Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ)

 Του Νικόλαου Μόττα.

Ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, γνωστός ως «Che», αποτελεί εδώ και 44 χρόνια το σύμβολο της νεανικής επαναστατικότητας. Της ατίθασης ανυπακοής σε καθεστωτικές αντιλήψεις και πρακτικές. Πέρα όμως από το καθαρά συμβολικό στοιχείο της προσωπικότητας του Τσε, υπάρχει ένα ιδεολογικό πολιτικό στίγμα το οποίο ο αργεντίνος επαναστάτης άφησε ανεξίτηλο στη μαρξιστική θεωρία. Με λίγα λόγια, πέραν της καθιέρωσης της μορφής του Γκεβάρα ως «συμβόλου επανάστασης», πέραν των t-shirts και των posters, είναι αλήθεια ότι ο Τσε υπήρξε πολιτικός στοχαστής του οποίου οι αντιλήψεις γιά τον μαρξισμό είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την επαναστατική του δράση τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60.
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία του ο Τσε μοιάζει επίκαιρος όσο ποτέ. Ο κόσμος συνεχίζει να χωρίζεται σε εκμεταλευτές και εκμεταλευόμενους, οι νεοφιλελεύθερες πρακτικές στην παγκόσμια οικονομία γίνονται όλο και πιό επώδυνες γιά τους μη προνομιούχους, ολόκληρα έθνη βυθίζονται στην ύφεση και τα τοκογλυφικά χρέη ενώ οι ιμπεριαλιστικές πρακτικές στο διεθνές πολιτικό στερέωμα καμουφλάρουνται πίσω από «ανθρωπιστικές επεμβάσεις». Ο λόγος της Ρόζα Λούξεμπουργκ, στο Junius Pamphlet (1915), υπενθυμίζει την επικαιρότητα της σοσιαλιστικής προοπτικής ενάντια σε ένα ολοένα και πιο επιθετικό καπιταλιστικό σύστημα: «Σήμερα αντιμετωπίζουμε την επιλογή ακριβώς όπως προέβλεψε ο Έγκελς πριν από μια γενιά: είτε ως τον θρίαμβο του ιμπεριαλισμού και την κατάρρευση όλων των πολιτισμών, όπως στην Αρχαία Ρώμη, με αποδεκατισμό πληθυσμών, αφανισμό και εκφυλισμό – ένα μεγάλο νεκροταφείο. Είτε ως νίκη του σοσιαλισμού, η οποία σημαίνει την συνειδητή ενεργή πάλη ενός διεθνούς προλεταριάτου κατά του ιμπεριαλισμού και των μεθόδων του τού πολέμου». 

Ελάχιστοι επαναστάτες στην ιστορία έθεσαν στην πράξη την επιλογή που περιέγραφε η Λούξεμπουργκ. Ο Τσε ήταν ένας από αυτούς. Πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα της τότε παραδοσιακής αριστερής σκέψης, ο Γκεβάρα αναζήτησε νέους, πιό ανθρώπινους δρόμους γιά την επίτευξη των στόχων του. Δρόμους που ο ίδιος είχε πειστεί ότι ήταν πιό κοντά στις ηθικές αξίες της κομμουνιστικής ιδεολογίας και πράξης. Ο Τσε απέρριψε τα ανατολικοευρωπαϊκά σοσιαλιστικά πρότυπα τα οποία κυριάρχησαν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Στο πολιτικό κείμενο «Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα» (Socialism and the Man in Cuba), το Μάρτιο του 1965, ο Γκεβάρα έγραφε: «ακολουθώντας τη χίμαιρα να πραγματοποιήσουμε το σοσιαλισμό με τη βοήθεια σάπιων όπλων, κληρονομημένων από τον καπιταλισμό, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε αδιέξοδο». Για να οικοδομηθεί ο αληθινός κομμουνισμός, πίστευε ο Τσε, είναι αναγκαίο ταυτόχρονα με τις νέες ιδεολογικές και πρακτικές βάσεις του σοσιαλισμού να οικοδομηθεί ο περίφημος «νέος άνθρωπος».
Λαμβάνοντας υπ' όψη τις ανάγκες των χωρών της Λατινικής Αμερικής, ο Τσε αμφισβήτησε τις μεθόδους της τεχνοκρατίας και γραφειοκρατίας που το σοβιετικό σοσιαλιστικό μοντέλο προωθούσε τη δεκαετία του '60. Έτσι απέρριπτε ουσιαστικά την καθαρά "οικονομικίστικη" θεώρηση του σοσιαλισμού, χάρην μιάς περισσότερο πολιτικής αντίληψης σύμφωνα με την οποία η παραγωγή και η αξία χτίζονται στη βάση κοινωνικών, ηθικών και πολιτικών κυρίως κριτηρίων. Σε αντίθεση με μαρξιστές της εποχής του, ο Γκεβάρα έδειξε απειθαρχία απέναντι στις "ιδεολογικές σταθερές" του Μαρξισμού-Λενινισμού αμφισβητώντας τη θεωρία ότι η οικονομική πραγματικότητα είναι ένα αυτόνομο σύστημα που κυβερνιέται αποκλειστικά από τους δικούς του νόμους και την αξία της αγοράς. Αυτή του η "απειθαρχία" τον εντάσσει στην κατηγορία των μη-δογματικών μαρξιστών. Γιά τον Τσε άλλωστε οι Μαρξ και Ένγκελς - παρά το αδιαμφησβήτητο διανοητικό μέγεθος της φιλοσοφίας τους - δεν κατείχαν το "παπικό αλάνθαστο" που ορισμένοι στο διάβα της ιστορίας τους προσδίδουν. Αντιθέτως, ο Ερνέστο Γκεβάρα ήταν από αυτούς που ανέδειξαν τις αδυναμίες του μαρξισμού και προσπάθησαν να "χτίσουν" πάνω στη βάση της επαναστατικής θεωρίας.

Ο επαναστατικός μονόδρομος και ο νέος άνθρωπος
Ο Τσε Γκεβάρα έβλεπε τον μαρξισμό ως θεωρία-βάση γιά την επανάσταση, με λίγα λόγια ως "πυξίδα" γιά τη δράση. Ο αντιδογματισμός του στηρίζονταν εν πολλοίς στη θεώρηση του γιά τον παιδαγωγικό χαρακτήρα (παιδαγωγικό απέναντι στον ίδιο τον άνθρωπο και τη φύση του) του σοσιαλισμού που οραματίζονταν. Εκεί οφείλεται άλλωστε και η απόρριψη, εκ μέρους του, της σταλινικής διακυβέρνησης και των μεθόδων που επικράτησαν στη μετα-Λενινιστική Σοβιετική Ένωση.  Σύμφωνα με το Γκεβάρα δεν ήταν δυνατό η διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου να έρθει από την εξουσία, απο τα πάνω προς τα κάτω. Χαρακτηριστικά τα όσα έγραψε σε έναν λόγο του το 1960: "Η πρώτη συνταγή γιά την εκπαίδευση των ανθρώπων είναι να εντρυφήσουν στην επανάσταση. Ποτέ μην συμπεραίνετε ότι εκπαιδεύοντας το λαό θα μάθει - μοναχά με την εκπαύδευση και με μιά δεσποτική κυβέρνηση στις πλάτες του - πως να κατακτά τα δικαιώματα του". Η διαλεκτική προσέγγιση της εκπαίδευσης από τον Τσε είχε ως αποτέλεσμα να θεωρεί την διαρκή προσπάθεια γιά γνώση ως πράξη αλληλένδετη με την οικονομική ανάπτυξη.
Άλλωστε, ο ίδιος αντιλαμβάνονταν την ιστορική συγκυρία ως το αρχικό στάδιο μετάβασης προς τον κομμουνισμό. Έγραφε ο ίδιος ο Τσε:
«πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο καθαρά μεταβατική όπως εκείνη που περιγράφει ο Μαρξ στο «Κριτική του προγράμματος του Γκότα και της Ερφούρτης», αλλά μπροστά σε μια καινούρια φάση, που εκείνος δεν πρόβλεψε: την πρώτη περίοδο μετάβασης προς τον κομμουνισμό, ή την περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αυτή κυλά μέσα σε άγριους αγώνες των τάξεων και των στοιχείων του καπιταλισμού που συνεχίζουν να σκιάζουν την πραγματικότητά της». (Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα, 1965).
Έχοντας λοιπόν ως βάση εκκίνησης τον αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στην άρχουσα τάξη και το κεφάλαιο, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού περνούσε μέσα από τη "διαμόρφωση του καινούργιου ανθρώπου και την ανάπτυξη της τεχνικής". Η Λατινική Αμερική, γεωγραφική περιοχή στην οποία "άνθισαν" ουκ ολίγα αμερικανοκίνητα δικτατορικά καθεστώτα, κατέστη σημείο αναφοράς γιά τον αργεντίνο Γκεβάρα.
