Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Οι Λαοί της Μεσογείου δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα από την ένταση των ανταγωνισμών στην περιοχή

Κείμενο του ΝΑΡ (Νέο Αριστερό Ρεύμα) στην Ελλάδα:



Μόνο ανησυχητικές για τους λαούς της περιοχής μπορούν να χαρακτηριστούν οι πρόσφατες εξελίξεις στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, με την ένταση στις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ, τις απειλές της Άγκυρας εναντίον της Κύπρου σχετικά με την εκμετάλλευση της δικής της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), την αποστολή τουρκικών σκαφών (με στρατιωτική συνοδεία) για αναζήτηση κοιτασμάτων κοντά στο Καστελόριζο. 
Αλλά και την ταυτόχρονη ευθυγράμμιση της ελληνικής και της κυπριακής κυβέρνησης με τους ιμπεριαλιστές του Ισραήλ, με νέες συμφωνίες αγοράς όπλων από τους σιωνιστές δολοφόνους και τις στενές επαφές Τελ Αβίβ και Αθήνας για κοινή στάση απέναντι στην Τουρκία και ξεκίνημα των γεωτρήσεων στην περιοχή.Η ενεργοποίηση ναυτικών πολεμικών δυνάμεων και η όξυνση της πολιτικής και διπλωματικής έντασης είναι επικίνδυνα παιχνίδια των αστικών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και συμφερόντων σε βάρος των λαών, των εργαζόμενων και των νέων της ευρύτερης περιοχής.


Πρόκειται για μια αντιπαράθεση διαφορετικών οικονομικών συμφερόντων για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου και ορυκτού πλούτου της περιοχής. Ταυτόχρονα, η όξυνση των ανταγωνισμών και η στροφή προς την πολεμική βία είναι αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης και της προσπάθειας των αστικών κυβερνήσεων να ποδηγετήσουν το λαό που αντιδρά στην επίθεση στα δικαιώματά του.
.
Στόχος της τουρκικής αστικής τάξης και της κυβέρνησής της, είναι να πάρουν ένα λεόντειο κομμάτι από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής, η ισχυροποίηση της παρουσίας τους στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, σε βάρος των ανταγωνιστών τους. Τον ίδιο φυσικά στόχο έχουν και οι Ισραηλινοί που χρόνια τώρα αποτελούν το «χωροφύλακα» και στρατιωτική μηχανή των ιμπεριαλιστών στην ευρύτερη περιοχή, σε βάρος των λαών της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου. 

Στις γεωτρήσεις που ξεκινούν στην ΑΟΖ της Κύπρου συμμετέχουν ισραηλινές και αμερικανικές εταιρείες με ισχυρά συμφέροντα και φυσικά η ίδια η ΕΕ, που στα πλαίσια της οικονομικής διακυβέρνησης επιχειρεί επέκταση στις αγορές της Β. Αφρικής, (βλέπε και εξελίξεις στη Λιβύη). Μέσα σε όλα αυτά φυσικά οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, που με τους βομβαρδισμούς και τις επεμβάσεις (όπως στη Λιβύη) και τις πολιτικές πιέσεις και επαφές προωθούν τους σχεδιασμούς τους για μια «νέα Μέση Ανατολή» με φιλοδυτικά καθεστώτα και κυβερνήσεις.

Επικίνδυνη είναι η στάση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία έχει επιλέξει τη στρατηγική συμμαχία με τους ισραηλινούς δολοφόνους, υπογράφοντας οικονομικές συνεργασίες, πραγματοποιώντας κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, αγοράζοντας όπλα και πυρομαχικά, και στηρίζοντας τις επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας, όπως πρόσφατα με την απαγόρευση απόπλου του «Στόλου της Ελευθερίας» από τα ελληνικά λιμάνια προς τη Γάζα. Αλλά και η κυπριακή κυβέρνηση Χριστόφια έχει επιλέξει ως στενό σύμμαχό της του Ισραηλινούς ιμπεριαλιστές. Τίποτα το καλό δεν πρόκειται να προκύψει για τον ελληνικό και κυπριακό λαό από τη συνεργασία αυτή. Το όποιο φυσικό αέριο θα το κουρσέψουν οι μεγάλες πολυεθνικές και για τους εργαζόμενους θα μείνουν οι πολεμικοί κίνδυνοι και τραγωδίες και η υπερεκμετάλλευση.

Συνολικά, οι λαοί της περιοχής δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα από την αντιπαράθεση των οικονομικών συμφερόντων των πολυεθνικών και των αστικών τάξεων για την εκμετάλλευση του πλούτου της Μεσογείου. Έχουν να κερδίσουν από τις εξεγέρσεις για την ανατροπή των αντιδραστικών καθεστώτων και πολιτικών, όπως ξεκίνησαν οι λαοί των Αραβικών χωρών, οι οποίοι βρίσκονται τώρα αντιμέτωποι με την προσπάθεια των αστικών τάξεων να ενσωματώσουν τον αγώνα τους (Αίγυπτος) ή του ιμπεριαλισμού να τον εκμεταλλευτεί και να τον στρεβλώσει (Λιβύη). Έχουν να κερδίσουν από την κοινή πάλη και αλληλεγγύη τους, από τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τον πόλεμο και την εκμετάλλευση του πλούτου κάθε χώρας και όλης της περιοχής από τους καπιταλιστές και τις πολυεθνικές τους.

Οι εργαζόμενοι, οι νέοι, ο λαός, πρέπει να καταδικάσουν την εμπλοκή της χώρας μας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και ανταγωνισμούς. Να δυναμώσουν την κοινή πάλη και διεθνιστική αλληλεγγύη τους, ενάντια στις κυβερνήσεις, τις αστικές τάξεις και το κεφάλαιο σε κάθε χώρα και σε όλη την περιοχή.

- Καμία εμπλοκή - καμία συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και ανταγωνισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο.

- Όχι στη συνεργασία και την πρόσδεση με τους δολοφόνους του Ισραήλ. Να σταματήσουν οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, οι αγορές όπλων και οι τυχοδιωκτισμοί της ελληνικής κυβέρνησης με το κράτος-δολοφόνο.

- Να κλείσει η Αμερικανο-ΝΑΤΟϊκή βάση της Σούδας.

- Έξω οι ιμπεριαλιστές από τη Μεσόγειο. Κάτω οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου. Οι λαοί μπορούν μόνοι τους να καθορίσουν τις τύχες και το μέλλον τους. Με κοινή πάλη, αλληλεγγύη και διεθνισμό, ενάντια στους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Εκδήλωση Διαμαρτυρίας Νεοεισερχομένων Εκπαιδευτικών έξω από τη Βουλή, Πέμπτη 15/09/2011, ώρα 16:30


Οι αδιόριστοι και συμβασιούχοι εκπαιδευτικοί οργανώνουν εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στη μείωση των κλιμάκων εισδοχής αλλά και στα μέτρα που έχουν ψηφιστεί ή προωθούνται εις βάρος των νεοεισερχομένων, σήμερα Πέμπτη 15/09/2011 και ώρα 16:30.

Η σχετική ανακοίνωση της Ομάδας Πρωτοβουλίας νεοεισερχομένων εκπαιδευτικών αναφέρει :

"Προς συμβασιούχους και αντικαταστάτες

Δεδομένου πως η ανακοίνωση της ΠΟΕΔ, ως προς το σκεπτικό της μας εκφράζει, αλλά ως προς τη δυναμικότητα των αντιδράσεων δεν μας βρίσκει σύμφωνους μιας και αναμέναμε μαζικές κινητοποιήσεις θεωρούμε πως πρέπει να προχωρήσουμε μόνοι μας.

Σας καλούμε (όλους τους συναδέλφους, μόνιμους, επι δοκιμασία, συμβασιούχους και αντικαταστάτες), τη Πέμπτη 15/09/2011, η ώρα 16.30, έξω από τη Βουλή, για να διαμαρτυρηθούμε για τα άδικα μέτρα που προωθούνται εις βάρος των νεοεισερχομένων. Πρώτα θα συναντηθούμε έξω από το παλιό νοσοκομείο απέναντι από τη βουλή. Είναι σημαντικό η παρουσία μας να είναι μαζική για να περάσουμε μηνύματα τόσο στους βουλευτές, όσο και στην ίδια την ΠΟΕΔ. Ο καθένας οφείλει να σκεφτεί πως αν δεν τρέξουμε εμείς για μας, ίσως να βρεθούμε προ τετελεσμένων. Και εφόσον δεν υπάρχει πρόθεση για συλλογικές κινητοποιήσεις από την ΠΟΕΔ, ας δώσουμε εμείς την απάντηση.

Η παρουσία όλων κρίνεται απαραίτητη, για να δείξουμε σε όλους ότι θα παλέψουμε και θα φτάσουμε μέχρι το τέλος, για αρθεί αυτή η αδικία. Είναι δεδομένο πως η όποια εξαγγελία της ΠΟΕΔ για δυναμικές κινητοποιήσεις θα μας βρει σύμφωνους και στην πρώτη γραμμή."

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Η άλλη 11η Σεπτεμβρίου:Η χούντα του Πινοσέτ ανατρέπει τον Αλιέντε στην Χιλή


“Πριν ακόμη οι Δίδυμοι Πύργοι του Μανχάταν γίνουν παγκόσμια σύμβολα, ένα άλλο κτίριο, μια άλλη 11η Σεπτεμβρίου, γινόταν το σύμβολο μιας μαύρης ιστορικής περιόδου. Το πραξικόπημα του Πινοσέτ έθαψε τη Χιλιανή δημοκρατία για 17 ολόκληρα χρόνια.


Η Μονέδα, το προεδρικό μέγαρο στο Σαντιάγο της Χιλής, κάτω από τα πυρά των αεροπλάνων και των αρμάτων μάχης του στρατηγού Πινοσέτ, ενσάρκωσε το ναυάγιο των ελπίδων της Αριστεράς – και όχι μόνο στην Λατινική Αμερική. Η αυτοκτονία του Αλιέντε μέσε σε εκείνο το μέγαρο σημάδεψε τη διάλυση του ονείρου πως μια σοσιαλιστική επανάσταση ήταν εφικτή μέσα από τον «ειρηνικό» δρόμο της αστικής νομιμότητας.

Πικρός καρπός της αποτυχίας της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας να εξουδετερώσει την εχθρότητα των καπιταλιστών, το πραξικόπημα ήταν επίσης το αποτέλεσμα μιας τεράστιας επιχείρησης αποσταθεροποίησης, οργανωμένης από τις ΗΠΑ, που ήταν αποφασισμένες να επιβάλουν μια «αλλαγή καθεστώτος». 

Η 11η Σεπτεμβρίου 1973 άνοιξε το δρόμο σε είκοσι χρόνια δικτατοριών, «βρόμικων πολέμων», σφαγών, βασανιστηρίων, εξορίας και κυνηγητού χιλιάδων προοδευτικών ανθρώπων σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική με την υποστήριξη της Ουάσινγκτον. Τριάντα χρόνια ύστερα από εκείνη την 11η Σεπτεμβρίου στη Χιλή, όπως και στις περισσότερες άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, έχει αποκατασταθεί η δημοκρατία. Όμως, η Χιλιανή δημοκρατία παραμένει υπό στρατιωτική επιτήρηση. Οι Αμερικάνοί προστάτες του Πινοσέτ (μεταξύ των οποίων και ο διαβόητος Κίσινγκερ) παραμένουν ατιμώρητοι. Η τύχη των εξαφανισθέντων παραμένει ακόμα αδιευκρίνιστη. Το τραύμα είναι ανοιχτό.

                                   ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ «ΧΙΛΙΑΝΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ»

Το 1969 δημιουργείται στη Χιλή η Λαϊκή Ενότητα. Το πρόγραμμά της υπογράφτηκε στις 17 Δεκέμβρη από τα παρακάτω κόμματα: Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΣΚ), Κομμουνιστικό Κόμμα, Ριζοσπαστικό Κόμμα, Κίνηση Ενωμένης Λαϊκής Δράσης, Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση, Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.

Το ΣΚ ήταν το ισχυρότερο κόμμα του συνασπισμού. Ιδρύθηκε το 1933 μετά την πτώση της «σοσιαλιστικής δημοκρατίας» του Γκρόβε. Ο Αλιέντε ήταν από τα ιδρυτικά μέλη. Το κόμμα διαφοροποιόταν από την, όπως ισχυριζόταν, «αυστηρή ιδεολογία» του ΚΚ (δηλαδή το μαρξισμό-λενινισμό) και αγωνιζόταν για μια «αντιιμπεριαλιστική οικονομία» σε όλη τη Λατινική Αμερική ενώ δεχόταν το μαρξισμό μόνο «σαν μέθοδο ερμηνείας της πραγματικότητας». Επρόκειτο δηλαδή για ένα σοσιαλρεφορμιστικό κόμμα αντιιμπεριαλιστικής ωστόσο κατεύθυνσης, ίσως και εξαιτίας της ριζοσπαστικοποίησης των λαών ιδιαίτερα μετά την κουβανέζικη επανάσταση. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε μια μακρόχρονη συνεργασία με το ΚΚ Χιλής, λιγότερο ή περισσότερο στενή, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και μετά. Δεν είχε σχέσεις με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Το Ριζοσπαστικό Κόμμα υπήρχε από το 1858. Ήταν ο κορμός του Λαϊκού Μετώπου των ετών 1938-1941. Έκφραζε τα μεσαία στρώματα. Το 1969 η αριστερή πτέρυγα πήρε την ηγεσία του κόμματος και το οδήγησε στη Λαϊκή Ενότητα.

Η Κίνηση Ενωμένης Λαϊκής Δράσης προέκυψε από αριστερή διάσπαση της Χριστιανοδημοκρατίας το 1969 και στελεχώθηκε κυρίως από την οργάνωση της νεολαίας της τελευταίας.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ιδρύθηκε το 1966 και, παρά το όνομά του, είχε ταχθεί αλληλέγγυο με την κουβανέζικη επανάσταση. Το 1972 συγχωνεύθηκε με το Ριζοσπαστικό Κόμμα.

Η Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση ήταν το μικρότερο από τα κόμματα που συμμετείχαν στη συμμαχία. Eνα χρόνο μετά την εκλογή του Αλιέντε, το 1971, στη Λαϊκή Ενότητα εντάχθηκε ακόμη η Χριστιανική Αριστερά που προήλθε από διάσπαση των Χριστιανοδημοκρατών.

Οι σχέσεις των κομμάτων της Λαϊκής Ενότητας βασίζονταν στην ισοτιμία. Για τη λήψη των αποφάσεων χρειαζόταν ομοφωνία. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας μέχρι τις προεδρικές εκλογές δημιουργήθηκαν 14.800 επιτροπές βάσης που συσπείρωναν όχι μόνο τα μέλη των κομμάτων αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες αγωνιστές που βρίσκονταν εκτός κομμάτων.

                                               Ο Αλιέντε

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ήταν το πρόσωπο στο οποίο συμφώνησαν οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας για να τον ανακηρύξουν υποψήφιο πρόεδρο της συμμαχίας. Ο Αλιέντε ήταν ηγετικό στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος και είχε εκλεγεί επανειλημμένα βουλευτής και γερουσιαστής, ήταν υποψήφιος πρόεδρος του ΣΚ σε προηγούμενες προεδρικές εκλογές. Είχε διατελέσει υπουργός Υγείας το 1939 επί κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου.

Ο Αλιέντε ήταν σταθερά εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας του ΣΚ με αντιιμπεριαλιστικές θέσεις και υπέρμαχος της συνεργασίας σοσιαλιστών και κομμουνιστών. Κρατούσε κάποια απόσταση από τις σοσιαλιστικές χώρες, δε δίσταζε όμως να εξαίρει τις επιτυχίες τους, να υποστηρίζει τη φιλειρηνική πολιτική τους. Ο ίδιος δήλωνε θαυμαστής και υποστηρικτής της κουβανέζικης επανάστασης παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις που είχε με τους ηγέτες της σε κάποια ζητήματα. Εμπνεόταν επίσης από το πρόγραμμα των δέκα σημείων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου του Βιετνάμ το οποίο μαχόταν εκείνη την περίοδο ενάντια στην ιμπεριαλιστική στρατιωτική επέμβαση.

Ο Αλιέντε ως πρόεδρος είχε σαν άμεσους στενούς συνεργάτες πάντοτε έναν εκπρόσωπο των σοσιαλιστών και έναν των κομμουνιστών. Η τριάδα αυτή εξέταζε τα θεμελιώδη ζητήματα. Ωστόσο, η τριάδα αυτή δε συζητούσε ποτέ, με απαίτηση του Αλιέντε, θέματα που σύμφωνα με το Σύνταγμα θεωρούνταν δικαιοδοσία της διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων. Το σημείο αυτό είναι μια από τις εκφράσεις των πολιτικών αδυναμιών του. Οι αδυναμίες αυτές είχαν την αιτία τους ακριβώς στην ιδεολογική και πολιτική φυσιογνωμία του Σοσιαλιστικού Κόμματος το οποίο, αν και κατά την ιστορική αυτή συγκυρία λάμβανε θέσεις αντιιμπεριαλιστικές, δεν ήταν επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, δε βασιζόταν στη μαρξιστική-λενινιστική κοσμοθεωρία. Το κόμμα αυτό δεν είχε σαν στόχο του το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό αλλά -σύμφωνα με τη διατύπωση του προγράμματός του- μια «αντιιμπεριαλιστικής κατεύθυνσης μικτή οικονομία».

Στις 4 Σεπτέμβρη του 1970, ο Αλιέντε παίρνει την πλειοψηφία στις εκλογές και σχηματίζει κυβέρνηση. Η κυβέρνηση άρχισε να εφαρμόζει ένα πρόγραμμα εθνικοποιήσεων των μεγάλων βιομηχανιών.  

Εθνικοποίησε καταρχήν τον χαλκό, το σημαντικότερο προϊόν της χώρας που το εκμεταλλεύονταν ως τότε οι αμερικάνικες πολυεθνικές. Μέσα στα πρώτα δύο χρόνια διακυβέρνησης οι εθνικοποιήσεις περιέλαβαν και πολλούς άλλους καίριους κλάδους της οικονομίας όπως τα μεταλλουργεία, τα ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος και νίτρου, τα εργοστάσια τσιμέντου, την κλωστοϋφαντουργία, την παραγωγή και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και τις τράπεζες. Οι εργάτες συμμετείχαν ενεργά στη διοίκηση των εργοστασίων, κυρίως των εθνικοποιημένων.  

Προχώρησε επίσης στην αγροτική μεταρρύθμιση με την απαλλοτρίωση εκτάσεων γης χωρίς αποζημίωση και πήρε μια σειρά μέτρα υποστήριξης των εργατών και των φτωχών μαζών όπως η αύξηση των μισθών κατά 50%, η δωρεάν ιατρική περίθαλψη και η επιβολή αυστηρού ελέγχου των τιμών στα βασικά καταναλωτικά είδη.

Αυτή η πολιτική τόνωσε το ηθικό της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα ανησύχησε την ντόπια αστική τάξη και τους Aμερικάνους ιμπεριαλιστές, που φοβούμενοι την προοπτική απώλειας του ελέγχου στη χώρα πέρασαν στην αντεπίθεση, οργανώνοντας ένα εκτεταμένο οικονομικό σαμποτάζ για την  αποσταθεροποίηση της οικονομίας και την πτώση της κυβέρνησης.

Οι αντεπαναστατικές προκλήσεις κορυφώθηκαν με την υποκινούμενη και χρηματοδοτούμενη από τη CIA απεργία των ιδιοκτητών φορτηγών που παρέλυσε τη χώρα, ενώ οι βιομήχανοι κήρυσσαν «λοκ - άουτ» και οι έμποροι έκλειναν τα μαγαζιά τους. Την  ίδια στιγμή οι φασιστικές παρακρατικές συμμορίες της διαβόητης οργάνωσης «Πατρίδα και ελευθερία» τρομοκρατούσαν υποστηριχτές της «Λαϊκής Ενότητας», ενώ η CIA ενέτεινε στα παρασκήνια τις προετοιμασίες για ένα πραξικόπημα.

Οι εργάτες συναισθανόμενοι τον κίνδυνο αντέδρασαν άμεσα. Προχώρησαν σε καταλήψεις σε πολλά εργοστάσια, έφτιαξαν εργοστασιακές επιτροπές και οργάνωσαν δίκτυα άμεσης διανομής των προϊόντων για να αντιμετωπίσουν το σαμποτάζ. Η κυβέρνηση όμως, πιστή στις ρεφορμιστικές της αυταπάτες, αντί να στηριχθεί στους εργάτες και στα κατώτερα στρώματα του στρατού, στα τέλη του 1972 δέχεται στους κόλπους της τρεις ανώτατους στρατιωτικούς, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να καθησυχάσει την αντίδραση και να  αποφύγει το πραξικόπημα….

Στις εκλογές του Μαρτίου του 1973 η «Λαϊκή Ενότητα» αυξάνει τα ποσοστά της, κάτι που αντανακλούσε την αυξανόμενη διάθεση της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτών για συντριβή του καπιταλισμού και των προκλήσεων της αντίδρασης.

Στις 29 Ιούνη είχαμε την πρόβα ενός πραξικοπήματος. Έξι τανκ επιτέθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο και στο Υπουργείο Άμυνας. Το πραξικόπημα αυτό απέτυχε μετά από την άμεση και δυναμική επέμβαση των εργατών, που σχημάτισαν πολιτοφυλακές και σε διάστημα λίγων ωρών κατέλαβαν 350 εργοστάσια και εκατοντάδες αγροκτήματα. Όμως μετά την ήττα του πραξικοπήματος η κυβέρνηση αρνούμενη να διδαχθεί από την κορύφωση των προκλήσεων της αντίδρασης και την επαναστατική διάθεση των εργατών, επιστρέφει τα εργοστάσια στους ιδιοκτήτες τους και απαγορεύει κάθε δυνατότητα για συνδικαλισμό μέσα στο στρατό.

Στις 4 Σεπτέμβρη, μια βδομάδα πριν το πραξικόπημα, 800.000 οπαδοί της Λαϊκής Ενότητας συγκεντρώθηκαν για να γιορτάσουν την τρίτη επέτειο από την εκλογή του Αλιέντε.

                                             Tο Πραξικόπημα

Στις 11 Σεπτέμβρη 1973 εκδηλώθηκε το πραξικόπημα του Πινοσέτ  με την άμεση καθοδήγηση της CIA. Καταλήφθηκε το βασικό λιμάνι της χώρας, βομβαρδίστηκαν ραδιοφωνικοί σταθμοί. Διεξήχθηκαν μάχες ενάντια σε λίγους οπλισμένους εργάτες της Λαϊκής Ενότητας στο προεδρικό μέγαρο, σε εργοστάσια, στο πανεπιστήμιο, σε γραφεία εφημερίδων. Γύρω στις δύο το μεσημέρι ο Αλιέντε ήταν νεκρός.

Αρχισαν μαζικές συλλήψεις στελεχών και μελών της Λαϊκής Ενότητας, εκτελέσεις επί τόπου άοπλων αγωνιστών, άγριοι ξυλοδαρμοί. Στρατόπεδα συγκέντρωσης, κολαστήρια βασανιστηρίων και εκτελέσεων δημιουργήθηκαν απ' άκρη σε άκρη σε όλη τη χώρα. Οι φρικαλεότητες της πρώτης κιόλας ημέρας του πραξικοπήματος καταγράφτηκαν χαρακτηριστικά στην ανταπόκριση των δύο Γερμανών πολιτών που ήταν ανταποκριτές της γερμανικής ραδιοφωνίας: «Μπροστά μας εκτέλεσαν 400 με 500. Ηταν η μεγαλύτερη ομάδα που εκτελέστηκε μέσα στο γήπεδο. Το άλλο που μπορούμε να πούμε είναι ότι ακούσαμε και είδαμε να σκοτώνουν τους ανθρώπους με το ξύλο. Δεν τους βασάνιζαν, τους χτυπούσαν μέχρι να πεθάνουν».

Πολλοί παρομοίασαν τότε, και όχι μόνο αριστερές πολιτικές δυνάμεις, τις μεθόδους του καθεστώτος Πινοσέτ με εκείνες του ναζισμού: πνιγμοί κρατουμένων που τους είχαν δέσει τα χέρια στο νερό, ξερίζωμα των μελών με τανάλιες, επί τόπου τουφεκισμοί εργατών προς παραδειγματισμό όταν σε κάποιο ορυχείο κατέβηκαν σε απεργία λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα. Η εγκύκλιος Νο 34/1973 της στρατιωτικής λογοκρισίας υπογράμμιζε ότι η λέξη εργάτης πρέπει να αντικατασταθεί σε όλες τις εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης από τις λέξεις «χειρώναξ υπάλληλος», ενώ η λέξη σύντροφος πρέπει να διαγραφεί από το λεξιλόγιο.

                                 Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ


Το βασικό λάθος της πλειοψηφίας των δυνάμεων της Λαϊκής Ενότητας, ήταν ότι πίστευαν πως το αστικό κράτος θα μπορούσε να κρατήσει μια αμερόληπτη στάση στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Αυτό αντανακλάστηκε σε μια υπερεκτίμηση της «δημοκρατικότητας» της δεμένης με χίλια νήματα με την ντόπια ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό κάστας των υψηλόβαθμων  στρατιωτικών. Οι ηγέτες της «Λαϊκής Ενότητας» υποστήριζαν ότι τάχα «η Χιλή ήταν ιδιαίτερη περίπτωση γιατί σε αυτή τη χώρα ο στρατός είχε δημοκρατικές παραδόσεις»... Πόσο ειρωνικά ακούγονται όλα αυτά σήμερα όταν οι μνήμες από τα εγκλήματα της αστυνομικού - στρατιωτικού καθεστώτος του Πινοσέτ είναι ακόμα βαθιά χαραγμένες στην Χιλιανή εργατική τάξη.

Η περίοδος Αλιέντε είναι βαθιά διδακτική για το σήμερα και το αύριο. Όσο και αν οι διαφόρων αποχρώσεων σοσιαλδημοκράτες επιχείρησαν να παραπλανήσουν το λαϊκό κίνημα, το αιματηρό πραξικόπημα του Πινοσέτ επιμένει να μας θυμίζει τους βασικούς νόμους κίνησης της ιστορίας που αποκάλυψαν οι κλασικοί του μαρξισμού. Oι όποιες ιδιομορφίες που προκύπτουν από την ιστορική παράδοση, το διεθνή και εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων ή από άλλους δευτερεύοντες παράγοντες, δεν μπορούν ποτέ να αναιρούν τις γενικές νομοτέλειες που διέπουν κάθε επαναστατική διαδικασία.


Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

24ωρη απεργία στο ξενοδοχείο Cyprus Hilton σήμερα





Σε 24ωρη προειδοποιητική απεργία κατέρχονται από το πρωί σήμερα οι εργαζόμενοι στο ξενοδοχείο Χίλτον, για την παραβίαση της Συλλογικής Σύμβασης και της νομοθεσίας για τους όρους υπηρεσίας των εργαζομένων στα ξενοδοχεία από μέρους του εργοδότη.



Εδώ η κοινή ανακοίνωση των συντεχνιών:

Οι εργαζόμενοι στο ξενοδοχείο «CyprusHilton» ευρίσκονται από σήμερα το πρωί σε 24ωρη προειδοποιητική απεργία λόγω της παραβίασης από μέρους του εργοδότη της Συλλογικής Σύμβασης και της νομοθεσίας για τους όρους Υπηρεσίας των εργαζομένων στα ξενοδοχεία.

Η συμπεριφορά της Διεύθυνσης του ξενοδοχείου έναντι των προσπαθειών επίλυσης της διαφοράς ήταν προκλητική και απαξιωτική προς τους εργαζόμενους και παρά την υπομονή και επιμονή του συνδικαλιστικού κινήματος και τις ειλικρινείς προσπάθειες επίτευξης λύσης της διαφοράς τούτο δεν κατέστη δυνατόν.

Εκφράζουμε την λύπη μας για το γεγονός ότι υποχρεωνόμαστε να προχωρήσουμε σε απεργιακά μέτρα μέσα σε δύσκολες συνθήκες, αλλά τα προβλήματα αυτά εκκρεμούν για πολλούς μήνες χωρίς να διαφαίνεται ότι ο εργοδότης έχει διάθεση να αφουγκραστεί τα προβλήματα των εργαζομένων.
Τονίζουμε ότι τα μέτρα μας θα επεκταθούν σε περίπτωση που δεν υπάρξει άμεση ανταπόκριση και ικανοποίηση των αιτημάτων μας από το ξενοδοχείο.

Από τις Συντεχνίες
ΣΥΞΚΑ – ΠΕΟ και ΟΥΞΕΚΑ – ΣΕΚ

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Επικίνδυνες τυχοδιωκτικές πολεμικές και προβοκατόρικες βλακείες στην Κύπρο



Μπορεί ο κόσμος της εργασίας και η νεολαία να αντιμετωπίζουν ακραία προβλήματα, η ανεργία να σκαρφαλώνει στο 25% και στο 50% για την νεολαία, οι φόροι να είναι ανελέητοι, οι ιδιωτικοποιήσεις και οι απολύσεις να θυμίζουν καταιγίδα, εξαιτίας των Μνημονίων και της αντεργατικής πολιτικής, αλλά πολιτικοί και στρατιωτικοί θυμήθηκαν να μας βάλουν να σκοτωθούμε για τα πετρέλαια.

Πραγματικά, δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψεις τον επικίνδυνο τυχοδιωκτισμό και τη διπροσωπία που διέπει τα αστικά επιτελεία σε Κύπρο-Ισραήλ-Ελλάδα-Τουρκία. Ενώ το καλοκαίρι όλα τα κράτη συνεργάστηκαν αρμονικά να εμποδίσουν τον Στόλο της Ελευθερίας να φτάσει στα χωρικά ύδατα της Γάζας, κλείνοντας τα λιμάνια, καταλαμβάνοντας τα πλοία, φυλακίζοντας τους καπετάνιους, στρέφοντας τα όπλα στους φιλειρηνικούς αγωνιστές που επέβαιναν σε αυτά, τώρα ο Ερντογάν θυμήθηκε να το παίξει «Προστάτης των Παλαιστινίων» και διέκοψε τις σχέσεις με το Ισραήλ γιατί δεν του ζητούν συγγνώμη για τη δολοφονία 9 αγωνιστών που επέβαιναν στο πλοίο Μαβί Μαρμαρά! Βεβαίως, φέτος, η τουρκική κυβέρνηση απαγόρεψε στο πλοίο-σύμβολο Μαβί Μαρμαρά να συμμετάσχει στον Στόλο της Ελευθερίας και εξαπέλυσε μια από τις πιο βάρβαρες εκστρατείες της εναντίον της κουρδικής μειονότητας. Για τέτοια Υποκρισία μιλάμε και χυδαία εκμετάλλευση των πόθων ενός λαού για ελευθερία!

Φυσικά όλοι κατανοούν ότι το πραγματικό επίδικο της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο αφορά τη μοιρασιά των ενεργειακών κοιτασμάτων, όπου η Κύπρος και το Ισραήλ μοίρασαν μεταξύ τους τις Αποκλειστικές Ζώνες Οικονομικής Εκμετάλλευσης (ΑΟΖ), αδιαφορώντας αν το Κυπριακό ζήτημα παραμένει άλυτο και γράφοντας στα παλιά τους παπούτσια τις νόμιμες διεκδικήσεις του κράτους του Λιβάνου και των Παλαιστινίων στη Γάζα.  Μάλιστα, η κυπριακή κυβέρνηση επιχείρησε να διεθνοποιήσει το πρόβλημα μοιράζοντας άδειες εκμετάλλευσης σε ξένες πολυεθνικές και προχώρησε σε στρατιωτικές συμφωνίες ώστε να φέρει την Τουρκική πολεμική απειλή απέναντι σε ευρύτερα συμφέροντα. Πρόκειται δηλαδή για ένα καλά στημένο γεωπολιτικό παιχνίδι, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει το κράτος τρομοκράτης Ισραήλ: καθόλου τυχαίες δεν πρέπει να θεωρούνται οι πρόσφατες ισραηλινές επιθέσεις στην κατεχόμενη Παλαιστίνη και οι πολεμικές απειλές προς τον λαό του Λιβάνου ότι το Ισραήλ δε πρόκειται να ανεχθεί καμιά αμφισβήτηση των ενεργειακών του βλέψεων!   

Ταυτόχρονα, όλες οι κυβερνήσεις βρίσκουν την ευκαιρία να αποπροσανατολίσουν από τα βάρβαρα αντεργατικά μέτρα που επιβάλλουν στους εργαζόμενους και να απαιτήσουν «εθνική ενότητα».

Στο πλαίσιο της πολεμικής κλιμάκωσης,  καθώς το τουρκικό κατεστημένο, με το γνωστό τραμπούκικο τρόπο απειλεί θεούς και δαίμονες, ενώ δέχεται τις «πολεμικές» απαντήσεις του ΥΕΘΑ Π.Μπεγλίτη, που επίσης πρωταγωνίστησε στην υπογραφή Επιχειρησιακού Μνημονίου Στρατιωτικής Συνεργασίας με το Ισραήλ, σημειώθηκε ένα επικίνδυνο και εξίσου γελοίο περιστατικό  στην Κύπρο που χρήζει ιδιαίτερης έρευνας.

Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, Τούρκοι κομάντος εκτέλεσαν καταδρομική επιχείρηση στην περιοχή Λεύκα Κύπρου και περνώντας απαρατήρητοι από τις δυνάμεις του ΟΗΕ που ελέγχουν την περιοχή, έφτασαν σε μη επανδρωμένο φυλάκιο της Εθνικής Φρουράς και έκλεψαν μια ελληνική και μια σημαία της εθνοφρουράς, ενώ έγραψαν και συνθήματα.

Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, η αστυνομία της Κύπρου προχωρά σε έρευνα καθώς πιστεύει ότι πρόκειται περί προβοκάτσιας γνωστών ακραίων στοιχείων που επιδιώκουν να δυναμιτίσουν τις σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, εκμεταλλευόμενοι την ατμόσφαιρα που έχει δημιουργηθεί και τα φοβικά σύνδρομα των Ελληνοκυπρίων.

Ήδη, πολεμικά περιοδικά, στημένοι δημοσιογράφοι και ακροδεξιοί πολιτικοί βγήκαν μπροστά και άρχισαν το γνωστό τροπάριο: «εγκατέλειψαν αφύλακτες τις σημαίες, έρμαιο στους Τούρκους», «εγκατέλειψαν αφύλακτο στα σύνορα, απέναντι στον Τούρκο εισβολέα, το πιο ιερό σύμβολο του Γένους, τη σημαία», «η νέα ηγεσία της Εθνοφρουράς έχει μείνει άφωνη από την εγκατάλειψη της προηγούμενης ηγεσίας και το ανύπαρκτο μαχητικό πνεύμα», «το περιστατικό είναι ένα ακόμα αποτέλεσμα της εγκατάλειψης της Εθνικής Φρουράς από την κυβέρνηση Χριστόφια» κλπ.

Τα σενάρια πολλαπλασιάζονται καθώς υπάρχει η πληροφορία από τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες ότι στην Κύπρο αφίχθη στα τέλη Αυγούστου μια ειδική μονάδα του Τουρκικού Στρατού.

Τώρα βέβαια κανείς δεν ξέρει να πρέπει να ανησυχήσει ή να μειδιάσει με την ευφυΐα των Τούρκων διοικητών  αν έφεραν μια ολόκληρη μονάδα των Ειδικών Δυνάμεων για να κλέψουν δύο σημαίες από ένα αφύλακτο φυλάκιο και να γράψουν συνθήματα. Σίγουρα αποδεικνύεται έτσι το Αξιόμαχο των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων!

Από την άλλη μεριά, νομίζουμε ότι μπορούμε να θυμίσουμε ότι επίθεση σε τουρκικό φυλάκιο της Πράσινης Ζώνης και κλοπή σημαιών και άλλων υλικών είχε πραγματοποιήσει νεαρός στρατιώτης της Εθνικής Φρουράς πριν από λίγα χρόνια.

Τελικά αποδείχτηκε ότι τις σημαίες έκλεψαν δύο Ελληνοκύπριοι που ήθελαν να πιέσουν την κυπριακή κυβέρνηση να επανδρώσει το φυλάκιο!

Ένα είναι σίγουρο: η ΒΛΑΚΕΙΑ δε γνωρίζει σύνορα, Έθνη και Θρησκείες. Τα «εθνικά κειμήλια» πάντα αμαυρώθηκαν και ταπεινώθηκαν από τους αστούς πολιτικούς και τους ακροδεξιούς που πάντα έχουν εύκολα τα μεγάλα λόγια της πολεμοκαπηλείας και της εθνικοφροσύνης! Εκ του ασφαλούς πάντα. 

Μ' αυτά και μ' αυτά, η Εθνική Φρουρά και η ΕΛΔΥΚ έχουν μπει σε κατάσταση επιφυλακής και αυξημένης πολεμικής ετοιμότητας.  

Αλήθεια, το ΓΕΣ που αυτή την περίοδο προσπαθεί να πείσει τους νεοσύλλεκτους φαντάρους για το πόσο καλή είναι η κατάσταση στην Κύπρο, θα ενημερώσει για όλα αυτά; Θα κάνει σεβαστή την Άρνηση τους να μετατεθούν στην ΕΛΔΥΚ;

Καθώς ο πολεμικός πυρετός στην Ανατολική Μεσόγειο αυξάνει, αποκαλύπτεται ότι οι κυβερνήσεις είναι αποφασισμένες να μετατρέψουν την νεολαία τους σε κρέας στα κανόνια για να εξασφαλίσουν οφέλη και όσο το δυνατόν μεγαλύτερα κέρδη για τα εθνικά αστικά συμφέροντα που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ενέργειας.

Εμείς αρνούμαστε θα θυσιαστούμε για να διαφυλάξουμε την Ασφάλεια του Ισραήλ (πρόσφατα συμφωνία Μπεγλίτη-Νετανιάχου)  και τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου.

Πρέπει να βρεθεί τώρα λύση στο Κυπριακό που να εξασφαλίζει την ειρηνική συνύπαρξη των δυο λαών και να φύγουν ΕΛΔΥΚ-ΤΟΥΡΔΥΚ-Βρετανικές βάσεις από την πολύπαθη νήσο.

Η εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων είναι υπόθεση των λαών και όχι των κρατών και των πολυεθνικών. Προς το συμφέρον των λαών θα είναι μόνο κάτω από ένα άλλο πολιτικοκοινωνικό καθεστώς.

Η ιστορία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου είναι συνδεδεμένη με την φτώχεια των λαών που συνήθως καταπιέζονται από αυταρχικά καθεστώτα που εξασφαλίζουν τα απίστευτα πλούτη του αστικού κατεστημένου, με ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ κρατών για τη μοιρασιά των κοιτασμάτων. 

ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ

ΤΗΛ. ΕΠΙΚ. 6932 955437

Diktiospartakos.blogspot.com 

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Βιβλίο: Μαρξ, Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος


Όταν το κόκκινο συνυπήρχε με το μαύρο

Πολύ πριν τη συγκρότηση των σοβιέτ στην επαναστατημένη Ρωσία, το ζήτημα του εργατικού μεταβατικού κράτους είχε διχάσει το ενιαίο μέχρι τότε σοσιαλιστικό επαναστατικό κίνημα, όπου οι αναρχικοί συνυπήρχαν με τους κομμουνιστές. Ο Γιώργος Ρούσης, με το νέο του βιβλίο Μαρξ, Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος (εκδόσεις Γκοβόστη) εξετάζει τη συμβολή που μπορεί να έχει η αναρχική κριτική σε ένα νέο κομμουνιστικό εγχείρημα στην εποχή μας.



του Γ. Λαουτάρη


Aν τολμούσαμε μια μεταφυσική μεταφορά στο χρόνο και φέρναμε ξανά στη ζωή σήμερα τον Κάρολο Μαρξ και τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τι θα συζητούσαν μεταξύ τους; Δίχως άλλο τη γέννηση και την πτώση των σοσιαλιστικών κρατών του 20ού αιώνα. Την πρακτική δηλαδή εφαρμογή των οραμάτων και των ελπίδων που έτρεφαν χιλιάδες επαναστάτες. Άλλωστε, η διχογνωμία των δύο ρευμάτων, του κομμουνιστικού και του αναρχικού, για τα «βήματα» της σοσιαλιστικής επανάστασης και για την αναγκαιότητα του προλεταριακού μεταβατικού κράτους συντέλεσε τελικά στην οριστική ρήξη των δύο τάσεων, με την αποπομπή του Μπακούνιν από τη Διεθνή το 1872. Καθώς όμως οι Μαρξ και Μπακούνιν επέδρασαν καθοριστικά στην επαναστατική σκέψη και πρακτική των χρόνων που ακολούθησαν, φθάνοντας μέχρι τις ημέρες μας, οι τότε αντιπαραθέσεις φωτίζουν ίσως τα σημερινά προβλήματα αλλά και τη μελλοντική προοπτική των επαναστατικών εγχειρημάτων. Αυτή είναι και η αξία του νέου βιβλίου του Γιώργου Ρούση, Μαρξ, Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη.

Η εργασία του Γ. Ρούση εντάσσεται στις αναγκαίες και απροκατάληπτες απόπειρες να ερμηνευτεί εποικοδομητικά και από αριστερή σκοπιά η καθίζηση και τελικώς η ήττα του «σοσιαλισμού που γνωρίσαμε». Ο συγγραφέας σχολιάζοντας την εξέλιξη των σοσιαλιστικών πειραμάτων του 20ού αιώνα μιλά για ένα «νέο κρατικό - γραφειοκρατικό Λεβιάθαν» και σπεύδει να οριοθετήσει τη θεωρητική διαμάχη, τονίζοντας πως «η κριτική στο κράτος του υπαρκτού σοσιαλισμού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ταυτιστεί με την κριτική στο μαρξικό σοσιαλιστικό κράτος».

Βασική θεωρητική παραδοχή του Γ. Ρούση είναι πως κυρίως η σταλινική περίοδος της Σοβιετικής Ένωσης υπήρξε από τη μία μεριά επιβεβαίωση των ενστάσεων του Μπακούνιν για τον αντιδραστικό ρόλο κάθε κρατικής οργάνωσης, από την άλλη όμως υπήρξε και «πλήρης διαστρέβλωση του μαρξισμού». Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κριτική του Μπακούνιν στον Μαρξ σύμφωνα με το συγγραφέα αστόχησε σε ό,τι αφορά τις επεξεργασίες των «κλασικών», όμως δικαιώθηκε εκ των υστέρων από την ιστορική πείρα. 

«Δεν είμαι κομμουνιστής διότι ο κομμουνισμός συγκεντρώνει και απορροφά όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας στα χέρια του κράτους», έλεγε ο Μπακούνιν το 1868 στο Συνέδριο της πρώτης Διεθνούς στη Βέρνη, με τον Μαρξ να ακούει στα διπλανά έδρανα της αίθουσας. Οι συγγραφείς πάντως του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, όπως εύστοχα τεκμηριώνει ο Γιώργος Ρούσης, αντιπαρήλθαν την κριτική αυτή, αφού προσέβλεπαν και οι ίδιοι σε μια προοπτική εξαφάνισης της κρατικής εξουσίας: «Το πολιτικό κράτος και μαζί μ’ αυτό η πολιτική εξουσία θα εξαφανιστούν ως συνέπεια της προσεχούς κοινωνικής επανάστασης», έγραφε χαρακτηριστικά ο Ένγκελς. Η διαφορά των κομμουνιστών από τους αναρχικούς συνίστατο στο ότι οι πρώτοι μεταξύ της επανάστασης και της απονέκρωσης του κράτους, τοποθετούσαν μια ενδιάμεση μεταβατική κρατική μορφή, αυτή της δικτατορίας του προλεταριάτου. «Για μας λίγο ενδιαφέρει αν αυτή η εξουσία ονομάζεται εκκλησία, μοναρχία, συνταγματικό κράτος, αστική δημοκρατία ή ακόμη δικτατορία του προλεταριάτου. Τις απεχθανόμαστε όλες και τις απορρίπτουμε εξίσου ως αναπόφευκτες πηγές εκμετάλλευσης και δεσποτισμού», απάντησε ο Μπακούνιν. 

Αν οι «κλασικοί» οραματίζονταν την απονέκρωση αυτού του μεταβατικού κρατικού σχηματισμού, η ιστορία έδειξε ότι αυτός περισσότερο παγιώθηκε, παρά μπήκε σε τροχιά εξαφάνισης. Λόγω των ειδικών ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, που κανείς φυσικά δεν μπορούσε να προβλέψει μισό αιώνα νωρίτερα, η κριτική του αναρχικού ρεύματος φαίνεται να δικαιώθηκε σε ό,τι αφορά το δεσποτισμό ακόμη και την εκμετάλλευση. Τι σημαίνει όμως αυτό; Η ανάλυση του Γ. Ρούση ξεδιπλώνεται με στόχο «ο σοσιαλισμός του μέλλοντος να μην έχει την ίδια τραγική κατάληξη με την πρώτη προσπάθεια κατάκτησης της κομμουνιστικής χειραφέτησης». Για το λόγο αυτό και στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου παρατίθεται ένας κατάλογος με αναγκαία μέτρα περιορισμού της γραφειοκρατίας. Σε αυτά ξεχωρίζει η προτροπή του ίδιου του Λένιν «να γίνουν όλοι γραφειοκράτες», δηλαδή να εκτελούν όλοι χρέη ελέγχου, με βάση την αιρετότητα και την ανακλητότητα, ώστε «κανείς να μην μπορεί να γίνει γραφειοκράτης».

Επομένως, η μπακουνική κριτική δεν υιοθετείται για να επικυρώσει την ορθότητα της αναρχικής άποψης. Άλλωστε, η τοποθέτηση του Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος και για την ίδια την επανάσταση βρίθει αντιφάσεων. «Είναι αναγκαίο πέρα από τον ίδιο το λαό να υπάρχει ένα επαναστατικό γενικό επιτελείο που να αποτελείται από άτομα αφοσιωμένα ... ικανά να υπηρετήσουν ως ενδιάμεσα ανάμεσα στην επαναστατική ιδέα και τα λαϊκά ένστικτα». Αυτά δεν είναι απόψεις κάποιου γραφειοκράτη οπαδού της ιεραρχίας στη διοίκηση, αλλά του ίδιου του Μπακούνιν.
Όπως προκύπτει από τη σταχυολόγηση σχετικών αποσπασμάτων που προσεχτικά έκανε ο Γιώργος Ρούσης, η διασημότερη μορφή του αναρχισμού μπορεί να κατακεραύνωνε το προλεταριακό κράτος και τους ηγέτες του ως εξουσιομανείς, όμως έκανε λόγο για τη «συλλογική δικτατορία της μυστικής οργάνωσης», εννοώντας «ανθρώπους αόρατους, κρυμμένους μέσα στις μάζες», που θα καθοδηγούν την επανάσταση με βάση μια αυστηρά ιεραρχημένη δομή. Οι επισημάνσεις αυτές γι’ αυτό το αποσιωπημένο κεφάλαιο της θεωρίας του Μπακούνιν, φωτίζουν ίσως και πλευρές στη δράση του αναρχικού και αντιεξουσιαστικού χώρου σήμερα.

http://www.prin.gr/2011/08/rousis.html

Για τα περιεχόμενα και την εισαγωγή βλέπε εδώ

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Αφιέρωμα: Εθνικοποιήσεις και εργατικός έλεγχος στη Βενεζουέλα


Το αίτημα της εθνικοποίησης και του εργατικού ελέγχου βρίσκεται και στην Ελλάδα στο επίκεντρο του προγάμματος και της συζήτησης του κινήματος και της αριστεράς για μια εργατική απάντηση στην κρίση. Ο τρόπος προσέγγισης των αιτημάτων αυτών διαφέρει βέβαια ανάλογα με τα συμφραζόμενα στα οποία εντάσσεται. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί κρίσιμο κρίκο ενός προγράμματος αντικαπιταλιστικής ανατροπής.
Η εμπειρία της Βενεζουέλας μπορεί επομένως να αποτελέσει μια πολύτιμη εμπειρία για τον τρόπο που οι εθνικοποιήσεις μαζί με το κίνημα για τον εργατικό έλεγχο έχουν επιδράσει στις πρωτότυπες κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες.

Επιμέλεια: Κώστας Γούσης
Το αφιέρωμα εμφανίστηκε σε πέντε μέρη στο alterthess.gr

Τα πρώτα κεφάλαια  εκκινούν από την ευρύτερη επικαιρότητα. Στο πρώτο με βάση τις τελευταίες εξαγγελίες του Τσάβες για την εθνικοποίηση του χρυσού γίνεται μια ανασκόπηση σημαντικών εθνικοποιήσεων της τελευταίας δεκαετίας και τίθενται κάποια γενικότερα ερωτήματα. Στο δεύτερο γίνεται αναφορά στην πορεία που έγινε τέλη Ιούλη με την οποία παραδόθηκαν 45.000 υπογραφές για τη νομοθετική κατοχύρωση του εργατικού ελέγχου ενώ περιγράφεται και το πλαίσιο της ανάπτυξης του κινήματος του εργατικού ελέγχου παράλληλα με τη δημιουργία της νέας συνομοσπνδίας, της UNETE. Στο τρίτο μέρος γίνεται αναφορά στη μεγάλη πρώτη πανεθνική συνάντηση αντιπροσώπων εργατικών συμβουλίων που έγινε στις 21 Μαϊου 2011. Το τέταρτο και πέμπτο κεφάλαιο αναφέρονται στη σχέση εργατικών συμβουλίων και τοπικών κοινοτήτων και στα τελικά συμπεράσματα.


17/08/2011 – Ο Τσάβες ανακοίνωσε την εθνικοποίηση της βιομηχανίας χρυσού, η πολιτική των εθνικοποιήσεων καλά κρατεί …
Η Rusoro είναι γνωστή ρωσό – καναδική εταιρεία εξόρυξης χρυσού που δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα. Πριν λίγες μέρες, άσκησε πιέσεις στο Καράκας μαζί με άλλες εταιρίες ότι η κυβέρνηση τις εμποδίζει να πουλήσουν αρκετό χρυσό στο εξωτερικό. Η απάντηση του Τσάβες ήταν άμεση. Με ανακοίνωσή του στο κρατικό κανάλι διαμήνυσε ότι θα εθνικοποιήσει τη βιομηχανία χρυσού ξεκαθαρίζοντας ότι θα βάλει τέλος στις μαφίες που τον εξάγουν εκτός χώρας.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση παίρνει αυτή την πρωτοβουλία. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τους νόμους που επέκτειναν τον κρατικό έλεγχο στο πετρέλαιο (άντληση, αποθήκευση, μεταφορά) καταργώντας τις μέχρι τότε εκχωρήσεις σε κοινοπραξίες πολυεθνικών; Εκείνη η απόφαση στην αυγή του 21ου αιώνα είχε αποτελέσει σοκ για το πολυεθνικό κεφάλαιο και τις ΗΠΑ. Η απόπειρα μάλιστα πραξικοπήματος και το σαμποτάζ στην οικονομία με αιχμή το στρατηγικό τομέα της ενέργειας ήταν η πρώτη σπασμωδική απάντηση του μπλοκ της αντίδρασης. Η μαζική λαϊκή κινητοποίηση όμως οδήγησε το πραξικόπημα σε φιάσκο και το σαμποτάζ «έσπασε» με την «από τα κάτω» κινητοποίηση πρωτοπόρων τμημάτων της εργατικής τάξης.

Από τότε το ερώτημα των εθνικοποιήσεων αποτέλεσε τον κρίσιμο κόμβο της συγκρότησης ενός νέου ταξικού μπλοκ δυνάμεων που έδωσε την αντιπαράθεση σε δεκάδες επιχειρήσεις (με καταλήψεις εργοστασίων, διαδηλώσεις, σκληρές συγκρούσεις κ.ο.κ)  σε συμμαχία με τις τοπικές κοινότητες και τα επιμέρους κινήματα. Η πρωτοβουλία των εργατών αποτέλεσε τον κρίσιμο παράγοντα που την τελευταία δεκαετία «έσπρωξε» τον Τσάβες και την κυβέρνηση σε εκτεταμένες εθνικοποιήσεις σε μια σειρά τομείς της οικονομίας σφραγίζοντας με ταξικό πρόσημο τις εξελίξεις και οξύνοντας τις αντιφάσεις της μπολιβαριανής διαδικασίας. Η ίδια η δράση των εργατών για την αποτυχία του πραξικοπήματος τους έδωσε την αυτοπεποίθηση αλλά και ένα έμπρακτο παράδειγμα της δυναμικής της λαϊκής πρωτοβουλίας. Τα ερωτήματα πλέον τίθενται με έναν τρόπο που τείνει να παραβιάσει τα ιερά και τα όσια του αστικού καθεστώτος.

Είναι άραγε αναφαίρετο το δικαίωμα των βιομηχανιών αναψυχής να λυμαίνονται τις παραλίες με ξενοδοχεία, απλώστρες, κλαμπάκια, εισόδους κ.ο.κ.; Στη Βενεζουέλα δόθηκε αρνητική απάντηση προχωρώντας στην εθνικοποίηση της παράκτιας ζώνης της Βενεζουέλας, 80 μέτρα απ’ το υψηλότερο σημείο της παλίρροιας. Είναι απαραβίαστο και ιερό το δικαίωμα της βιομηχανίας τροφίμων να στήνει τα καρτέλ και να ανεβοκατεβάζει τις τιμές; «Να βγείτε και να καταλάβετε τα μέσα παραγωγής τροφίμων, ο αγώνας δεν είναι μεταξύ της κυβέρνησης και της μιας ή της άλλης εταιρείας αλλά ένας αγώνας μεταξύ του λαού και της ολιγαρχίας που δημιουργεί την πείνα, εκμεταλλεύεται το λαό και αποθησαυρίζει την παραγωγή», δήλωσε ο Υπουργός Αγροτικής Οικονομίας Elías Jaua το 2009. Είχαν προηγηθεί έρευνες σε εταιρίες, όπου αποδείχθηκε ότι λειτουργούσαν με τη μισή δυνατή παραγωγική τους δυνατότητα οδηγώντας σε έλλειψη βασικών τροφίμων (ζάχαρη, γάλα, ρύζι, μαγειρικό λάδι, φασόλια κ.α.). Στις έρευνες αυτές καθοριστικός ήταν ο ρόλος των εργατών που αποκάλυπταν τις δολιοφθορές που έστηναν οι εταιρίες θυσιάζοντας τις κοινωνικές ανάγκες στο όνομα του κέρδους. Μέσα σ’ αυτή τη διεργασία οι εργάτες συνειδητοποιούσαν τον κυρίαρχο ρόλο τους ως παραγωγών του κοινωνικού πλούτου. Όταν ο Τσάβες διέταξε 90 μέρες κρατικής παρέμβασης σε ιδιωτικών συμφερόντων εργοστάσιο που παρήγαγε νοθευμένο ρύζι, οι εργάτες λειτούργησαν με νέο τρόπο το εργοστάσιο ελέγχοντας την όλη διαδικασία της παραγωγής.

Τα παραδείγματα αυτά δίνουν μόνον ένα «κομμάτι» του εν εξελίξει πάζλ των εθνικοποιήσεων. Προφανώς, μια πολιτική στηριγμένη στις εθνικοποιήσεις ούτε αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία ούτε «ακραία κομμουνιστική» πολιτική, όπως συχνά εμφανίζεται στα αντι – τσαβικά παραληρήματα των μέινστριμ μίντια. Ιστορικά ακόμα και αστοί πολιτικοί είχαν προχωρήσει σε εθνικοποιήσεις την περίοδο του κράτους πρόνοιας. Άλλωστε, έχει σημασία ο προσανατολισμός στον οποίο εντάσσονται οι εθνικοποιήσεις και τα πραγματικά οφέλη που έχει ο κόσμος της εργασίας. Για παράδειγμα, μετά το ξέσπασμα της κρίσης εμφανίστηκε μαζικά η πρακτική των «εθνικοποιήσεων» με πρωτοβουλίες όπως του Ομπάμα! Πρόκειται βέβαια για εθνικοποιήσεις των χρεών με λεφτά των εργαζομένων, που καμία απολύτως σχέση δεν έχουν με όσα συμβαίνουν στη Βενεζουέλα. Ορισμένες από τις πρωτοβουλίες της  Βενεζουέλας περισσότερο θυμίζουν εκείνη τη μέρα του 1956, όταν ο Νάσερ ανακοίνωνε την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ ταράζοντας τις διεθνείς ισορροπίες και παγώνοντας τα βλέμματα των όπου γης κεφαλαιοκρατών. Τα δύο στοιχεία που ξεχωρίζουν στην περίπτωση των εθνικοποιήσεων της Βενεζουέλας είναι το εντελώς διαφορετικό διεθνές πλαίσιο του σημερινού καπιταλισμού (τόσο από άποψη συγκρότησης όσο και συσχετισμού δυνάμεων) και κυρίως ο ρόλος της εργατικής τάξης στην όλη διαδικασία.

Σε μια προσπάθεια επομένως να αναλύσουμε την κατάσταση από τη σκοπιά των ίδιων των «παραγωγών του κοινωνικού πλούτου», το ερώτημα δεν είναι μόνον οι όροι με τους οποίους φτάνουμε στην εθνικοποίηση, αλλά και το «μετά την εθνικοποίηση τι»; Στο πρώτο ερώτημα έχει αναμφίβολα μεγάλη σημασία να δει κανείς τί αντίκτυπο αφήνει στη συνείδηση των λαϊκών μαζών μια μεγάλη και νικηφόρα μάχη, όπως ήταν η περίπτωση της εθνικοποίησης της Sidor, της μεγαλύτερης χαλυβουργίας στη Λατινική Αμερική. Στο δεύτερο ερώτημα η καθοριστική πλευρά είναι η σύνδεση της εθνικοποίησης με την πάλη για τον εργατικό έλεγχο. Και απ’ αυτή την άποψη η ανάπτυξη ενός κινήματος εργατικού ελέγχου την τελευταία δεκαετία στη Βενεζουέλα αποτελεί κάτι παραπάνω από πολύτιμη εμπειρία και ξαναφέρνει στην ημερήσια διάταξη τη συζήτηση γύρω από την τακτική και στρατηγική της αριστεράς που σε προηγούμενη φάση φάνταζε διεθνώς βραχυκυκλωμένη.

26/07/2011 – Με πορεία δύο χιλιάδων παραδίδονται 45.000 υπογραφές που απαιτούν νομοθετική κατοχύρωση του εργατικού ελέγχου. Ο ρόλος των νέων συνδικάτων της UNETE και η ριζοσπαστικοποίηση του εργατικού κινήματος
Στις 26 Ιούλη στο κέντρο του Καράκας 2000 εργάτες παρέδωσαν έγγραφο με 45.000 υπογραφές με το οποίο απαιτούσαν από το Νομοθετικό Σώμα αφενός να εγκρίνει άμεσα τον Ειδικό Νόμο για τα Σοσιαλιστικά Εργατικά Συμβούλια και αφετέρου να ξεκινήσει αμέσως τη συζήτηση για ένα «νέο κι επαναστατικό» Οργανικό Εργατικό Νόμο. Και τα δύο αιτήματα υποβλήθηκαν με βάση το άρθρο 240 του Συντάγματος, με το οποίο οι πολίτες της Βενεζουέλας έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία.

Δεν ήταν η πρώτη φορά το τελευταίο διάστημα που το λεγόμενο κίνημα του εργατικού ελέγχου κάνει αισθητή την παρουσία του και διεκδικεί τον αυτοτελή πολιτικό του ρόλο. Μόλις το Μάρτη του 2011 πολλές χιλιάδες είχαν ανταποκριθεί στο τότε κάλεσμα της UNETE και απαίτησαν δημοκρατία στους χώρους δουλειάς, δύναμη στα συνδικάτα, έλεγχο στα πλάνα και τους ρυθμούς δουλειάς και προστασία απέναντι στην τρομοκρατία που έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε δολοφονίες επαναστατών εργατών από πληρωμένους γκάνγκστερ της εργοδοσίας.
Ποια είναι όμως η UNETE και ποιο το περίφημο κίνημα του εργατικού ελέγχου;                                                                
Η Unión Nacional de Trabajadores – UNETφτιάχτηκε με πρωτοβουλία συνδικάτων, πολιτικών συλλογικοτήτων και συνδικαλιστών το 2003. Η δημιουργία της αποτέλεσε ταξική αγωνιστική απάντηση στον απόλυτο εκφυλισμό της επίσημης συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας της CTV (Confederación de Trabajadores de Venezuela), η οποία συμμετείχε στην απόπειρα πραξικοπήματος του 2002 και πολεμάει λυσσαλέα κάθε  εργατική ριζοσπαστικοποίηση και αυτοτελή πρωτοβουλία. Παρά τα προβλήματά της η UNETE μαζικοποιήθηκε πολύ γρήγορα, δημιούργησε πολλά νέα συνδικάτα και συλλογικότητες ανέργων, πήρε πρωτοβουλίες για την ελαστική εργασία, ενώ «κέρδισε» πολλά συνδικάτα που έσπασαν από τη CTV. Η UNETE εκφράζει “κριτική στήριξη” προς τον Τσάβες, ενώ η  ανεξαρτησία της από την κυβέρνηση αποτελεί διαρκές διακύβευμα και σημείο τριβής των ομάδων που δραστηριοποιούνται εντός της νέας Συνομοσπονδίας. Σε κάθε περίπτωση έχει δώσει πολύ θετικά δείγματα γραφής ενώ δεν έχει φοβηθεί να συγκρουστεί με πολιτικές της κυβέρνησης και ειδικά αντεργατικές πρακτικές των τοπικών αρχόντων. Βασική της διακήρυξη είναι ότιο «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» κρίνεται πρώτα απ’ όλα στους χώρους δουλειάς και τα επόμενα βήματα της μπολιβαριανής διαδικασίας θα καθοριστούν από τη συγκρότηση, τη συνειδητή δράση και τον προσανατολισμό του εργατικού κινήματος. Το πιο σημαντικό πεδίο συμβολής της ήταν σε κάθε περίπτωση η ανυποχώρητη πάλη για τις εθνικοποιήσεις και τον εργατικό έλεγχο.

