Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

εκλογές και επαναστατική αριστερά


Αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο θα ήταν παράνομες(Καρλ Μαρξ)

Η απάτη του κοινοβουλευτισμού


Κάθε εκλογική διαδικασία αποτελεί μια ευκαιρία για την αστική τάξη και τους πολιτικούς της υπηρέτες να υποστηρίξουν ότι κυβερνούν τη χώρα "δημοκρατικά" και ότι εν πάση περιπτώσει αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία αυτής της κοινωνίας. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το ολοφάνερο αυτό γεγονός; Όσοι τώρα διαφωνούν και αγανακτούν από την πολιτική που ακολουθεί η εκάστοτε κυβέρνηση θα πρέπει να κάνουν υπομονή περιμένοντας την ιερή στιγμή των επόμενων εκλογών για να εκφράσουν τη διαφωνία τους και τελικά, αν επιθυμούν, να αλλάξουν την κυβέρνησή τους.Στη βάση αυτή όποιος προσπαθεί να ανατρέψει την κυβερνητική πολιτική με μέσα που δεν έχουν σχέση με το ψηφοδέλτιο είναι μειοψηφικό αντιδημοκρατικό στοιχείο και ενδεχομένως οπαδός ολοκληρωτικών δικτατορικών λογικών.

Οι απολογητές της αστικής εξουσίας, κάθε φορά που οι εργάτες και γενικότερα η κοινωνική πλειοψηφία των καταπιεσμένων αντιδρά, εκφράζοντας τις διαθέσεις της με άλλα μέσα απ’ αυτά της ψήφου, -εξίσου κατοχυρωμένα για να μην ξεχνιόμαστε από το αστικό Σύνταγμα, όπως η απεργία ή η διαδήλωση-, υπενθυμίζουν την ύπαρξη μιας “κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας” που τους δίνει το “νόμιμο” δικαίωμα στο να εφαρμόζουν τις επιταγές της αστικής τάξης.


Γιατί όμως ο συντελεστής βαρύτητας μιας ψήφου είναι μεγαλύτερος από τη συμμετοχή σε μια διαδήλωση, σε μια απεργία, σε μια κατάληψη, σε ένα κλείσιμο δρόμου ή σε τελευταία ανάλυση σε μια επανάσταση; Σε όλες τις επιστήμες, σε όλους τους κλάδους, στην ίδια τη φύση και την κοινωνία δεν υπάρχουν σαν καθοριστικοί παράγοντες μόνο οι ποσότητες, υπάρχουν και οι ποιότητες, τέλος πάντων ένας κάποιος συνδυασμός τους που διαμορφώνει μια δεδομένη και πάντοτε προσωρινή ισορροπία δυνάμεων. Για παράδειγμα οι ίδιοι οι αστοί διαφορετική βαρύτητα θα δώσουν στον τάδε έγκριτο αναλυτή απόφοιτο του Χάρβαρντ, και διαφορετική σε έναν άνεργο από το Πέραμα. Η ψήφος είναι η πλέον παθητική έκφραση γνώμης. Δεν αμφισβητούμε ότι σε σχέση με την απολυταρχική φεουδαρχική κοινωνία ήταν ένα προχώρημα, η κατοχύρωση των τυπικών πολιτικών δικαιωμάτων. Όμως στην πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση γνώμης.


Οι οπαδοί του κοινοβουλευτισμού αποκρύπτουν την ουσία της δημοκρατίας τους. Και η ουσία είναι ότι "αυτό που υπάρχει σε όλες τις πολιτισμένες καπιταλιστικές χώρες δεν είναι καθόλου η "δημοκρατία γενικά" αλλά η "αστική δημοκρατία". Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια τυπική δημοκρατία που εξαντλείται στο δόγμα ότι όλοι είναι ίσοι μπροστά στο νόμο ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, την ιδιοκτησία και τα αξιώματα που κατέχουν. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η απάτη. Εδώ αποκρύπτεται το ταξικό περιεχόμενο της "δημοκρατίας". Όλοι έχουν το δικαίωμα να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους μόνο που η άποψη του κεφαλαιοκράτη φτάνει παντού ενώ του εργάτη φτάνει μόνο στον διπλανό του.