Ο Τσε ασκούσε δριμεία κριτική στην παράδοση του λεγόμενου "λατινοαμερικάνικου εθνικού ρεφορμισμού", στη δημιουργία δηλαδή δημοκρατικών επαναστάσεων (στην ουσία μεταρρυθμίσεων της εκλογικής διαδικασίας)  οι οποίες έδιναν όμως πρωτεύοντα ρόλο στη μπουρζουαζία της εποχής. Η εμπειρία του κατά τη διάρκεια της κουβανικής επανάστασης τον έπεισε ότι οι εθνικοί κεφαλαιοκράτες δε θα συνενούσαν ποτέ σε αγροτικές μεταρρυθμίσεις και μαζικές κρατικοποιήσεις ιμπεριαλιστικών μονοπολίων. Σε ραδιοφωνική του ομιλία το Μάρτιο του '60 δήλωνε με ξεκάθαρη αποφασιστικότητα: «Για να κατακτήσουμε ένα πράγμα πρέπει να το πάρουμε από κάποιον. Αυτό που πρέπει να κατακτήσουμε, την κυριαρχία της χώρας, πρέπει να το αφαιρέσουμε απ' αυτόν τον κάποιον που ονομάζεται μονοπώλιο. Αν και τα μονοπώλια δεν έχουν πατρίδα γενικώς, έχουν όμως ένα κοινό γνώρισμα: όλα τα μονοπώλια που βρέθηκαν στη Κούβα και που εκμεταλλεύτηκαν την κουβανέζικη γη είναι στενότατα συνδεδεμένα με τις Ηνωμένες Πολιτείες» (Πολιτική και Οικονομική Ανεξαρτησία, 20 Μαρτίου 1960). Γιά τον κομαντάντε λοιπόν, πολιτική κυριαρχία και οικονομική ανεξαρτησία ήταν έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους.
Η μπουρζουαζία όχι μόνο δεν είχε καμία θέση στην επανάσταση, αλλά αποτελούσε σαφή και ευδιάκριτο εχθρό της. Γιά τον Ερνέστο Γκεβάρα η μόνη διέξοδος ήταν μιά σοσιαλιστική επανάσταση βασισμένη σε μιά συμμαχία εργατών και χωρικών που θα απελευθέρωνε τη Λατινική Αμερική από τα δεσμά του ιμπεριαλισμού. Το στρατιωτικό και γραφειοκρατικό σύστημα του κράτους της μπουρζουαζίας έπρεπε να καταστραφεί, διότι αναπόφευκτα θα πρόδιδε το λαό γιά χάρη της καπιταλιστικής ολιγαρχίας.
Σύμφωνα με τον γαλλο-βραζιλιάνο κοινωνιολόγο Μάικλ Λόουι (1997) «γιά τον Τσε η αρχή του αναπόφευκτου του ένοπλου αγώνα πήγαζε ακριβώς από την κοινωνιολογία της επανάστασης: επειδή η επανάσταση είναι σοσιαλιστική μπορεί να είναι νικηφόρα μόνο μέσω ενός επαναστατικού αγώνα». Επομένως η βία ήταν επιβεβλημένη απέναντι σε όσους καταδυνάστευαν (με πολιτικά η οικονομικά μέσα) το λαό, καθώς η δημοκρατία που είχαν επιβάλλει στις λαϊκές μάζες αποτελούσε το προκάλυμμα γιά την ανελέητη λεηλάτηση των οικονομικών του πόρων. Η νέα κοινωνία που θα προέκυπτε μέσα από την επαναστατική λάβα είχε χρέος να ασκήσει βία όχι μόνο γιά την κατάκτηση των μέσων παραγωγής αλλά και "βία" απέναντι στο παρελθόν.
Γιά το Γκεβάρα, η ανεπτυγμένη ατομική συνείδηση που ο καπιταλισμός είχε προωθήσει ήταν αποτέλεσμα μιάς "αγωγής συστηματικά προσανατολισμένης" προς την απομόνωση του ατόμου και την υπερίσχυση των εμπορικών σχέσεων (σε βάρος των ανθρώπινων). Η επαναστατική βία λοιπόν γιά τον κομαντάντε είχε δύο όψεις: την πρακτική, αυτή που ήταν αναγκαία γιά την αλλαγή του καπιταλιστικού status-quo και την ανατροπή του ιμπεριαλισμού και η θεωρητική, αυτή που θα "ξερίζωνε" από τους ανθρώπους την - καπιταλιστικής προέλευσης  - ανάγκη γιά εγωιστική ικανοποίηση των φιλοδοξιών τους σε βάρος της κοινωνίας και του συνόλου. Στη δεύτερη η έννοια της "βίας" είναι βεβαίως συμβολική καθώς στην ουσία αντανακλά την σοσιαλιστική αυτο-διαπαιδαγώγηση του ατόμου, μέσω της οποίας ο Τσε πίστευε ότι θα προκύψει ο νέος άνθρωπος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: