία το άμεσο αντανακλαστικό απέναντι στην είδηση ότι μια μαθήτρια απελάθηκε ήταν να βγουν στους δρόμους, να διαδηλώσουν και να καταλάβουν τα κτίρια. Αυτή είναι η πρόκληση και για τη συνέχεια. 

Η επιστροφή του κινήματος στη νεολαία και τους εργατικούς χώρους μαζί με τον αντιφασισμό μπορεί να διαλύσει την κυβέρνηση που προσπαθεί να κρύψει τις παταγώδεις αποτυχίες της καταφεύγοντας στο ρατσισμό.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Οι Χρυσαυγίτισσες..

«Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων».

«Η υποτιθέμενη απελευθέρωση της γυναίκας την αποπροσανατόλισε και από την πραγματική ουσία του υψίστου ρόλου της, την Μητρότητα. Δηλαδή την υποχρέωση και την ύπατη τιμή, να φέρει στον κόσμο και ν’ αναθρέψει τα νέα βλαστάρια στον κορμό της Φυλής, ώστε να γεφυρώσει μέσω του παρόντος , το παρελθόν και το μέλλον. Πιστεύουμε ότι η Μητρότητα είναι ένα ιερότατο καθήκον».

«Η Φυλή αποτελεί υπέρτατη Αξία του Κινήματός μας. Αυτή καθορίζει την έννοια της εθνικότητος. Πολιτισμός, ομογλωσσία, θρησκεία δεν είναι παρά δευτερεύοντα εποικοδομήματα, που βρίσκουν την πνευματική τους ολοκλήρωση μόνο μέσα στην κοινότητα των ομόαιμων ατόμων».

Όσον αφορά τις γυναίκες, η έννοια της «φυλής» έχει ιδιαίτερο βάρος γιατί συνδέεται με το βασικό τους -σύμφωνα με τη ΧΑ- καθήκον, τη μητρότητα.

«Το πρώτιστο καθήκον που πράττει κάποιος για το Έθνος του είναι αυτό που έχει ορίσει η Φύση και για τα δύο φύλα, δηλαδή η τεκνοποιία και η σωστή διαπαιδαγώγηση των τέκνων αυτών».

«Η έκτρωση είναι έγκλημα κατά της φυλής» και για το λόγο αυτό η ΧΑ υποστηρίζει την απαγόρευσή της με νόμο. Έτσι, αν ήταν κυβέρνηση η ΧΑ, οι μέθοδοι αντισύλληψης θα ήταν απαγορευμένες κι οι εκτρώσεις παράνομες. Αν μια γυναίκα έμενε έγκυος δε θα είχε την επιλογή να κάνει έκτρωση.

Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό το επιχείρημα με το οποίο η Ε. Ζαρούλια υποστήριξε στη Βουλή την υποχρεωτική στράτευση ανδρών και γυναικών στα 18 τους χρόνια, σύμφωνα με το οποίο η μη στράτευση αποτελεί «διάκριση κατά των γυναικών».

Αυτή είναι ενδεικτικά, η ιδεολογική φαρέτρα των γυναικών της Χρυσής Αυγής οι οποίες έχουν συστήσει το «Μέτωπο Γυναικών» και η οποία αποτυπώνεται στην «Ιδεολογική Βιβλιοθήκη Μετώπου Γυναικών» της Χρυσής Αυγής.

Τα 3 «Κ» της ναζιστικής Γερμανίας Kinder, Kuche und Kirche, δηλαδή παιδιά, κουζίνα και εκκλησία, είναι το ιδεολογικό πεδίο μέσα στο οποίο οριοθετείται η θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

Εργαλείο των Ναζί ο αναπαραγωγικός ρόλος των γυναικών που συνδυάστηκε με τον αντισημιτισμό και την εμμονή στην υποτιθέμενη «μόλυνση της γερμανικής φυλής» τότε από τους Εβραίους και τώρα από τους μετανάστες.

Οι γυναίκες αντιμετωπίστηκαν ως μηχανές αναπαραγωγής, ως εκτροφείς «φυλετικά καθαρών» παιδιών και μια σειρά μέτρα πάρθηκαν για τη διαπαιδαγώγησή τους στο ρόλο αυτό. Οι εκτρώσεις ήταν παράνομες.

Από την άλλη, όμως, ήταν οι αναγκαστικές στειρώσεις στις οποίες υποβλήθηκε ένας αριθμός γυναικών, που δεν θεωρήθηκαν «φυλετικά καθαρές », που θεωρήθηκαν φορείς κληρονομικά μεταδιδόμενων ασθενειών και η εφαρμογή της «ευγονικής», την οποία βάφτιζαν «δημογραφική πολιτική».

Στα φασιστικά- ναζιστικά καθεστώτα ολόκληρο το «έθνος» υπηρετεί τους καπιταλιστές. Γι’ αυτό απαγορεύτηκαν οι απεργίες, αφαιρέθηκαν τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, καταργήθηκαν όλα τα δημοκρατικά δικαιώματα, χρησιμοποιήθηκαν εργάτες-σκλάβοι. Την ίδια ώρα σκότωναν τα άτομα με αναπηρίες (γιατί δεν μπορούσαν να δουλέψουν και να είναι παραγωγικά για τους καπιταλιστές) επέβαλλαν τη σιδερένια στρατιωτική πειθαρχεία (για να μην μπορεί να αναπτύσσεται η ανθρώπινη προσωπικότητα).

Η ανισοτιμία των γυναικών είναι απαραίτητη για να μπουν όλοι και όλα στην υπηρεσία των Καπιταλιστών, όχι μόνο για να αποτελούν διαχρονικά το φτηνό και ευέλικτο εργατικό δυναμικό αλλά να υποκαθιστούν την υποχρέωση του κράτους για κοινωνική πολιτική, που έχει να κάνει με τα παιδιά, τους ασθενείς, τους γέροντες. Η ισότητα γίνεται λάστιχο ανάλογα με τις κατά καιρούς ανάγκες αυτών που κατέχουν τον παραγόμενο πλούτο και την εξουσία.

Δεν είναι τυχαίο το εξισωτικό περιεχόμενο που δίνουν ΕΕ και αστικές κυβερνήσεις στην έννοια της «ισότητας», στην «ίση μεταχείριση», στη βάση του οποίου έχουν καταργηθεί μια σειρά θετικές ρυθμίσεις για την εργασία και τη συνταξιοδότηση των γυναικών.

Αξιοποιείται επίσης η δράση της από ορισμένους σαν αφορμή για να αναπαράγουν τη θεωρία των «άκρων», να εξισώσουν τις φασιστικές συμμορίες και την εγκληματική τους δράση με το οργανωμένο λαϊκό κίνημα και τις διεκδικήσεις του. Στην υπηρεσία αυτού του στόχου απαραίτητα και τα 3 «Κ» της ναζιστικής Γερμανίας , που ακολουθούνται ατόφια από την Χρυσή Αυγή και το «Μέτωπο Γυναικών» της.

Η παρέμβαση της ΧΑ στις γυναίκες της λαϊκής οικογένειας αποτελεί παράλληλα παρέμβαση και στα παιδιά της. Η πλευρά αυτή είναι σημαντική, μιας και η ΧΑ στοχεύει στην προσέλκυση τμημάτων της νεολαίας.

Η συμμετοχή των γυναικών της λαϊκής οικογένειας στο εργατικό–λαϊκό κίνημα μπορεί να ανοίξει το δρόμο και στα παιδιά, ακόμα και των μικρότερων ηλικιών, ώστε να έρθουν σε επαφή με την ιστορική πείρα από την πάλη ενάντια στο φασισμό, να γνωρίσουν ποιοι πρωτοστάτησαν σε αυτή στη χώρα μας και διεθνώς, ποιοι συνεργάστηκαν με τους Ναζί, φανερά ή υπόγεια. Η ανάγκη να παίξει το λαϊκό κίνημα (ριζοσπαστικό γυναικείο, το γονεϊκό, δυνάμεις που υπάρχουν στο χώρο των εκπαιδευτικών), τέτοιο ρόλο, με δεδομένη τη διαστρέβλωση που υπάρχει στα σχολικά βιβλία όσον αφορά τα ιστορικά γεγονότα και τα συμπεράσματα.

Η επαφή των παιδιών με τις αξίες της συλλογικότητας, του αγώνα, της ταξικής λαϊκής αλληλεγγύης, της ισοτιμίας των φύλων, μέσα από τη συμμετοχή των γονιών και συγκεκριμένα των μητέρων στο λαϊκό κίνημα, τους παρέχει ζωντανό παράδειγμα και τα διαπαιδαγωγεί, ώστε να μην πέφτουν θύματα της ρατσιστικής και ναζιστικής προπαγάνδας, αλλά να μπορούν να την αποκρούουν.


Όρος και προϋπόθεση είναι η συνεχής προσπάθεια να γίνεται κατανοητό ότι η αιτία που δημιουργεί το φασισμό και το ναζισμό δεν είναι άλλη από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και -επομένως- η πάλη ενάντιά του πρέπει να είναι πάλη ενάντια στη ρίζα του, ο αγώνας για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Κύπρος: Mνημόνια, συνδικαλιστική γραφειοκρατία και ο αναδυόμενος αντικαπιταλισμός

Μέρος από το άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ροσινάντε στην Ελλάδα.

Η παγόσμια καπιταλιστική κρίση και οι πολιτικές λιτότητας για την διάσωση των τραπεζών, έπληξαν πολύ σκληρά την εργατική τάξη και τον λαό στην Κύπρο, καθώς τα μνημονιακά μέτρα κυβερνήσεων και τρόικας σαρώνουν τα πάντα. 

Αρχικά έστρωσε τον δρόμο η προηγούμενη κυβέρνηση Χριστόφια και ΑΚΕΛ με την απόφαση της να υποταχθεί στην τρόικα και να θέσει την Κύπρο σε καθεστώς μνημονίου. Έτσι επέβαλε τα πρώτα αντεργατικά μέτρα όπως μειώσεις μισθών, κόψιμο της ΑΤΑ, περικοπές κοινωνικών δαπανών, φορολογίες και έκτακτες εισφορές, προσαρμόζοντας την πολιτική της στους όρους του μνημονίου που συμφώνησε πριν ακόμη υπογραφεί!  

Χαρακτηριστικό της αυταρχικής πολιτικής της κυβέρνησης ήταν το νομοσχέδιο που πέρασε(με ψήφους και του ΑΚΕΛ!) για περιορισμό των απεργιών σε όλους τους εργαζομένους στα αεροδρόμια με αφορμή τις απεργιακές κινητοποιήσεις των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας!

Το αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών ήταν η εκλογική ήττα του ΑΚΕΛ στις προεδρικές εκλογές πριν δύο μήνες με τον «κεντρώο» και τεχνοκράτη Σταύρο Μαλά ως υποψήφιο και η επικράτηση του υποψήφιου της δεξιάς Νίκου Αναστασιάδη, εκφραστή των πιο επιθετικών κύκλων του κυπριακού και παγκόσμιου κεφαλαίου.

Η νέα κυβέρνηση συμφώνησε όπως είναι γνωστό σε μεγάλο κούρεμα στις καταθέσεις πάνω από 100 χιλιάδες ενώ αρχικά είχε συναινέσει και σε ολικό κούρεμα καταθέσεων αλλά δεν πέρασε από την κυπριακή βουλή. Τελικά όμως όλα τα κόμματα συμφώνησαν στα σφαγιαστικά μνημονιακά μέτρα που προωθεί η κυβέρνηση τα οποία σημαίνουν   απολύσεις, μειώσεις μισθών και συντάξεων, φορολογίες, διάλυση της όποιας δημόσιας και δωρεάν υγείας και παιδείας.

Ακόμα χάνονται τα ταμεία προνοίας από το κούρεμα καταθέσεων. Τα ταμεία προνοίας αφορούν αποκοπές που γίνονταν από το μισθό των εργαζομένων κάθε μήνα με στόχο να πάρουν ένα εφάπαξ ποσό κατά την αφυπηρέτηση τους. Τα ποσά αυτά συνήθως είναι από μερικές χιλιάδες ευρώ μέχρι και πάνω από 100,000 ευρώ ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας και το μισθό. Έτσι ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των δικαιούχων δεν παίρνει πάνω από 100,000 χιλιάδες και θα έπρεπε να εξαιρεθούν από το κούρεμα, αντιμετωπίζονται σαν ένα ενιαίο ταμείο και θα κουρευτούν.

Όλα αυτά εξόργισαν και ξεσήκωσαν τον κόσμο που βγήκε στους δρόμους πολιορκώντας για μέρες το προεδρικό και την βουλή απαιτώντας όχι μόνο να πάρουν πίσω τα μέτρα αλλά να φύγει η τρόικα και να ανατραπούν οι μνημονιακές πολιτικές. Αυτό έπαιξε και μεγάλο ρόλο στο να πει η βουλή όχι αρχικά στις συμφωνίες της νέας κυβέρνησης με την τρόικα.

Όμως με δεδομένη την υποταγή και συναίνεση όλων των κομμάτων στο μνημόνιο, την απουσία ενός μαζικού συγκροτημένου ριζοσπαστικού πολιτικού φορέα που να συγκρουστεί με τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του κεφαλαίου και τον ξεπουλημένο συνδικαλισμό, οι κινητοποιήσεις απομαζικοποιήθηκαν τώρα και μειώθηκαν αφού δεν είχαν ξεκάθαρο προσανατολισμό και προοπτική παρόλο που έμπαιναν αιτήματα από μεγάλος μέρος των διαδηλωτών ακόμα και για έξοδο από το ευρώ αλλά και την εε.

Αυτό οφείλεται σε δύο κυρίως παράγοντες εκτός από όσα προαναφέρθηκαν. Πρώτο στην ανυπαρξία ενός μαχητικού εργατικού ταξικού κινήματος ικανού να συγκρουστεί και να ανατρέψει τις πολιτικές των κυρίαρχων και δεύτερο η αδυναμία του ευρύτερου αντικαπιταλιστικού χώρου να συμβάλει δυναμικά στη συγκρότηση κοινωνικών αντιστάσεων και πολιτικής ανυπακοής μέσω μιας στρατηγικής συμμαχιών και πολύμορφων δράσεων που να μπορούν να δημιουργήσουν ρήγματα στην εξουσία των καπιταλιστών.

Σε ότι αφορά την κατάσταση στους εργασιακούς χώρους σήμερα, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, καθώς ο ολοκληρωτικός έλεγχος τους από τις κομματικές γραφειοκρατίες, τις έχουν μετατρέψει σε κομματικά όργανα όπου οι βολεμένες ηγεσίες προωθούν τον πελατειακό και ξεπουλημένο διαχειριστικό συνδικαλισμό, που συνήθως συμβιβάζεται ή ακόμα και ταυτίζεται με τα εργοδοτικά συμφέροντα. Ενίοτε αυτός ο συνδικαλισμός παίρνει και χαρακτήρα κυβερνητικό, υποτασσόμενος πλήρως στη κρατική πολιτική, ανάλογα με το ποιο ή ποια κόμματα βρίσκονται στη κυβέρνηση.

Αυτό συμβαίνει γιατί στην Κύπρο ανέκαθεν τα συνδικάτα λειτουργούσαν σαν κομματικές παρατάξεις. Η μεγαλύτερη συνδικαλιστική παράταξη είναι η ΠΕΟ (Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία) που πρόσκειται στο ΑΚΕΛ, ακολουθεί η ΣΕΚ (Συνομοσπονδία Εργατών Κύπρου) που πρόσκειται στο ΔΗΣΥ και την ευρύτερη δεξιά και η ΔΕΟΚ που είναι κομμάτι του σοσιαλδημοκρατκού κόμματος ΕΔΕΚ. Δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ανεξάρτητα σωματεία ούτε πρωτοβάθμια οργανωμένα από τα κάτω. Από την άλλη όμως περίπου το 50% των εργαζομένων είναι μέλη σε συνδικάτα, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο στην Ελλάδα. Και στην Κύπρο όμως το ποσοστό συνεχώς πέφτει (το 1980 ήταν οργανωμένο το 80%)!

Στον ευρύτερο δημόσιο και τραπεζικό τομέα όλοι σχεδόν είναι οργανωμένοι και αυτό αποτυπώθηκε και στις πρόσφατες κινητοποιήσεις όπου οι εργαζόμενοι στις τράπεζες που προφανώς κτυπήθηκαν σκληρά από τα μέτρα κυβέρνησης-τρόικας, κατέβηκαν κατά χιλιάδες στους δρόμους και ητάν μάλιστα οι μόνοι που απεργούσαν! Αρκετές απεργίες πραγματοποίησαν τα τελευταία 2 χρόνια και εργαζόμενοι στο δημόσιο αφού έγιναν μεγάλες περικοπές και απολύσεις στο δημόσιο.

Στον ιδιωτικό τομέα υπάρχει αρκετά μεγάλη συνδικαλιστική οργάνωση στους δύο μεγάλους κλάδους, τους οικοδόμους και τους ξενοδοχουπαλλήλους με περίπου 50%. Και εδώ έγιναν αρκετές απεργίες καθώς ο εργοδοτικός αυταρχισμός είναι έντονος, υπάρχουν συνεχώς παραβιάσεις συλλογικών συμβάσεων, τσάκισμα εργατικών κεκτημένων και δικαιωμάτων και απολύσεις. Όμως δεδομένης της άθλιας κατάστασης που επικρατεί σχετικά με τις εργασιακές συνθήκες και εδώ τα συνδικάτα υποτάχθηκαν στα συμφέροντα των αφεντικών αφού οι απεργίες ήταν περιορισμένες και αποσπασματικές και το αποτέλεσμα ήταν να υποκύψουν τελικά στους εκβιασμούς και τις απαιτήσεις των εργοδοτών.  

Ακόμα κι όταν οι οικοδόμοι ξεπέρασαν τα όρια της ξεπουλημένης ηγεσίας και απέργησαν 20 συνεχόμενες μέρες τον φεβρουάριο, (η δεύτερη μεγαλύτερη απεργία στον κλάδο μετά το 1948) τελικά η ηγεσία τους παραχώρησε στους εργοδότες πολύ περισσότερα απ όσα κέρδισε, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα έντιμο συμβιβασμό!

Ιστορικά τα συνδικάτα από τότε που άρχισαν να οργανώνονται στην Κύπρο την δεκαετία του 1920 και μέχρι τέλη της δεκαετίας του 1940, είχαν αναπτύξει μαζικές και δυναμικές μορφές πάλης, κυρίως λόγω της μαχητικότητας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου (1926-41) αλλά και στη συνέχεια του ΑΚΕΛ που μέχρι τότε είχε ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά.

Το 1948 έγινε η μεγαλύτερη σύγκρουση εργαζομένων με δυνάμεις του κεφαλαίου και της τότε αποικιοκρατίας σε απεργία. Όταν ξέσπασαν απεργίες των μεταλλωρύχων οι οποίες ήταν και δικοινοτικές (τότε πολλοί τουρκοκύπριοι ήταν μέλη της ΠΕΟ)  οι δεξιές συντεχνίες ουσιαστικά κάλυπταν τους απεργοσπάστες, η αστυνομία πυροβόλησε εκδηλώσεις των απεργών και αυτόνομες ομάδες εργατών χρησιμοποίησαν δυναμίτες και συγκρούστηκαν ενάντια στην εταιρεία, τους αποικιοκράτες και τους απεργοσπάστες.

Όμως σταδιακά από τότε μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα με τη συγκρότηση του κυπριακού κράτους και ακόμα πιο έντονα μετά τον πόλεμο το 1974, τα συνδικάτα απώλεσαν εντελώς τον αγωνιστικό τους χαρακτήρα, οι ηγεσίες ενσωμάτωσαν την αντίληψη των διαταξικών συμφερόντων και της ταξικής συνεργασίας και υποτάχτηκαν ολοκληρωτικά στην αστική νομιμότητα. Χαρακτηριστική μια ανακοίνωση της ΠΕΟ πριν ένα χρόνο περίπου όταν αποδεσμεύτηκε από τα απεργιακά μέτρα του συνδικάτου των δημοσίων υπαλλήλων (ΠΑΣΥΔΥ) ενάντια σε πολιτικές λιτότητας της κυβέρνησης Χριστόφια, όπου καλούσε τους βουλευτές ψηφίζοντας τα μέτρα να συμβάλουν «δημιουργικά» στην μείωση της έντασης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος.

Όλα αυτά καθιστούν επιτακτική την ανάγκη να ανασυγκροτηθεί άμεσα το εργατικό κίνημα σε κατεύθυνση σύγκρουσης με το κεφάλαιο προωθώντας αποφασιστικές μορφές πάλης με απεργίες καταλήψεις και δυναμικές κινητοποιήσεις.

Γι αυτό ο ευρύτερος αντικαπιταλιστικός χώρος κυρίως οργανώσεις της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς και ομάδες του αντιεξουσιαστικού χώρου προσπαθούν να συμβάλουν στην δημιουργία σωματείων βάσης όπου θα λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά με γενικές συνελεύσεις και θα έχουν ταξική σύνθεση, δεν θα έχουν θέση εκεί στελέχη καθεστωτικών κομμάτων ή αφεντικά. Σωματεία που δεν θα προωθούν μόνο αιτήματα για τον κλάδο τους αλλά θα αποτελούν διαφωτιστικό όργανο για τη πολιτική και κοινωνική αυτομόρφωση των μελών τους.

Γενικότερα ο αντικαπιταλιστικός χώρος στην Κύπρο παρόλο που δεν είναι ακόμα ιδιαίτερα μαζικός, τα τελευταία χρόνια ισχυροποιείται και παρουσιάζει μια δυναμική καθώς υπάρχει μια συσσωρευμένη πείρα από τους κοινωνικούς αγώνες που έχουν προηγηθεί, όχι μόνο το τελευταίο διάστημα αλλά και καθ όλη την διάρκεια της πενταετούς θητείας του Χριστόφια. 

Χρειάζεται όμως να κτιστεί ένα ευρύτερο μέτωπο συσπείρωσης από ομάδες πρωτοβουλίες και ανένταχτους αγωνιστές στη βάση ενός ανατρεπτικού πολιτικού περιεχομένου. Αυτό θα ενδυναμώσει ακόμα περισσότερο τον ευρύτερο ριζοσπαστικό χώρο, θα βοηθήσει να ξεπεραστούν αδυναμίες και να συγκροτηθεί ένα πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο αντίστασης που θα παλεύει ξεκάθαρα όχι μόνο για ανατροπή των μνημονίων, τρόικας, κυβέρνησης, απαλλαγή από ευρώ-εε αλλά και θα βάλει την προοπτική της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής ανατροπής.

Γιάννης Σωκράτους