Η πρόταση για τον Ειδικό Εργατικό Νόμο για τα Σοσιαλιστικά Εργατικά Συμβούλια ήταν αρχικά νομοθετική πρόταση του ΚΚΒ (Κομμουνιστικό Κόμμα Βενεζουέλας) το 2007 και τότε είχε στηριχθεί και από τον Τσάβες, χωρίς όμως να τεθεί σε ψήφιση. Στο τελευταίο του συνέδριο που έγινε το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 2011 το ΚΚΒ αποτίμησε πολύ θετικά την ανάπτυξη του κινήματος για τον εργατικό έλεγχο κι εκτίμησε ότι τα σοσιαλιστικά εργατικά συμβούλια είναι κρίκος για τη συγκέντρωση δυνάμεων και την ανάπτυξη της «λαϊκής επαναστατικής συνείδησης». Το συνέδριο τέλος αποφάσισε τη συνέχιση της πάλης για ένα νέο Οργανικό Εργατικό Νόμο, ο οποίος συζητιέται στα νομοθετικά όργανα από το 2003 και από τότε καθυστερεί!

Ιδιαίτερα ένθερμος απέναντι στα εργατικά συμβούλια αλλά επιφυλακτικός στην εμμονή του ΚΚΒ να ιεραρχεί ως πρώτο ζήτημα την ψήφιση του Νόμου ήταν στις αρχές του καλοκαιριού του 2010 ο Stalin Pérez Borges, πρωτοπόρος συνδικαλιστής, ιδρυτικό στέλεχος της UNT και μέλος του Marea Socialista, που παρεμβαίνει εντός του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος Βενεζουέλας (PSUV) με θέσεις αριστερής εργατικής αντιπολίτευσης. Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο περιοδικό Against the Current είχε τονίσει ότι τα εργατικά συμβούλια αποτελούν τη συνέχεια των επαναστατικών παραδόσεων του εργατικού κινήματος και είναι καθοριστική η σημασία τους ειδικά αν λάβει κανείς σοβαρά υπόψη ότι τον έλεγχο της οικονομίας στη Βενεζουέλα τον έχει ακόμη η ιδιωτική πρωτοβουλία και τα συμφέροντα της εγχώριας μπουρζουαζίας και των πολυεθνικών. Για το δε νόμο ανέφερε σχετικά:
«Χρειαζόμαστε αλήθεια ένα νόμο που να εγκριθεί από τους αντιπροσώπους της Εθνοσυνέλευσης ή θα είναι καλύτερα να αφήσουμε να ξεδιπλωθεί στην πράξη το σχέδιο των εργατικών συμβουλίων και να διεκδικηθεί η νομοθετική κατοχύρωση βάσει της ίδιας της εμπειρίας των εργατών; Αν ο νόμος θεσπιστεί πριν την πείρα των εργατών κινδυνεύουμε να βρεθούμε σε αδιέξοδο. Είναι αδύνατο να θεσπίσεις και να ορίσεις εκ των προτέρων μια διαδικασία που είναι από τη φύση της πολύ ανοικτή στις προοπτικές, ιδιαίτερα αν θες να φτιάξεις ένα νόμο που να σπρώχνει προς τα μπρος την επαναστατική διαδικασία κι όχι να αναπαράγει τα παλιά μοτίβα».

Τελικά για πρώτη φορά τα συμβούλια αναγνωρίστηκαν νομοθετικά με την αποδοχή του «Οργανικού Νόμου για τη Λαϊκή Εξουσία» το Δεκέμβρη του 2010. Αυτό όμως που φαίνεται να παίζει τον κρίσιμο ρόλο μέχρι και σήμερα είναι όντως η «από τα κάτω» ανάπτυξη του κινήματος για τον εργατικό έλεγχο.Το κίνημα αυτό ριζωμένο σε σκληρές βιομηχανικές ζώνες της Βενεζουέλας, όπως η Guayana, «έδεσε» με την πάλη για τις εθνικοποιήσεις και πολιτικοποίησε το ήδη αναπτυσσόμενο ρεύμα της ριζοσπαστικοποίησης του εργατικού κινήματος.

Στις επιχειρήσεις άλλωστε που επέβαλαν μέσα από σκληρό και πολύμορφο αγώνα την εθνικοποίηση τους η επιβολή του εργατικού ελέγχου είναι που κρίνει αν τελικά η εθνικοποίηση θα σηματοδοτήσει μια τομή για την εργατική τάξη και έναν προσανατολισμό της οικονομίας προς όφελος των λαϊκών μαζών. Τα συμβούλια παραμένουν ανεξάρτητα από τα σωματεία και αποτελούν μαζικές οργανώσεις της λαϊκής εξουσίας που επιτρέπουν στους εργάτες να συμμετάσχουν σε παραγωγικές, διοικητικές και διαδικασίες μάνατζμεντ μέσα στους χώρους δουλειάς.
Αυτό που τονίζουν οι πρωτεργάτες του κινήματος για τον εργατικό έλεγχο είναι ότι οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις στα χέρια των γραφειοκρατών του κράτους αφενός δε θα σηματοδοτήσουν καμιά ουσιαστική διαφορά για τους εργάτες ή την κοινωνική πλειοψηφία και αφετέρου είναι πιθανό οι γραφειοκράτες να επενδύσουν στην αποτυχία των κρατικών επιχειρήσεων στο όνομα της επιστροφής στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Για παράδειγμα, όπως αναφέρθηκε σε μία από τις ομιλίες  της πορείας της 27ης Ιουνίου «ο εργατικός έλεγχος είναι ο μόνος τρόπος για να ηττηθούν οι μεσάζοντες και να μην πουλιούνται τα προϊόντα σε κερδοσκοπικές τιμές στην αγορά».

Ο εργατικός έλεγχος μπορεί επομένως να αποτελέσει μέσο για την «από τα κάτω» επιβολή της αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου και μέσο της διαπαιδαγώγησης των εργατών στην αυτοκυβέρνησή τους. Κι αυτό είναι κάτι που ήδη φαίνεται στην εμπειρία από τους χώρους δουλειάς στη Βενεζουέλα.
(ΠΗΓΗ: venezuelanalysis.com)
21/05/2011 – Συνάντηση για τον εργατικό έλεγχο 900 αντιπροσώπων εργατικών συμβουλίων από πάνω από 100 εργοστάσια.
Την πραγματική εμπειρία του κινήματος για τον εργατικό έλεγχο συζήτησαν στις 21 Μαΐου 900 αντιπρόσωποι εργοστασιακών συμβουλίων, οι οποίοι συναντήθηκαν στις εγκαταστάσεις της Sidor.
Η Sidor εθνικοποιήθηκε το 2008 μετά από ανυποχώρητο και περήφανο αγώνα που αποτέλεσε παράδειγμα για τη μάχη που δινόταν σε εκατοντάδες επιχειρήσεις. Στην περιοχή της Guayana, στην ανατολική πλευρά νότια του ποταμού Ορινόκο, όπου βρίσκεται και η Sidor, το κίνημα του εργατικού ελέγχου έχει προωθημένες κατακτήσεις σε δεκάδες εργοστάσια μέσα από σκληρή σύγκρουση – συμπεριλαμβανομένης της φυσικής βίας – με τον ιδιώτη εργοδότη αλλά και μετά την εθνικοποίηση με τα γραφειοκρατικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού…
Αν και ο Τσάβες έχει στηρίξει σε πολλές περιπτώσεις τον εργατικό έλεγχο, οι τοπικοί δήμαρχοι και κυβερνήτες έχουν πρωταγωνιστήσει στην υπονόμευση και την τρομοκρατία της εργατικής πρωτοβουλίας σε συμμαχία με αστικοποιημένα συνδικάτα που ορισμένες φορές στήνονται από αντιδραστικές διοικήσεις ή χρηματοδοτούνται άμεσα από πολυεθνικές εξυπηρετώντας συγκροτημένα κι επιθετικά τα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα όσα διαδραματίστηκαν στο εργοστάσιο αλουμινίου ALCASA, τα οποία διηγήθηκε στη συνάντηση ο άμεσα εμπλεκόμενος Elio Sayago. Το Μάιο του 2010 το σωματείο πρότεινε τον Elio Sayago για τη διεύθυνση του εργοστασίου και πίεσε τον Τσάβες να δεχθεί μια τέτοια εξέλιξη. Ο Τσάβες όχι μόνο στην ALCASA αλλά και σε άλλα εργοστάσια (SIDOR, BAUXILUM και VENALUM) δέχθηκε το διορισμό εργατών στις κρίσιμες θέσεις και προέτρεψε τους εργάτες να προωθήσουν σε όλα τα πεδία τον εργατικό έλεγχο. Ο Rangel Gómez όμως, κυβερνήτης της περιοχής κι εκλεγμένος με το PSUV (το κόμμα που ηγείται ο Τσάβες) είχε άλλη άποψη!
Για το λόγο αυτό μέσα στο χρόνο και σε συνεργασία με το αντιδραστικό σωματείο Μπολιβαριανή Εργατική Δύναμη (Bolivarian Workers’ Force – FBT) χρησιμοποίησε βίαιες μεθόδους και σαμποτάζ για να καταστείλει τον εργατικό έλεγχο. Με πληρωμένους τραμπούκους οι δυνάμεις της αντίδρασης κατέλαβαν τις πύλες του εργοστασίου και απαγόρευσαν για 34 μέρες τη λειτουργία της παραγωγής με στόχο να ανατρέψουν το Sayago και να πετύχουν ένα καίριο πλήγμα στο κίνημα του εργατικού ελέγχου. Αντίστοιχες πρακτικές παρατηρήθηκαν και στη BAUXILUM και σε μικρότερο βαθμό στη SIDOR.

Τα προβλήματα με τις τοπικές αρχές δεν ήταν τοπικό φαινόμενο. Οι παρεμβάσεις εκπροσώπων εργοστασιακών συμβουλίων από τις πλέον διαφορετικές περιοχές της χώρας έδειξε ότι η πάλη και ομαζικός εργατικός “από τα κάτω” συντονισμός είναι ο μόνος δρόμος για να επιβληθούν κατακτήσεις. Για παράδειγμα ο αντιπρόσωπος ενός εργοστασίου παραγωγής ειδών μπάνιου, τόνισε πως δύο φορές ο Τσάβες ανακοίνωσε την εθνικοποίηση του εργοστασίου (Νοέμβριος 2009 και Ιούνιος 2010). Κάτι τέτοιο όμως δεν εφαρμόσθηκε ποτέ στην πράξη, καθώς μπλοκαρίστηκε από τα γραφειοκρατικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού. Εργάτριες από την Κλωστοϋφαντουργία στο Μαρακάι, περιέγραψαν την πεισματική άρνηση του δήμου και του τοπικού κυβερνήτη να ανταποκριθεί στο αίτημα της εθνικοποίησης παρά το γεγονός ότι έχουν προχωρήσει σε κατάληψη του εργοστασίου τα τελευταία δύο χρόνια. Η ίδια άρνηση της εθνικοποίησης οδήγησε άλλους εργάτες στη VIVEX, εργοστάσιο παραγωγής παρμπρίζ, στο να συστήσουν προσωρινά μια κοοπερατίβα, νομική μορφή που τους δίνει τη δυνατότητα να παράγουν και να πωλούν μόνοι τα προϊόντα τους. Όπως όμως εξήγησε ο Jean Carlos Sabino, η επιλογή της κοοπερατίβας είναι μόνο προσωρινή, ενώ η εθνικοποίηση είναι η μόνη πραγματικά βιώσιμη επιλογή για το μέλλον.

Μια ξεχωριστή στιγμή της συνάντησης ήταν η παρέμβαση κάποιου Mejías, που παρουσιάστηκε σαν αντιπρόσωπος του συνδικάτου της Mitsubishi στο κρατίδιο Anzoátegui. Στην πραγματικότητα όμως, είναι ηγέτης ενός νέου εργοδοτικού σωματείου που φτιάχτηκε με πρωτοβουλία της διοίκησης μετά τις απολύσεις 220 εργατών, μεταξύ των οποίων 11 εργατών του πραγματικά αγωνιστικού συνδικάτου. Όταν το ακροατήριο άκουσε την απίστευτα ντροπιαστική υποστήριξή του στις ενέργειες των αφεντικών, η ομιλία του διακόπηκε και η συντριπτική πλειοψηφία απαίτησε να πεταχτεί έξω απ’ την αίθουσα της συνάντησης.

Ο Félix Martínez, εκπρόσωπος του πραγματικού συνδικάτου (SINGETRAN) που μίλησε αμέσως μετά, δήλωσε ότι η πάλη των εργατών για την ανάκληση των απολύσεων συνεχίζεται και κάλεσε την Υπουργό Εργασίας María Cristina Iglesias να αλλάξει τακτική και να σταματήσει να στηρίζει την πολυεθνική της Ιαπωνίας Mitsubishi.
Η συνάντηση κατέληξε σε κείμενο – απόφαση συμπερασμάτων και πρωτοβουλιών συντονισμού το οποίο υπογράφηκε από αντιπροσώπους πάνω από 100 εργοστασίων που εκτείνονται σε 21 από τα 24 κρατίδια της χώρας. Κατατέθηκε μάλιστα και ψήφισμα καταδίκης του τοπικού κυβερνήτη Rangel Gómez, το οποίο και πέρασε ομόφωνα.
(ΠΗΓΗ: In Defence of Marxism)

Η δυναμική ενός νέου μπλοκ εργατικών συμβουλίων και τοπικών κοινοτήτων στην πορεία του κοινωνικού μετασχηματισμού
Όπως έχουμε ήδη περιγράψει, το εν εξελίξει κίνημα των εργατικών συμβουλίων έχει θέσει επί τάπητος τον κοινωνικό και πολιτικό ρόλο του οργανωμένου ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος.  «Οι εργάτες είναι η κινητήριος δύναμη της ιστορικής αλλαγής και του κοινωνικού μετασχηματισμού. Γι’ αυτό το λόγο ένας νέος κι επαναστατικός εργατικός νόμος σε συμφωνία με το Σύνταγμα της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας είναι αναγκαίος» δήλωσε πρόσφατα ο εκπρόσωπος των σοσιαλιστικών εργατικών συμβουλίων Rosso Grimau. Ο Πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης Fernando Soto Rojas μετά την υποβολή των 45.000 υπογραφών στη διαδήλωση του Ιούλη υποσχέθηκε βέβαια ότι τα εργατικά αιτήματα θα τεθούν άμεσα στο δημόσιο διάλογο. Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των εργατών διαμήνυσαν ότι παρά τις υποσχέσεις θα παραμείνουν σε καθεστώς «διαρκούς κινητοποίησης» για να διασφαλίσουν ότι τα εμπόδια που θέτει η αντιπολίτευση δε θα οδηγήσουν κι αυτούς τους νόμους σε μια ατέρμονη διαδικασία αναβολής.

Αν ψηφιστεί ο «νέος κι επαναστατικός εργατικός νόμος», όπως διεκδικεί η UNETE σίγουρα  θα αποτελέσει ασπίδα προστασίας των συμβουλίων απέναντι στις πρωτοβουλίες της εργοδοσίας και της “made in USA” αντιπολίτευσης. Όποια όμως κατοχύρωση κι αν θεσμοθετούν τα νομικά κείμενα ως παραπροϊόντα της ίδιας της πάλης των δυνάμεων της εργασίας, η καθοριστική πλευρά συνεχίζει να είναι η δυναμική αυτής της πάλης και ο πραγματικός συσχετισμός δύναμης που διαμορφώνεται καθημερινά στο κοινωνικό πεδίο της αντιπαράθεσης κεφαλαίου – εργασίας.

Πέρα από κάθε εξιδανίκευση της κατάστασης, η πραγματικότητα υπενθυμίζει ότι παρά τη ραγδαία βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την εγκαθίδρυση δομών κοινωνικής πρόνοιας πάνω από το 50% των διαδικασιών παραγωγής, διανομής και κυκλοφορίας συνεχίζει να βρίσκεται στα χέρια των ιδιωτών. Οι ιδιώτες ελέγχουν επίσης τη ροή της πληροφορίας κατέχοντας μεγάλο τμήμα των μίντια  επιχειρώντας να ανακόψουν τη διαμόρφωση μιας νέας συλλογικής αγωνιστικής συνείδησης μέσω της χειραγώγησης και της αντιδραστικής προπαγάνδας. Και στο επίπεδο των μισθών παρά την υπαρκτή μερική αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου προς όφελος των λαϊκών μαζών αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι ένας δικαστής παίρνει 40.000 Bs (6.500 περίπου Ευρώ) όταν ο μέσος πραγματικός μισθός του εργάτη κινείται στα 2 – 3.000 Bs (325 – 490 Ευρώ).

Με αυτά τα δεδομένα η αντιπαράθεση είναι σκληρή και κρίνεται κάθε φορά στις πρωτοβουλίες «των κάτω» και ειδικά σε μια νέα κοινωνική και πολιτική δυναμική αγωνιστικής συσπείρωσης κι αλληλεγγύης που εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια. Τα νέα συνδικάτα και τα εργατικά συμβούλια αποτελούν αποτυπώσεις αυτής της δυναμικής στο επίπεδο της εμφάνισης οργάνων εργατικής πολιτικής. Αυτή όμως δεν περιορίζεται στις πρωτοβουλίες του εργατικού κινήματος αλλά σχετίζεται και με τις τοπικές κοινότητες, την εμφάνιση κοινοτικών συμβουλίων κι ένα σύνολο τοπικών κινημάτων. Υπάρχει εξαιρετικά πλούσια εμπειρία στα πάνω από 30.000 κοινοτικά συμβούλια (Consejos Comunales) που λειτουργούν με Γενικές Συνελεύσεις και διευρυμένο πλαίσιο αρμοδιοτήτων που θα αδικούνταν από μια συνοπτική περιγραφή στα πλαίσια ενός αφιερώματος με θεματική τον εργατικό έλεγχο.
Επιφυλασσόμαστε επομένως να ασχοληθούμε με τα κοινοτικά συμβούλια σε επόμενο αφιέρωμα. Αυτό όμως που αξίζει να αναδειχθεί εδώ είναι ο ιδιαίτερος ρόλος των τοπικών κοινοτήτων στους εργατικούς αγώνες και ιδιαίτερα στην πάλη για εθνικοποιήσεις και τον εργατικό έλεγχο. Η δράση των τοπικών κοινωνιών και ειδικά όσων κοινοτικών συμβουλίων δραστηριοποιούνται κοντά στις βιομηχανικές ζώνες δεν εξασφάλισε μόνο την κοινωνική νομιμοποίηση αλλά και την έμπρακτη αλληλεγγύη στον αγώνα. Υπάρχουν δεκάδες τέτοιου τύπου παραδείγματα ειδικά όπου οι εργάτες προχώρησαν σε καταλήψεις εργοστασίων ή όπου η εργοδοσία, οι τοπικές αρχές και ο εργοδοτικός συνδικαλισμός κινητοποίησαν κράτος (αστυνομία) και παρακράτος ενάντια στους εργάτες.

Αυτό που διακυβεύεται όμως από τη συνάντηση του εργατικού κινήματος με τις τοπικές κοινότητες υπερβαίνει μια στάση αγωνιστικής αλληλεγγύης. Αποτελεί μια πρωτότυπη ανταλλαγή εμπειριών και σφυρηλάτηση σχέσεων ανάμεσα σε ριζοσπαστικές δυνάμεις που μπορεί να δραστηριοποιούνται  από το εργοστάσιο μέχρι ομάδες αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, «κοινωνικές αποστολές», οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στις φτωχογειτονιές κ.ο.κ. Την ίδια στιγμήπροκύπτει το αντικειμενικό έδαφος μιας συμμαχίας με τον αγροτικό τομέα (στην ανάπτυξη του οποίου παίζουν καθοριστικό ρόλο οι τοπικές κοινότητες) αλλά και τμήματα εργαζομένων που δεν καλύπτονται από το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα αλλά συγκροτούνται στις κοινότητες του χώρου κατοικίας τους. Αυτό δεν είναι δευτερεύουσα πλευρά αν αναλογιστεί κανείς ότι μετά τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα της περιόδου του ’90 το 50% των βενεζουελάνων εργατών εργάζονται στην «άτυπη οικονομία». Ο ρόλος των τοπικών κοινοτήτων λαμβάνει υπ’ αυτή την έννοια τον επιπλέον χαρακτήρα μιας συλλογικής διαπαιδαγώγησης που αποτελεί εν δυνάμει δίαυλο ταξικού προσανατολισμού που μπορεί να ξεκινήσει από τη γειτονιά και να μεταλαμπαδευθεί στους χώρους δουλειάς. Αυτή η αλλητροφοδότηση δημιουργεί ένα εξαιρετικά εύφορο έδαφος δημιουργίας και ανάπτυξης του νέου ριζοσπαστισμού.

Εκκινώντας λοιπόν από τις καλύτερες παραδόσεις του επαναστατικού κινήματος (Κομμούνα του Παρισιού, σοβιέτ, εργατικά συμβούλια κ.ο.κ.) η ανάδυσή εργατικών – κοινοτικών συμβουλίων στη Βενεζουέλα του 21ου αιώνα αποτελεί ένα κοινωνικό και πολιτικό πείραμα όχι στο δοκιμαστικό σωλήνα φαντασιακών σεναρίων, αλλά σα ζωντανή κι εξελισσόμενη μορφή έκφρασης της πάλης των τάξεων. Για το λόγο αυτό, ένας αναβαθμισμένος ρόλος κι ένα συνεκτικό σχέδιο εργατικών – κοινοτικών συμβουλίων δε σχετίζεται μόνο με το παρόν αλλά και με την προοπτική της μπολιβαριανής διαδικασίας. Τα συμβούλια αποτελούν την πιο προωθημένη κατάκτηση στον παρόντα συσχετισμό δύναμης και ταυτόχρονα εργαλεία αλλαγής του κι εν δυνάμει κύτταρα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Σε κάθε περίπτωση στέλνουν το μήνυμα της συγκρότησης των «από κάτω» σε ένα βηματισμό που  αποτελεί την πιο αποτελεσματική εγγύηση για την υπεράσπιση των κατακτήσεων από κάθε εξωτερική ή εσωτερική υπονόμευση και ταυτόχρονα την πιο ελπιδοφόρα διαδικασία επαναστατικής επίλυσης των πραγματικών αντιφάσεων της μπολιβαριανής διαδικασίας.

Η δομική κρίση του κεφαλαίου και η πρόκληση μιας «πέραν του κεφαλαίου» προοπτικής. Η μπολιβαριανή διαδικασία σε κρίσιμο σταυροδρόμι.
 «Πώς μπορεί μια επιχείρηση να προωθήσει το σοσιαλισμό εντός των πλαισίων του καπιταλισμού;»
Αυτό είναι το ερώτημα – κλειδί, το οποίο θέτει ο Carlos Lanz, πρόεδρος του δεύτερου μεγαλύτερου εργοστασίου αλουμινίου της Βενεζουέλας, στο πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ των Dario Azzellini και Oliver Ressler «5 εργοστάσια – εργατικός έλεγχος στη Βενεζουέλα» (5 fábricas – control obrero en Venezuela) (1). Το ερώτημα αυτό «δένεται» αναπόφευκτα με την πορεία της οικονομίας της Βενεζουέλας στη συγκυρία της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.

Πρόσφατα, ο Τσάβες δήλωνε ότι οι στρατηγικές οικονομικές και πολιτικές συμμαχίες τις οποίες έχει χτίσει η Βενεζουέλα τα τελευταία 12 χρόνια την καθιστούν ισχυρή στο να αντιμετωπίσει τα χτυπήματα από την  παγκόσμια οικονομική κρίση. Ενώ η κρίση εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη και προκαλεί το χάος στον κόσμο, η Βενεζουέλα παραμένει σταθερή και η οικονομία της ισχυροποιείται μέρα με τη μέρα, διαβεβαίωνε από την Κούβα όπου ολοκλήρωσε το δεύτερο γύρο της χημειοθεραπείας του. «Μου κέντρισε το ενδιαφέρον ότι πριν δυο μέρες ο Τύπος έδειχνε όλα τα Χρηματιστήρια έπεφταν παντού εκτός από της Βενεζουέλας». Ο Ομπάμα, συνεχίζει ο Τσάβες βρίσκεται εγκλωβισμένος στο δικό του λαβύρινθο, στη μεγαλύτερη κρίση από την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης του 1929, ενώ τέλος τόνισε εμφατικά τη διαφορά ανάμεσα στην οικονομία της Βενεζουέλας που δεν εξαρτάται από διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς και οικονομίες όπως της Ελλάδας ή της Ισπανίας που εξαρτώνται και έχουν βυθιστεί στην κρίση! (2).

Το ερώτημα που προκύπτει εύλογα είναι πως μπορεί μια οικονομία στα σημερινά να μην επηρεαστεί από την κρίση; Αρκεί να αναλογιστούμε ότι το 50% του πετρελαίου που εξάγει η Βενεζουέλα πηγαίνει στην αμερικανική αγορά, ενώ το 60% των εισαγωγών στη Βενεζουέλα προέρχονται από τις ΗΠΑ. Ο Τσάβες δίνει την απάντηση των συμφωνιών που είτε έχει ήδη κλείσει είτε διαπραγματεύεται με την Κίνα, τη Ρωσία και τη Βραζιλία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα υπάρχει περίπτωση με πρωτοβουλία της Βενεζουέλας να μεταφερθούν καταθέσεις και αποθέματα χρυσού ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ σε τράπεζες των χωρών με τις οποίες κλείνει οικονομικές συμφωνίες. Πόση σταθερότητα μπορούν όμως να εγγυηθούν τέτοιες συμφωνίες σε μια φάση διεθνούς καπιταλιστικής αστάθειας, όπου οι ισχυρές πληθωριστικές τάσεις στην Κίνα και την Ινδία ή η φούσκα ακινήτων στην Βραζιλία δείχνει το φρενάρισμα της «ανάπτυξης» των «νέων δυνάμεων» (των λεγόμενων BRIC).

Ήδη άλλωστε, η Βενεζουέλα δε βρίσκεται έξω από το χορό της κρίσης, όπως μαρτυρούν τα δεδομένα των τελευταίων χρόνων. Προκειμένου να μην ακολουθήσει τη συνταγή των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες το 2010 η κυβέρνηση προχώρησε στην υποτίμηση του βενεζολάνικου νομίσματος σε δύο επίπεδα: το «κανονικό» συνάλλαγμα θα είναι 2.6 Μπολίβαρ ανά δολάριο και το «πετρελαϊκό» συνάλλαγμα θα είναι 4.60 (3). Αυτό είχε όμως σαν αποτέλεσμα την εκτίναξη των τιμών σε κάθε είδους προϊόντα, τη στιγμή που ο πληθωρισμός ήταν ήδη τα προηγούμενα χρόνια μεγάλο πρόβλημα έχοντας τα υψηλότερα ποσοστά στη Λατινική Αμερική. Ταυτόχρονα, η υποτίμηση δε φάνηκε να οδηγεί στα αναμενόμενα αποτελέσματα ανάπτυξης τη στιγμή που οι εξαγωγές κρίνονται σε μεγάλο ποσοστό από την ιδιωτική πρωτοβουλία που δεν ήταν πρόθυμη για επενδύσεις. Ο Τσάβες δήλωσε τότε ότι η κυβέρνηση θα καταπολεμήσει τον πληθωρισμό με απαλλοτριώσεις όσων κερδοσκοπούν σε βάρος του λαού.

Με αυτό το πέρασμα φτάνουμε και πάλι στην πρακτική των εθνικοποιήσεων και του εργατικού ελέγχου. Είναι γεγονός ότι κάθε πρακτική διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης εντός του κυριάρχου πλαισίου θα οδηγήσει σε τελική ανάλυση στην αναπαραγωγή των δομικών αντιφάσεων του συστήματος. Χωρίς επομένως να εκβιάζουμε «εύκολες» απαντήσεις σε εξαιρετικά σύνθετες και αντιφατικές διεργασίες προκύπτει ότι υπό προϋποθέσεις οι εθνικοποιήσεις με όρους μαζικού λαϊκού κι εργατικού εκβιασμού και το ακηδεμόνευτο κίνημα του εργατικού ελέγχου δίνουν ένα περίγραμμα ενός “Tertium Datur”. Ανοίγεται μ’ αυτό τον τρόπο ένας τρίτος δρόμος σύγκρουσης και προοπτικής με τη σφραγίδα των «από κάτω» ανάμεσα στα σχέδια ιδιωτών και γραφειοκρατών για το σαμποτάζ και την ανοικτή υπονόμευση των εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων απ’ τη μια πλευρά και την επίσημη πολιτική ισορροπιών και συμβιβασμού των αντιθέτων που ακολουθεί ο Τσάβες σε επίπεδο εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής (πχ. αναβάθμιση διπλωματικών σχέσεων με την Κολομβία με την έκδοση του αγωνιστή δημοσιογράφου Χοακίν Πέρες Μπεσέρα).

Ποιες είναι λοιπόν οι προϋποθέσεις όπου τέτοια αιτήματα μπορούν να οδηγήσουν σε ρήξεις και τομές, όπως προκύπτει με βάση την ιστορική εμπειρία αλλά και από τις περιγραφές που έχουν προηγηθεί; Ένα πρώτο ζήτημα είναι η πάλη για επέκταση των εθνικοποιήσεων σε όλους τους βασικούς τομείς της οικονομίας και η εθνικοποίηση των τραπεζών, ούτως ώστε να υπάρχει έλεγχος της πίστωσης σε μεγάλη κλίμακα. Για να έχουμε μια εικόνα, οι απαλλοτριώσεις τραπεζών το 2009 και η δημιουργία νέας τράπεζας δημοσίων επενδύσεων (Banco Bicentenario) αύξησε τον κρατικό έλεγχο του τραπεζικού τομέα μόλις στο 20-25%. Η δεύτερη και καθοριστική προϋπόθεση έχει ήδη απαντηθεί στην ουσία της, καθώς δεν είναι άλλη από το να προσλάβει το αίτημα του εργατικού ελέγχου το χαρακτήρα του κινήματος. Προφανώς, είναι πιθανό η διαπάλη για το χαρακτήρα του εργατικού ελέγχου να ενταθεί και στη βάση του κινήματος, όπου μπορούν να αναπαραχθούν οι κυρίαρχες αντιφάσεις.

Ποιός θα είναι ο προσανατολισμός του εργατικού ελέγχου; Τα σοσιαλιστικά εργατικά συμβούλια θα περιοριστούν σε όργανα διεξαγωγής της οικονομικής πάλης (διαπραγμάτευση των όρων αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης) ή θα ανεβάσουν τον πήχη και θα συνδεθούν με τη θεμελιώδη πλευρά του κοινωνικού μετασχηματισμού; Ποιός θα ελέγχει τους ελεγκτές; Η αιρετότητα και η ανακλητότητα των αντιπροσώπων των εργατικών συμβουλίων και η κατάκτηση της πραγματικής δημοκρατίας εντός του κινήματος αποτελεί όρο για να μην εκφυλιστεί ο ρόλος των συμβουλίων σε μηχανισμούς συνδιαχείρισης, ακόμη και ενσωμάτωσης, όπως έχει συμβεί σε διάφορες ιστορικές περιστάσεις όπου αναδείχθηκαν αντίστοιχα όργανα. Τον κίνδυνο αυτό είχε επισημάνει ο Λένιν στη μπροσούρα με τίτλο «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να τη καταπολεμήσουμε» λίγες βδομάδες πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, όταν έγραφε: «Είναι αδύνατο να γίνει έλεγχος στους καπιταλιστές αν ο έλεγχος αυτός παραμένει γραφειοκρατικός, γιατί η ίδια η γραφειοκρατία συνδέεται και είναι μπλεγμένη με χιλιάδες νήματα με την αστική τάξη».

Το μίσος της εργοδοσίας και της κρατικής γραφειοκρατίας απέναντι στους συνδικαλιστές που πρωταγωνιστούν στην πάλη για τον εργατικό έλεγχο δείχνει πως το κίνημα βαδίζει προς τη σωστή κατεύθυνση με πανεθνικό συντονισμό και με τα πιο προωθημένα τμήματα του κινήματος να θέτουν θέμα επέκτασης του ελέγχου σε όλες τις σφαίρες της παραγωγικής διαδικασίας σπάζοντας κάθε ιδιωτικό απόρρητο και δημοσιοποιώντας στους ίδιους τους παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου το συνολικό προτσές της παραγωγής.

Προφανώς, οι τόσο ενδιαφέρουσες κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες της Βενεζουέλας έχουν συνδεθεί και με τις θεωρητικές ριζοσπαστικές αναζητήσεις της τελευταίων χρόνων. Και αυτή η δύσκολη θεματική απαιτεί βέβαια ξεχωριστή πραγμάτευση. Εδώ υπαινικτικά θα γίνει αναφορά μονάχα σε δύο συγγραφείς των οποίων δύο σημαντικά έργα μοιράζονται τον ίδιο τίτλο. Πρόκειται για τουςIstván Mészáros και Michael Lebowitz και ο τίτλος των έργων τους θέτει απευθείας το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων: «Πέραν του κεφαλαίου» – Beyond Capital. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους  κυρίως στο ζήτημα του κράτους και οι δύο φαίνεται να συμφωνούν στη διαπίστωση, σύμφωνα με τη διατύπωση του Lebowitz ότι: «Δεν υπάρχει τίποτα αναπόφευκτο σχετικά με το εάν η Μπολιβαριανή Επανάσταση θα επιτύχει στην οικοδόμηση της νέας κοινωνίας ή εάν θα καταλήξει σε ένα νέο είδος καπιταλισμού με λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Η έκβαση θα καθοριστεί αποκλειστικά από την πάλη» (4).

Ο ίδιος ο Lebowitz αναδεικνύει πλευρές του έργου του Μεζάρος τις οποίες θεωρεί αναγκαίες για την επιτυχή έκβαση της πάλης. Ανάμεσα σ’ αυτές ξεχωρίζει η πρόταση για ένα νέο κοινοτικό σύστημα υπό το πρίσμα ενός νέου τύπου ανταλλαγής - ανταλλαγή δραστηριοτήτων «στην οποία τα άτομα εμπλέκονται, σύμφωνα με την ανάγκη τους ως ενεργά ανθρώπινα όντα», ανταλλαγή για τις κοινωνικές ανάγκες και τους κοινωνικούς σκοπούς με βάση έναν πραγματικό σχεδιασμό, όχι «απ’ τα πάνω» αλλά με κύτταρο τη «συντονισμένη κοινωνική αυτοδιαχείριση». Τα εργατικά συμβούλια υπ’ αυτή την έννοια είναι ο πιο αποτελεσματικός φορέας της συντονισμένης κοινωνικής αυτοδιαχείρισης. Το κοινοτικό σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης, όπως περιγράφεται στο βιβλίο του Μεζάρος, έχει επηρεάσει και τον ίδιο τον Τσάβες, ο οποίος έχει αφιερώσει εκπομπές του (Aló Presidente) στο έργο αυτό, ενώ το 2008 ο Υπουργός Πολιτισμού της Βενεζουέλας ανακοίνωσε ότι30.000 αντίτυπα του Beyond Capital (πάνω από 1000 σελίδες) θα μοιραστούν δωρεάν σε κοινοτικά συμβούλια και δημόσιους οργανισμούς.

Θα κλείσουμε λοιπόν αυτό το αφιέρωμα με την υπενθύμιση του Ούγγρου φιλοσόφου, όπου κάνοντας ιστορική αναδρομή στο Σιμόν Μπολιβάρ επισημαίνει τον κίνδυνο μιας ανακατανομής του σχετικού μεριδίου των διαφόρων κοινωνικών δυνάμεων στις δομικά δεδομένες σχέσεις εξουσίας χωρίς να αμφισβητηθούν τελικά οι δομικές παράμετροι της δεδομένης κοινωνικής τάξης πραγμάτων. «Ακόμη όμως και οι πιο επιδέξιες πολιτικές εξισορροπήσεις των κοινωνικών δυνάμεων υπό την κυριαρχία του κεφαλαίου δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας το καθήκον της εμπέδωσης της απαιτούμενης θεμελιώδους δομικής αλλαγής» τονίζει ο Μεζάρος αντιπροτείνοντας την πραγματική ουσιαστική ισότητα ως κεντρική καθοδηγητική αρχή τόσο στο πεδίο της παραγωγής όσο και της κατανομής(5). Η δέσμευση του κινήματος για τον εργατικό έλεγχο σ’ αυτό το σκοπό είναι τελικά που ξαναφέρνει στην επικαιρότητα το έργο και τον τρόπο της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης και μιας «πέραν του κεφαλαίου» προοπτικής. Γιατί οι εθνικοποιήσεις και ο εργατικός έλεγχος μπορεί να μην καταλήγουν αναγκαστικά σε αντικαπιταλιστικές τομές αλλά κάθε αντικαπιταλιστική τομή δε μπορεί παρά να διαλεχθεί με το ερώτημα των εθνικοποιήσεων και του εργατικού ελέγχου.


Πηγή: 
ilesxi
(1) Εδώ μπορείτε να δείτε το ντοκιμαντέρ των Dario Azzellini και Oliver Ressler για τον εργατικό έλεγχο, αλλά και την υπόλοιπη δουλειά των ερευνητών για τη Βενεζουέλα.
(2) venezuelanalysis.com
(3) In Defence of Marxism
(4) Περιοδικό Θέσεις
(5) Περιοδικό Ουτοπία