Αυτός που προσδιορίζει τελικά το χαρακτήρα και το περιεχόμενο της δημοκρατίας είναι η κυρίαρχη τάξη. Η τάξη δηλαδή που δια μέσου της κατοχής της στα μέσα παραγωγής ιδιοποιείται τον πλούτο της κοινωνίας και κατά συνέπεια έχει την υλική δυνατότητα να ελέγχει τους ιδεολογικούς και πολιτικούς μηχανισμούς του κράτους ή να δημιουργεί και κατευθείαν δικούς της. Το κράτος λοιπόν δουλεύει εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης και σε καμία περίπτωση σαν διαιτητής ανάμεσα στους καταπιεστές και τους καταπιεζόμενους.(οπως νομιζουν πολλοι πως κανει τωρα το ακελ που ειναι στην εξουσια)

Γι’ αυτό ακριβώς εκτός από το να είναι ο βασικός ιδεολογικός μηχανισμός που εξασφαλίζει την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας, είναι επίσης και ο μηχανισμός που εξασφαλίζει την κοινωνική συναίνεση, εξαγοράζοντας, μέσα από μια δήθεν αναδιανεμητική πολιτική (τα ψίχουλα του κράτους πρόνοιας), όχι μόνο τα μικροαστικά στρώματα αλλά και ένα κομμάτι της πιο καλοπληρωμένης εργατικής τάξης, καλλιεργώντας την πεποίθηση ότι στοιχισμένη πίσω από τα αφεντικά της θα έχει καλύτερη τύχη από τα υπόλοιπα ταξικά της αδέλφια.



Όσο οι καπιταλιστές ελέγχουν τα εργοστάσια, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και την οικονομική ζωή κρατούν υπό την κυριαρχία τους και όλα τα μέσα προπαγάνδας και αναπαραγωγής της δικής τους (αστικής) ιδεολογίας: Τα σχολεία, τον τύπο, το Ράδιο, την τηλεόραση, τα πανεπιστήμια. Είναι καθαρό ότι όποιος ελέγχει όλα αυτά μπορεί και να διαμορφώνει τη συνείδηση και τη γνώμη εκατομμυρίων ανθρώπων ακόμα και αυτών που ανήκουν στο αντίπαλο ταξικό στρατόπεδο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ακόμα και πάμφτωχοι εργάτες, αγρότες ή μικρομαγαζάτορες ψηφίζουν αστικά κόμματα και είναι πιστοί στο αστικό αντιδραστικό τρίπτυχο "πατρίς, θρησκεία, οικογένεια".


Επιπλέον η οικονομική δύναμη που έχει η αστική τάξη της δίνει μια εκπληκτική δυνατότητα για την εξαγορά συνειδήσεων μέσω ρουσφετιών, επιλεγμένων μικροπαροχών και ψευτοϋποσχεσεων. Στο τέλος τα αφεντικά χρηματοδοτούν με δισεκατομμύρια τις εκλογικές καμπάνιες των αστικών (ακόμα και ρεφορμιστικών) κομμάτων "πείθοντας" και τους τελευταίους αναποφάσιστους ότι δεν υπάρχει άλλη λύση και ότι θα πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στις γνωστές εναλλακτικές "το μικρότερο κακό" γι' αυτούς. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι σχεδόν απίθανο η αστική τάξη να βγει χαμένη. Πολύ απλά το παιχνίδι είναι στημένο. Όσο για τις σπάνιες περιπτώσεις που οι κάλπες δεν βγάλουν ότι επιθυμούν τα αφεντικά υπάρχει λύση: Ο στρατός ή έστω η απειλή ενός πραξικοπήματος έτσι ώστε να το ξανασκεφτούν όσοι θέλουν ν' αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση. Κάπως έτσι ξεδιπλώνεται η απάτη του αστικού κοινοβουλευτισμού



Για τους ρεφορμιστές, είναι πολύ φυσικό οι εκλογές να αποτελούν την κυρίαρχη δραστηριότητά τους: Στο γήπεδο των εκλογών θα φανεί πόσοι είναι πεισμένοι για τις αριστερές ιδέες. Θα φανεί πόσο καλή δουλειά έχει γίνει από το “κόμμα”. Εξάλλου η κατάκτηση της πλειοψηφίας είναι απαραίτητος όρος για οποιαδήποτε κοινωνική αλλαγή. Ένας ρεφορμιστής δεν αρνείται στα λόγια την επανάσταση. Μάλιστα γι’ αυτόν η επανάσταση δεν είναι τόσο η διαδικασία, αλλά το αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα με την έννοια της αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων.



Για όποιον όμως έχει την παραμικρή ιδέα από τη σύγχρονη ανθρώπινη Ιστορία καταλαβαίνει ότι μια τέτοια άποψη είναι εντελώς γελοία. Είναι σαν έναν γιατρό που ενδιαφέρεται για την ίαση μιας ασθένειας, χωρίς όμως να μας μιλάει για το αναγκαίο κόστος μιας τέτοιας υπόθεσης που μπορεί να απαιτεί μια δύσκολη εγχείρηση και μια εξίσου επώδυνη θεραπεία. Όπως και να ‘χει πάντως, αυτή η πλειοψηφία που περιμένει, ανώδυνα πάντα, ο ρεφορμιστής δεν έρχεται ποτέ. Ο κόσμος δεν πείθεται, για τους λόγους που περιγράψαμε παραπάνω. Ο ρεφορμιστής τότε ισχυρίζεται, ότι αν μας δούνε οι εργάτες στην εξουσία, έστω σε μερικά υπουργεία, σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, τότε θα δουν τι καλοί που είμαστε και στις επόμενες εκλογές θα μας δώσουν και την απόλυτη πλειοψηφία. Αυτή τη στρατηγική τη δοκίμασε η σοσιαλδημοκρατία από την εποχή του 1900 και την επανέλαβε άπειρες φορές ο ρεφορμισμος σε οποιαδήποτε εκδοχή του, από την πιο δεξιά του την ευρωκομμουνιστική μέχρι την πλέον ορθόδοξη, σαν του ΚΚΕ στη ελλαδα που μέχρι και τώρα υπερασπίζεται τη συμμετοχή του κόμματός του στην κυβέρνηση Τζανετάκη με τη ΝΔ. Αυτή η στρατηγική είχε πάντα δύο προοπτικές. Είτε ένα αστικό αντιδραστικό πραξικόπημα που θα πέταγε τους ρεφορμιστές από την κυβέρνηση, είτε τον εκφυλισμό τους και την ενσωμάτωσή τους στο αστικό πολιτικό παιχνίδι.


Ο περισσότερος κόσμος είναι απομακρυσμένος από την πολιτική, γεγονός που οφείλεται στην αλλοτρίωση από τα μέσα παραγωγής και σε μια γενικότερη αίσθηση που του δημιουργεί η ίδια η αστική προπαγάνδα ότι ο καθένας είναι μόνος του, αδύναμος, σχεδόν ένα ανίκανο σκουλήκι, που το μόνο που έχει να κάνει είναι να τα βάλει με όλους για να επιβιώσει. Η εξατομίκευση αυτή, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην αποδοχή του καπιταλισμού, ούτε “αγάπη προς το αφεντικό και καταπιεστή σου”.

Είναι όμως το καλύτερο μέσο για να μην καλλιεργεί κανείς την ταξική του συνείδηση. Έτσι, ενώ στους μικροαστούς τους αναλογεί και μια μικροαστική πολιτική συμπεριφορά, βλέπουμε και μια μεγάλη μερίδα εργαζομένων να συμπεριφέρεται εξίσου μικροαστικά. Συνήθως μάλιστα αν αφαιρέσει κανείς τους συνειδητούς αντικαπιταλιστές, η υπόλοιπη εργατική τάξη συμπεριφέρεται ταξικά μόνο όταν κινητοποιείται, π.χ. όταν απεργεί. Σε όλες τις άλλες στιγμές μάλλον έχει μια αταξική πολιτική συμπεριφορά γεγονός που αποτυπώνεται στα εκλογικά αποτελέσματα.


Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι υποστηρικτές του συστήματος. Το πράγμα είναι απλούστερο. Οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν τις εκλογές με έναν ευκαιριακό τρόπο, δίνοντας σ’ αυτές, τις περισσότερες φορές μια μειωμένη σημασία, ανάλογη που δίνουν στην πολιτική γενικά, γεγονός που επαναλαμβάνουμε οφείλεται στην εσφαλμένη αντίληψή τους ότι δεν μπορούν να καθορίσουν τις εξελίξεις. Μήπως άραγε δεν είναι κυρίαρχη η αντίληψη ακόμα και σε αυτούς που ψηφίζουν τα κυρίαρχα κόμματα ότι… “άλλοι” αποφασίζουν. Τώρα στο ποιοι είναι αυτοί οι “άλλοι”, οι απόψεις διίστανται. Για κάποιους μπορεί να είναι οι εβραίοι, για άλλους οι αμερικάνοι, για άλλους οι μασόνοι, για άλλους… οι εξωγήινοι, για άλλους μπορεί να είναι και… “θέλημα Θεού”. Για άλλους δεν έχει καμία σημασία ποιος κυβερνάει γιατί σημασία έχει να περνάμε… “καλά”.



Είναι γεγονός ότι αν πάρει κανείς στα σοβαρά τα παραπάνω και είναι και μαρξιστής πιθανόν να απογοητευτεί με το ευρύτερο επίπεδο. Δυστυχώς όμως έτσι σκέφτεται η πλειοψηφία. Εξίσου με ανάλογο τρόπο σκέφτεται όταν κατευθύνεται προς την κάλπη. Και την ευθύνη για όλα αυτά φυσικά και δεν την έχουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και οι φτωχομικροαστοί. Την κύρια ευθύνη έχουν οι ίδιες οι υλικές συνθήκες ύπαρξης των καταπιεσμένων που δεν τους αφήνουν κανένα περιθώριο χρόνου να ασχοληθούν με το παρόν και το μέλλον αυτής της κοινωνίας. Θα έλεγε κανείς ότι μια τέτοια ενασχόληση είναι σχεδόν είδος πολυτελείας, και απαιτεί προσωπικές θυσίες για όποιον στρατεύεται εθελοντικά, και όχι επαγγελματικά, σ’ αυτή την υπόθεση. Ας είναι…



Παρόλο όμως το ιδεολογικό χάος που κυριαρχεί στη σκέψη της πλειοψηφίας, το μεγαλύτερό της τμήμα έστω και από ένστικτο ξέρει ότι μέσα από τις εκλογές δεν αλλάζει τίποτα. Ανεξάρτητα από τις απίθανες ερμηνείες που ακούγονται για το ποιος βρίσκεται πίσω από την εξουσία, η ίδια η εξουσία αντιμετωπίζεται ενστικτωδώς σαν εχθρός. Είναι πολύ φυσικό λοιπόν οι εκλογικές διαδικασίες να αντιμετωπίζονται με την ανάλογη σοβαρότητα, δηλαδή σχεδόν με αδιαφορία. Δεν είναι τυχαίο ότι η τάση για αποχή μεγαλώνει, χωρίς αυτό να σημαίνει για μας ότι είναι επαναστατική πράξη. Είναι μόνο μια αυθόρμητη αποστροφή, που σίγουρα όμως απονομιμοποιεί το αστικό κοινοβουλευτισμό. Επιπλέον ο κόσμος αυτός που ενδεχομένως θα ψηφίσει το ένα ή το άλλο κόμμα, όπως θα ψήφιζε και για το ποιος είναι ο καλύτερος τραγουδιστής δεν έχει καμία μα καμία διάθεση να υπερασπιστεί έμπρακτα αυτούς τους λωποδύτες που προηγουμένως ψήφισε.


Επίσης πολλοί θα ψηφίσουν με κριτήριο ποιος θα τους βολέψει ή πιθανόν να τους βολέψει σε μια δουλίτσα. Άλλοι πάλι μπορεί να ψηφίζουν κάποιον για λόγους κοινωνικότητας, ανάλογα δηλαδή με το τι επιβάλει το life style για να ανοιχτεί ή και να κρατηθεί κανείς στους κύκλους, που έχει επιλέξει. Άλλοι πάλι, δεν ψηφίζουν με κριτήριο ποιο κόμμα έχει το καλύτερο πρόγραμμα για την κοινωνία, αλλά ποιο κόμμα ενδεχομένως θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα ατομικά τους συμφέροντα. Βεβαίως για έναν μαρξιστή δεν υπάρχουν ατομικά συμφέροντα ξεκομμένα από τα ταξικά, και επομένως η προηγούμενη οπτική φαντάζει εντελώς γελοία. Το ίδιο όμως γελοία φαίνεται και σε κάποιον μικροαστό η οπτική που ιεραρχεί υψηλότερα τις κοινωνικές από τις ατομικές ανάγκες.



Όλα αυτά δεν τα λέμε με καμία ελιτίστικη διάθεση να υποτιμήσουμε τον κόσμο. Εξάλλου οι άνθρωποι δεν ασχολούνται περισσότερο με την πολιτική απ’ ότι με την οικογένειά τους, την ποδοσφαιρική τους ομάδα, την σαββατιάτική διασκέδαση, τους έρωτές τους, τις μικροχαρές τους και τις μικρολύπες τους, τις εμμονές τους, τις αδυναμίες τους και γενικότερα την καθημερινότητά τους. Ο κάθε άνθρωπος, ακόμα και ένας Αϊνστάιν, έχει έναν ορισμένο –δηλ. όχι απεριόριστο- χρόνο που τον κατανείμει σε διάφορες δραστηριότητες. Όταν ασχολείται κανείς αρκετές ώρες με τα κοινά, τότε τα ταξικά του συμφέροντα μάλλον θα ταυτίζονται με τις πολιτικές του απόψεις. Όταν όμως ασχολείται κανείς άπειρες ώρες με το ποδόσφαιρο και τις υπόλοιπες με το “στοίχημα” τότε το πιθανότερο όταν η κουβέντα πάει στα κοινωνικοπολιτικά κοινά να επαναλαμβάνει τις απόψεις των δελτίων των 8. Η ενασχόληση με την πολιτική είναι επιλογή και όχι κάποιο ηθικό καθήκον που επιβάλλεται ιδιαίτερα στα μέλη της εργατικής τάξης με τον ίδιο τρόπο που επιβάλλεται κάθε Κυριακή να πηγαίνουμε εκκλησία. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάποιος αυτοματισμός που να μετατρέπει την αντικειμενική ταξική θέση κάποιου σε μια ανάλογη πολιτική συνείδηση



Η “κυρίαρχη αστική ιδεολογία” που κομματιάζει την ταξική συνείδηση και πολύ περισσότερο τους συνειδητούς της αντιπάλους δηλαδή τους κομμουνιστές ή έστω και τους αναρχικούς, δεν κυριαρχεί κατευθείαν με την αποδοχή κάποιας αστικής ιδεολογίας, αλλά με έναν έμμεσο τρόπο, μέσω μιας σειράς σκοταδιστικών ιδεολογημάτων ή μικρό-κοσμοθεωριών που διαδίδονται με τον πιο ύπουλο και οργανωμένο τρόπο και που διαμορφώνουν αυτό το απόλυτα αναξιόπιστο σχήμα που λέγεται “κοινή γνώμη”. Η οποία με τη σειρά της νομιμοποιεί την κυριαρχία των εμπνευστών της.



Τα όρια της απάτης


Είναι καθαρή αυταπάτη για για να μην πούμε συνειδητή απάτη να πιστεύει κανείς ότι μπορεί η καπιταλιστική εκμεταλλευτική κοινωνία να ανατραπεί χρησιμοποιώντας τα κοινοβουλευτικά “εργαλεία”, που απλώς την νομιμοποιούν. Δικαίως όμως θα αναρωτηθεί κανείς: Αφού η αστική τάξη μπορεί και δηλητηριάζει τη συνείδηση της εργατικής τάξης σε τέτοιο βαθμό που να ακυρώνει κάθε επαναστατική της δυναμική, και από τη στιγμή που δεν υπάρχουν αντίστοιχοι εργατικοί μηχανισμοί που να ανταγωνισθούν τους αστικούς, τότε η εργατική τάξη δεν πρόκειται ποτέ να συνειδητοποιήσει τα ιστορικά της συμφέροντα και διασπασμένη θα στοιχίζετε πίσω είτε από τα αστικά κόμματα, είτε από κάποια άλλα που στα λόγια μιλάνε για αυτήν, αλλά στην πράξη έχουν εξαγοραστεί στηρίζοντας κι αυτά με τη σειρά τους τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Πράγματι αυτό συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που αποτελεί το σημαντικότερο παράγοντα απογοήτευσης χιλιάδων αριστερών αγωνιστών, οι οποίοι χάνουν την πίστη τους στην απελευθερωτική κομμουνιστική προοπτική και πάνω απ’ όλα όχι στο δίκαιο αλλά στην δυνατότητα της κοινωνικής αλλαγής.


Ωστόσο δεν συμβαίνει πάντα έτσι. Υπάρχουν στιγμές που η κοινωνική ισορροπία που έχει στήσει η αστική εξουσία διαλύεται, κάτω από ένα συνδυασμό γεγονότων ή και από ένα ισχυρό κοινωνικό σοκ. Μια μεγάλη οικονομική κατάρρευση, ένας πόλεμος, και ιδιαίτερα μια στρατιωτική ήττα, μια πολιτική κρίση, μια σειρά από σκάνδαλα, ένα μεγάλο κύμα απεργιών που προκλήθηκε από μια σειρά σκληρών αντεργατικών μέτρων, μια φοιτητική εξέγερση που πυροδότησε τις κουκουλωμένες ταξικές αντιθέσεις, μπορεί να είναι η αφορμή και η αιτία να καταρρεύσει το αστικό οικοδόμημα.


Έτσι οι μικροαστοί να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στα κόμματα και τους θεσμούς του συστήματος. Οι εργάτες να μετακινηθούν αριστερά σπάζοντας από τις ξεπουλημένες ηγεσίες τους και τα κόμματά τους, που ναι μεν μιλάνε στο όνομά τους αλλά στην πράξη έχουν ενσωματωθεί στα πλαίσια του αστικού συστήματος, με αντάλλαγμα τη ακίνδυνη συμμετοχή τους σε κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης. Μια τέτοια κατάσταση φέρνει στην άμεση επικαιρότητα την επανάσταση. Τότε και μόνο τότε μπορούν να ανατραπούν οι κοινωνικοί συσχετισμοί, να αλλάξει η συνείδηση και φυσικά να τσακιστεί η αστική εξουσία. Και λέμε να τσακιστεί, γιατί αυτή η εξουσία θα δώσει μια λυσσαλέα μάχη να μείνει στη θέση της, κάνοντας βεβαίως χρήση κάθε βίαιου μέσου που θα έχει στη διάθεσή της. Είναι λοιπόν μάταιο για μια επαναστατική οργάνωση να παλεύει για την κατάκτηση της πλειοψηφίας. Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης θα μπει στον αγώνα για την ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας μόνο τη στιγμή της επανάστασης.


Μέχρι τότε οι επαναστάτες θα είναι μια μειοψηφία, και δεν υπάρχει κανένας λόγος να σπάνε τα μούτρα τους για να πείσουν τον κάθε πικραμένο να γίνει κομμουνιστής. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει δουλειά να κάνουμε. Μπορούμε να προετοιμαστούμε, να ανεβάσουμε το επίπεδο της ιδεολογικοπολιτικής μας συγκρότησης και της πολιτικής μας δράσης, να δέσουμε και να μαζικοποιήσουμε τις οργανώσεις μας, να εκπαιδευτούμε στους μικρούς και μεγάλους αγώνες, χωρίς να χάνουμε ίχνος της επαναστατικής μας παράδοσης, μέχρι να έλθει η ώρα, όχι των εκλογών αλλά, της επανάστασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: