Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Zapatistas (EZLN): Για τα 20 χρόνια της επανάστασης

Κήρυξη Πολέμου

Gloria Muñoz Ramírez



Όλα άρχισαν με την κήρυξη ενός πολέμου. Η τελευταία επιλογή, είπαν, αλλά ενός πολέμου. Πολλοί είπαν τότε ότι όλο αυτό ήταν συμβολικό, ότι τα όπλα δεν είχαν καμία σημασία, ότι δεν ήταν ένας τακτικός στρατός, αλλά μια ομάδα κουρελήδων με ραβδιά για όπλα . Αλλά ήταν και είναι ένας πόλεμος. Επτά δημοτικά κτίρια κατελήφθησαν, μετά άνοιξαν οι πόρτες των φυλακών που ήταν γεμάτες από αθώους ιθαγενείς,  δημοτικά παλάτια – σύμβολα εξουσίας και ντροπής – καταστράφηκαν, γαίες, αγροκτήματα και το ζωικό κεφάλαιο που κατέχονταν από γαιοκτήμονες και αφεντικά της πολιτικής  ανακτήθηκαν, η αστυνομία και λευκοί φρουροί αφοπλίστηκαν, πιάστηκε ένας αιχμάλωτος πολέμου. Και ο θάνατος, ο οποίος ήδη υπήρχε, έγινε ορατός.



Έτσι, 20 χρόνια είναι για το τίποτα; Εξαρτάται. Είναι τώρα δύο δεκαετίες από τότε που ο EZLN άρχισε μια πορεία που ποτέ δεν είχε την πρόθεση να είναι μόνο γι’ αυτόν (τους ανθρώπους του). Έχοντας σχηματιστεί κυρίως από Tzotziles, Tzeltales, Tojolabales, Choles, Zoques και Mames, δεν γεννήθηκε με καθαρά αυτόχθονες αξιώσεις. Από την αρχή του (Νοέμβριος 1983, και ακόμη πιο πριν) μίλησε για ένα εθνικό αγώνα . Το 1983 ο EZLN ρωτούσε « πώς θα εξασφαλίσουμε καλή υγεία, καλή εκπαίδευση, καλή στέγαση, για ολόκληρο το Μεξικό; Είναι μια πολύ μεγάλη δέσμευση. Και τότε το είδαμε και εμείς. 



Σε αυτά τα πρώτα 10 χρόνια αποκτήσαμε πολλές γνώσεις, εμπειρίες, ιδέες και τρόπους οργάνωσης. Και σκεφτήκαμε: πώς θα μας δεχτεί ο λαός του Μεξικού (επειδή δεν τους αποκαλούσαμε κοινωνία των πολιτών); Και νομίζαμε ότι επρόκειτο να μας υποδεχτούν με χαρά διότι φυσικά επρόκειτο να πολεμήσουμε και να πεθάνουμε γι ‘αυτούς, γιατί θέλουμε την ελευθερία, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη για όλους. Αλλά την ίδια στιγμή σκεφτήκαμε, πώς θα είναι; Θα μας αποδεχτούν;» θυμόταν πριν από λίγα χρόνια ο τωρινός υποδιοικητής Moisιs, o Tzeltal διοικητής, οραματιστής και επαναστάτης. Η στιγμή ήρθε την 1η Ιανουαρίου του 1994 . Ο πόλεμος εξέπληξε τον κόσμο. Και η ανάδυση της κοινωνίας των πολιτών με την οποία συναντιούνται εδώ και 20 χρόνια … 



Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει το κίνημα είναι το πείσμα της σε πρωτοβουλίες οι οποίες, αν και μπορεί να μην έχουν αίσιο τέλος, αυτό που έχει σημασία είναι να τις περπατάμε, να μην παραδινόμαστε. Σήμερα, οι Ζαπατίστας είναι ίδιοι και διαφορετικοί. Είναι οι ίδιοι, γιατί οι απαιτήσεις τους είναι το ίδιο επίκαιρες όπως και τότε. Είναι διαφορετικοί, γιατί  τα χρόνια παίρνουν το φόρο τους, τα χρόνια δεν περνούν με ατιμωρησία. Και το Μεξικό είναι  διαφορετικό αλλά και ίδιο. 



Ο «Σαλινισμός» που ακολούθησε μετά  το 1994 (Σημείωση του Μεταφραστή: περίοδος με τη μεγαλύτερη φτώχεια, ανεργία, διαφθορά και ανισότητα στη σύγχρονη ιστορία του Μεξικού) είναι πλέον γνωστός με άλλο όνομα. Η λεηλασία δεν τελειώνει. Κανείς δεν αρνείται ότι οι Ζαπατίστας κατάφεραν το πιο σοβαρό πλήγμα σε ένα σύστημα που καταπίνει τα πάντα. Η φράση τους “Ya Basta!” (Αρκετά πια!)  ήταν καταστροφική. Θα συνεχίσουν να κάνουν ένα πολύ ζωηρό αγώνα σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τις διαπραγματεύσεις των κομμάτων τα οποία μοιράζουν τα πάντα .



Η αυτόνομη οργάνωση των λαών τους, με έναν τρόπο μοναδικό στον κόσμο, είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα επιτεύγματα τους. Όχι το μόνο. Κάνοντας αυτό, η κληρονομιά των Ζαπατίστας δεν είναι να δούμε την εθνική και παγκόσμια απήχηση ενός κινήματος που έφτασε την 20η επέτειό του ( 30 από τη γέννησή του), χωρίς να του παραδοθούμε. Μπορεί κανείς να πει το ίδιο χωρίς μια μικρή αμηχανία;

(Οι από τα κάτω)


...................................................................................................................................................................


Subcomandante Marcos: Η επανάσταση είναι το καταφύγιο του EZLN, ακριβώς όπως 20 χρόνια πριν



Ο Υποδιοικητής Marcos, ηγέτης του Στρατού των Ζαπατίστας για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN), δήλωσε, σε ανακοινωθέν που κυκλοφόρησε από την ομάδα, ότι όπως και πριν από 20 χρόνια, όταν ξεσηκώθηκαν ένοπλοι, έτσι και σήμερα προστατεύονται από την εξέγερση .

“Είναι έδαφος  Ζαπατίστας, είναι Τσιάπας, είναι το Μεξικό, είναι η Λατινική Αμερική, είναι η Γη. Και είναι Δεκέμβρης 2013, κάνει κρύο, όπως έκανε πριν από 20 χρόνια, και όπως και τότε , σήμερα μια σημαία είναι το καταφύγιό μας: αυτή της εξέγερσης”, δήλωσε ο ηγέτης των ανταρτών, ο οποίος δεν έχει εμφανιστεί δημόσια εδώ και πέντε χρόνια, σε ένα εκτεταμένο γραπτό κείμενο.



Σε όλο το κείμενο, γεμάτο από την ειρωνεία που χαρακτηρίζει τα γραπτά του, ο Marcos έστειλε μια αγκαλιά σε όλους τους  «συντρόφους και συντρόφισσες Ζαπατίστας, τους άθεους και τους πιστούς» για την επέτειο της εξέγερσης τους, η οποία θα εορταστεί την 1η Ιανουαρίου.

“Για εκείνους που εκείνο το βράδυ έβαλαν τα σακίδια και την ιστορία τους στις πλάτες τους, σε όσους πήραν την αστραπή και τη βροντή στα χέρια τους, σε εκείνους που οι μπότες τους ήταν πεταλωμένες χωρίς μέλλον, σε αυτούς που κάλυπταν τα πρόσωπά τους και τα ονόματά τους, σε εκείνους οι οποίοι, χωρίς να ζητούν τίποτα σε αντάλλαγμα , πέθαναν μέσα σε μεγάλη νύχτα έτσι ώστε οι άλλοι, όλοι,  ένα πρωί που ακόμα να έρθει, θα είναι σε θέση να δουν την ημέρα όπως πρέπει να τη βλέπουμε, δηλαδή, από μπροστά, όρθιοι, και με στητό το βλέμμα και την καρδιά», είπε .



Ο ηγέτης των ανταρτών δήλωσε ότι σε όλους όσους ασχολούνται με την ιστορία των Ζαπατίστας σ’ αυτούς πηγαίνει η “μνήμη και η εξέγερση.”

«Γι ‘αυτούς φωνάζουμε, Ελευθερία ! Ελευθερία ! ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ! OK . Στην υγειά σας , και ας είναι  τα βήματά μας  τόσο σπουδαία όσο οι νεκροί μας», είπε .



Ο Marcos θυμήθηκε επίσης το θάνατο 49 παιδιών σε μια πυρκαγιά στο βρεφονηπιακό σταθμό ABC στη βόρεια πόλη του Hermosillo το 2009, και διαπίστωσε ότι το περιστατικό ήταν το αποτέλεσμα της «κυβερνητικής απληστίας και  δεσποτισμού.”

” Τα θύματα, 49 παιδιά, είναι οι παράπλευρες απώλειες, όταν ενοχοποιητικά αρχεία καταστράφηκαν ( … ) με την άδικη απουσία τους, τα βρέφη αυτά έχουν μεταφέρει το βάρος σε άλλους άνδρες και γυναίκες. Οι μητέρες και οι πατέρες τους επιζητούν τώρα τη μεγαλύτερη δικαιοσύνη: αυτή η αδικία δεν θα επαναληφθεί», είπε .



Ο ηγέτης των ανταρτών αμφισβήτησε επίσης τις κυβερνήσεις των προέδρων που έχουν κυβερνήσει το Μεξικό από την εμφάνιση του EZLN, τον Κάρλος Σαλίνας ντε Γκορτάρι, τον Ernesto Zedillo, τον Vicente Fox, τον Felipe Calderσn και τον Enrique Peρa Nieto .

” O Vicente Fox θα είναι η απόδειξη ότι οι θέσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας και μιας θυγατρικής αναψυκτικών είναι ανταλλάξιμες … και ότι και οι δύο θέσεις μπορούν να καταλαμβάνονται από άχρηστα άτομα , ο Felipe Calderσn Hinojosa θα είναι ένας «γενναίος πρόεδρος» ( έτσι ώστε οι άλλοι να πεθάνουν ) και όχι ένας ψυχοπαθής που έκλεψε ένα πυροβόλο όπλο (την προεδρία) για τα παιχνίδια πολέμου του ( … ) και ο οποίος κατέληξε να είναι αυτό που ήταν πάντα: ένας δεύτερος υπάλληλος σε μια πολυεθνική », είπε .

Για το σημερινό πρόεδρο, o “Marcos”, ο οποίος έθεσε υπό αμφισβήτηση τις μεταρρυθμίσεις που έχει προωθήσει, συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας, οι  οποίες θα επιτρέψουν τις ιδιωτικές επενδύσεις στον τομέα, είπε : “Ο Enrique Peρa Nieto θα είναι ένας καλλιεργημένος και έξυπνος πρόεδρος ( «καλά, είναι ανίδεος και ανόητος, αλλά επιδέξιος » είναι το νέο προφίλ που κατασκευάζεται στους διαδρόμους των πολιτικών αναλυτών), και όχι ένας λειτουργικά αγράμματος” .

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Δικηγόρος σε πολιτική ανυπακοή (δικάζεται γιατί δεν πληρώνει κοινωνικές ασφαλίσεις μετά το μνημόνιο)

Δεν καταβάλλει εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων
Παροτρύνει τους συμπολίτες μας να κάνουν το ίδιο, «καθότι είναι απαράδεκτο άνθρωποι να μην πάρουν σύνταξη ή μειωμένη σύνταξη, απλά και μόνο γιατί κάποιοι κερδοσκοπούσαν»

Με τη συνειδητή άρνησή του να καταβάλει τις εισφορές των τελευταίων εννιά μηνών προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως μια πράξη πολιτικής ανυπακοής, απαντά ο δικηγόρος και πολιτικός ακτιβιστής, Μιχάλης Παρασκευάς, στη φημολογούμενη συμφωνία της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Τρόικα για διαγραφή των οφειλών του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που ανέρχονται στο ποσό των 7,2 δισεκατομμυρίων ευρώ. 

Μάλιστα στην περίπτωση που επιβεβαιωθεί ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία, παροτρύνει τους συμπολίτες μας να κάνουν το ίδιο, «καθότι είναι απαράδεκτο άνθρωποι να μην πάρουν σύνταξη ή μειωμένη σύνταξη, απλά και μόνο γιατί κάποιοι κερδοσκοπούσαν», όπως αναφέρει σε επιστολή του προς την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ζέτα Αιμιλιανίδου.

«Δεν θέλω να ηρωοποιηθώ»…

Ο Μιχάλης Παρασκευάς, πήρε προχθές δικαστική κλήση για να παρουσιαστεί ενώπιον δικαστηρίου στις 13.3.2014, κατηγορούμενος ότι δεν πλήρωσε τις εισφορές του ως αυτοτελώς εργαζόμενος στο ΤΚΑ, από τον περασμένο Μάιο - αμέσως μετά που ψηφίστηκε το Μνημόνιο.

«Πήρα τις αποφάσεις μου και είμαι έτοιμος να επωμιστώ το κόστος των επιλογών μου», μας είπε, «παρόλο που ως δικηγόρος ρισκάρω πολλά, αφού μπορεί να αντιμετωπίσω ακόμα και πειθαρχικές συνέπειες, αν δεν εκπληρώσω υποχρεώσεις μου προς το κράτος και αποφάσεις δικαστηρίων. 

Αλλά, το κάνω για να υπάρξει αντίδραση από τον κόσμο και συμπαράσταση, όχι προς εμένα, αλλά για το γενικό καλό. Πρέπει να οργανωθεί μια μαζικότερη κοινωνική αντίδραση, γιατί δεν το κάνω για να προστατευτώ μόνον εγώ. Δεν μπορεί κανείς να αντιδρά ως μονάδα και να επωμίζεται, μόνος, όλο το κόστος, γιατί δεν θα έχει νόημα.

Ως δικηγόρος, κυριολεκτικά απελευθερώνω ανθρώπους από φυλακές και κρατητήρια της Αστυνομίας. Αν χάσω την άδειά μου, δεν θα μπορώ να ζήσω και δεν θα μπορώ να βοηθήσω άλλους ανθρώπους. Αλλά δεν με νοιάζει να πάω φυλακή, φτάνει να έχει ένα αποτέλεσμα η προσπάθειά μου. Αν η κοινωνία δεν αντιδράσει, δεν γίνεται αγώνας. Εμένα ο στόχος μου ως ακτιβιστή, είναι να εμπλακούν και άλλοι στον αγώνα. Δεν είναι στόχος μου να γίνω μάρτυρας, ούτε να ηρωοποιηθώ, αλλά να προσφέρω και να έχει η προσφορά μου αποτέλεσμα στην κοινωνία. Ξέρω ότι το σύστημα είναι παντοδύναμο και δεν μπορώ να σηκώσω μόνος μου το βάρος αυτής της προσπάθειας»...

Παρότρυνση προς συμπολίτες μας

Σε επιστολή του στις 7 Μαΐου 2013 προς την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ζέτα Αιμιλιανίδου, ο Μ. Παρασκευάς αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Ως έγινε γνωστό από τον Τύπο, περί τα τέλη Νοεμβρίου 2012 η Τρόικα είχε θέσει όρο προς το κυπριακό κράτος για την υπογραφή του Μνημονίου Συναντίληψης, την ολοκληρωτική διαγραφή των οφειλών του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ήτοι του ποσού των 7,2 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Μετά και την ψήφιση του Μνημονίου Συναντίληψης από την Κυπριακή Βουλή στις 30 Απριλίου 2013 και αφού διεξήλθα τις πρόνοιες του, δεν μπόρεσα να βρω οιανδήποτε σχετική πρόνοια σχετικά με τη, σύμφωνα με τον Τύπο, συμφωνία της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Τρόικα. 

Αν εν τέλει η συμφωνία αυτή με την Τρόικα ισχύει και έχει επέλθει ολική διαγραφή του χρέους του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ήτοι του ποστού των 7,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, αντιλαμβάνεστε τις κολοσσιαίες συνέπειες που θα έχει αυτό το γεγονός στα δικαιώματα όλων των πολιτών και όλων των ασφαλισμένων στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού ουσιαστικά αυτό θα σημαίνει, εν ολίγοις, απλά την κατάρρευση του Ταμείου και καθιστά αμφίβολη, ακόμη και την καταβολή σύνταξης στους δικαιούχους που εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους και κατέβαλλαν ανελλιπώς το οφειλόμενο ποσόν.

Θα ήθελα να απευθύνω θερμότατη παράκληση όπως με ενημερώσετε αν έχουν διαγραφεί όλες ή μερικές από τις οφειλές του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σας ενημερώνω ότι δεν προτίθεμαι να καταβάλω ξανά οφειλές κοινωνικών ασφαλίσεων, μέχρι να τύχω ενημέρωσης στο πιο πάνω ερώτημά μου και επίσης να σας ενημερώσω ότι αν, παρ’ ελπίδα, έχουν διαγραφεί οι οφειλές του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προσωπικά δεν πρόκειται να καταβάλω ξανά οιοδήποτε ποσόν προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, διότι δεν προτίθεμαι να καταβάλω εισφορές απλά για να τις αρπάξουν αυτοί οι οποίοι αποκομίζουν κέρδη από τόκους, ήτοι οι τοκογλύφοι/τραπεζίτες για τους οποίους ήδη η οικονομία της Κύπρου έχει δεχτεί ανεπανόρθωτο πλήγμα. 

Θα ήθελα επίσης να σας ενημερώσω ότι αυτή η επιστολή μου θα τύχει δημοσιότητας και θα αποτελέσει παρότρυνση προς συμπολίτες μας να πράξουν το ίδιο, καθότι είναι απαράδεκτο άνθρωποι να μην πάρουν σύνταξη ή μειωμένη σύνταξη, απλά και μόνο γιατί κάποιοι κερδοσκοπούσαν».

Περιορισμός δημοσιονομικής επιδότησης

Σε απάντησή του στις 29 Αυγούστου 2013, ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Θεοφάνης Τρύφωνος, πληροφορεί τον Μιχάλη Παρασκευά, μεταξύ άλλων, ότι «το Γενικό Σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί στο μέλλον την κύρια πηγή συνταξιοδοτικού εισοδήματος στην Κύπρο, συνεισφέροντας έτσι στη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου.

Ενόψει των πιο πάνω και σε αναμονή της ολοκλήρωσης της αναλογιστικής ανασκόπησης και της αξιολόγησής της από την ΕΕ, αντιλαμβάνεστε ότι η Συμφωνία Διευκόλυνσης Χρηματοδοτικής Στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, δεν προνοεί διαγραφή οποιωνδήποτε οφειλών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αλλά περιορισμό της δημοσιονομικής επιδότησης του Γενικού Συστήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 

Με την ευκαιρία αυτή επιθυμώ να σας υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με τη νομοθεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κάθε εργαζόμενος στην Κύπρο υποχρεούται να εισφέρει στο ΤΚΑ ανάλογα με την κατηγορία ασφάλισής του και ότι, ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε πρόνοιες του Μνημονίου Συναντίληψης, το κράτος καταβάλλει τη συνεισφορά του ως γενικός εισφορέας στο ΤΚΑ».

Ο Μιχάλης Παρασκευάς δήλωσε στη «Σ» ότι ο κ. Τρύφωνος «κατέφυγε σε υπεκφυγές» και ότι δεν τον ικανοποίησε η απάντησή του. «Όταν το κράτος δανείζεται από εσωτερικούς δανειστές, στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, το δάνειο δεν γράφεται ως δημόσιο χρέος· πληροφορούμαι ότι δεν περιλήφθηκε στον προϋπολογισμό και διαγράφηκε. 

Αυτό σημαίνει ότι το κράτος πήρε το τεράστιο ποσόν 7,2 δις ευρώ από εμάς που καταβάλλουμε κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν ξέρουμε πώς δαπανήθηκε και δεν γνωρίζουμε αν θα μας επιστραφεί. Υποθέτω ότι δόθηκε στις τράπεζες…

»Θεωρώ ότι, αυτό, δίνει στους πολίτες το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής. Υπάρχει ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των πολιτών και του κράτους και δεν μπορεί το κράτος να παραβιάζει τις υποχρεώσεις του έναντι συμφερόντων τρίτων, αντί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, ώστε να εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση στους πολίτες».

Η περίπτωση της Ρόζα Παρκς

Την περίπτωση της Ρόζα Παρκς, ως παράδειγμα πολιτικής ανυπακοής, μας ανέφερε ο Μ. Παρασκευάς. Ήταν μια έγχρωμη μοδίστρα, που έμελλε να μείνει στην ιστορία όταν, την 1η Δεκεμβρίου 1955, στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, αρνήθηκε να δώσει τη θέση της στο λεωφορείο σε έναν λευκό, αντιστεκόμενη στην τότε πολιτική φυλετικού διαχωρισμού των ΗΠΑ που απαιτούσε από τους έγχρωμους πολίτες να κάθονται στο πίσω μέρος του λεωφορείου και να παραχωρούν τη θέση τους στους λευκούς. Άλλο παράδειγμα πολιτικής ανυπακοής, ήταν η άρνηση πολιτών των ΗΠΑ να υπηρετήσουν στον πόλεμο του Βιετνάμ στις δεκαετίες 1960-70.

50 χρόνια από τα “Ματωμένα Χριστούγεννα” στην Κύπρο

"Το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου 1963 εγώ και η γυναίκα μου Φεριντέ επισκεφθήκαμε την οικογένεια του δρ. Νιχάτ Ιλχάν. Μαζί μας ήλθαν η κ. Αϊσέ, η κόρη της Ισίμ και η κ. Νοβμπέρ αδελφή της Αϊσέ. Την στιγμή που δειπνούσαμε ριπές αυτομάτων όπλων άρχισαν να γαζώνουν το σπίτι από την κατεύθυνση του ποταμού Πεδιαίου. Τρομάξαμε και τρέξαμε να κρυφτούμε στο μπάνιο και στην τουαλέτα. Ημασταν συνολικά 9 άτομα.

Κρυφθήκαμε όλοι στο μπάνιο εκτός από την σύζυγό μου που κατέφυγε στην τουαλέτα. Η κ. Ιλχάν βρισκόταν στο μπάνιο κρατώντας στα χέρια της τα τρία κοριτσάκια της, την Μουράτ, την Κούτσι και την Χακάν. Ξαφνικά ακούσαμε την εξόπορτα να σπάζει. Μιά ομάδα ενόπλων Ελλήνων όρμησε μέσα και άρχισε να γαζώνει με σφαίρες τα δωμάτια. Κάποιοι μπήκαν στο μπάνιο και άδειασαν τα όπλα τους πάνω στην κ. Ιλχάν και τα τρία κοριτσάκια της. Ακουσα γυναικείες κραυγές και μετά σιωπή. Λιποθύμησα.

Συνήλθα μετά από 2 ώρες και αντίκρυσα την κ. Ιλχάν νεκρή στην μπανιέρα με τις τρεις κόρες της αγκαλιά. Ηταν βουτηγμένες στο αίμα. Εγώ και οι υπόλοιποι είχαμε τραυματισθή. Ξαφνικά θυμήθηκα την γυναίκα μου. Ετρεξα στην τουαλέτα και την βρήκα νεκρή μέσα στα αίματα".

Χασάν Γιουσούφ Γκουντούμ, αυτόπτης μάρτυρας του εγκλήματος της “μπανιέρας”.


«Άρχισαν να ακούγονται πυροβολισμοί. Έσπαγαν τις κλειστές πόρτες με τους υποκόπανους των όπλων κι έσερναν τους ανθρώπους στο δρόμο. Ένας 70χρονος τούρκος ξύπνησε τρομοκρατημένος από το σπάσιμο της ίδιας του της πόρτας.

Μια ομάδα ενόπλων τον τράβηξε από το κρεβάτι του και τον ρώτησαν αν έχει παιδιά. Με πλήρη αφέλεια αυτός απάντησε «ναι» και τον διέταξαν να τα φέρει έξω. Δύο γιοί του, 19 και 17 χρονών και η μοναχοκόρη του, 10 χρονών, ντύθηκαν βιαστικά κι ακολούθησαν τους ενόπλους έξω. Τους έστησαν στον μαντρότοιχο και τους εκτέλεσαν με πολυβόλα. Σ’ ένα άλλο σπίτι βρήκαν ένα 13χρονο αγόρι, του έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη και τον γονάτισαν. Λεηλάτησαν το σπίτι, έδειραν και βίασαν το παιδί και στο τέλος το πυροβόλησαν στο κεφάλι. Εκείνη τη νύχτα 12 τούρκοι εκτελέστηκαν στον Άγιο Βασίλειο».

H. Scott Gibbons, Peace Without Honor


Η “πράσινη γραμμή” που διχοτομεί τη Λευκωσία, οι πρόσφυγες και οι αγνοούμενοι της Κύπρου στην ελληνική εκδοχή του μύθου είναι συνδυασμένα με τον “Αττίλα”, την τουρκική εισβολή στην Κύπρο τον Ιούλη του 1974.

Η πραγματικότητα είναι πως η πράσινη γραμμή χαράχτηκε το Δεκέμβρη του 1963, 50 χρόνια πριν από σήμερα, και δεν ήταν αποτέλεσμα της τουρκικής αλλά της ελληνοκυπριακής επιθετικότητας που κλιμακώθηκε με σφαγές κατά τουρκοκύπριων αμάχων στα “Ματωμένα Χριστούγεννα” του '63. 

Πρόκειται για μια από τις πιο “ξεχασμένες” σελίδες του Κυπριακού, προφανώς γιατί δεν ταιριάζει με την συνηθισμένη περιγραφή της ελληνικής άρχουσας τάξης ως του “θύματος”.

Τα γεγονότα ξέσπασαν στις 21 του Δεκέμβρη, όταν Ελληνοκύπριοι αστυνομικοί σταματάνε δυο άντρες και μία εκδιδόμενη γυναίκα, όλοι τους Τουρκοκύπριοι, που επέστρεφαν από νυχτερινή έξοδο σε μια όχι “καθώς πρέπει” γειτονιά της Λευκωσίας. Ένας “συνηθισμένος” έλεγχος ταυτοτήτων μετατρέπεται σε “τσακωμό” από τον οποίο ο ένας άνδρας και η γυναίκα θα πέσουν νεκροί από τους πυροβολισμούς των αστυνομικών. 

Ακολουθεί μια μίνι εξέγερση απέναντι στην αστυνομική βία και στις προκλήσεις των ελληνοκύπριων. Οι γειτονιές ξεσηκώνονται. Οι “έλεγχοι ταυτοτήτων” για μήνες πριν τα Χριστούγεννα του '63 ήταν ένας από τους τρόπους με τους οποίους όχι μόνο οι ελληνοκύπριοι αστυνομικοί αλλά και άλλες ακροδεξιές, εθνικιστικές ομάδες ελληνοκύπριων έβρισκαν αφορμή να βιαιοπραγήσουν και να εξευτελίσουν τουρκοκύπριους.

Η οργή για τη δολοφονία των δύο ανθρώπων γρήγορα θα ονομαστεί από την ελληνική πλευρά “τουρκοανταρσία”. Μέσα σε λίγες μέρες ένοπλες εθνικιστικές ομάδες μπαίνουν στη μάχη και από τις δύο πλευρές. Εξελίσσεται ένας ανεπίσημος πόλεμος που δεν μένει στα οδοφράγματα, αλλά επεκτείνεται σε εισβολές σε χωριά, σε σπίτια, και εν ψυχρώ δολοφονίες αμάχων. 

Η Τουρκοκυπριακή πλευρά θα πληρώσει ασύγκριτα τον πιο βαρύ φόρο αίματος. Μέχρι σήμερα οστά τουρκοκύπριων ξεθάβονται από πηγάδια στα οποία τους παράχωσαν οι Έλληνοκύπριοι δολοφόνοι κατά δεκάδες. Όταν μπήκε ένα προσωρινό τέλος στις συγκρούσεις, η διχοτόμηση της Κύπρου ήταν ένα ντε φάκτο γεγονός. Οι Τουρκοκύπριοι πολιτικοί είχαν αποχωρήσει από την διακυβέρνηση της χώρας, ενώ ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός (18% του συνόλου) αναγκάστηκε να κλειστεί μέσα σε εδαφικούς θύλακες που αντιστοιχούσαν στο 5% του νησιού. 

Η “Κυπριακή Δημοκρατία” άντεξε μόλις 3 χρόνια με το καθεστώς που είχε συμφωνηθεί στη Ζυρίχη και το Λονδίνο στα τέλη του 1959. Τα ματωμένα Χριστούγεννα του '63 ήταν το τέλος της. Ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός παρέμεινε πολιορκημένος στους θύλακες, στο έλεος των ελληνοκυπριακών συμμοριών, μέχρι το 1974 όταν η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο κοινότητες πήρε τη μορφή του ανοιχτού πολέμου.

Σχεδιασμός

Παρά τις κραυγές της εποχής περί “οργανωμένου τουρκικού σχεδίου”, “εξέγερσης” και “ανταρσίας”, η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρξε κανένας σχεδιασμός για ένοπλη δράση από την τουρκική πλευρά. Αν υπήρχε κάποια πρόβλεψη ήταν ότι οι ελληνοκύπριοι εθνικιστές θα έδιναν αφορμή για κατάρρευση των συμφωνιών Ζυρίχης Λονδίνου. Σε ένα έγγραφο της τουρκοκυπριακής ηγεσίας της εποχής αναφέρεται πως "Μέχρι τότε οι Ελληνες θα μας δώσουν πολλές ευκαιρίες (...) Είναι φανερό από τώρα ότι τις περισσότερες ευκαιρίες θα μας τις δώσουν με τη συμπεριφορά τους".

Αντίθετα, από την ελληνοκυπριακή πλευρά υπήρχε ενεργητική προετοιμασία για ένοπλη δράση κατά των Τουρκοκύπριων. Ήταν μια προετοιμασία που αφορούσε τις εθνικιστικές οργανώσεις που συσσώρευαν οπλισμό και εκπαιδεύονταν, αλλά έφτανε μέχρι τα υψηλότερα κλιμάκια, στο προεδρικό Μέγαρο και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ως τις κορυφές του ελληνικού στρατού και σίγουρα “κάτι” θα είχε πάρει και το αφτί της Αθήνας. Οι ελληνοκυπριακές εθνικιστικές οργανώσεις μπήκαν στα γεγονότα του Δεκέμβρη σαν έτοιμες από καιρό.

Δύσκολα μπορεί να ξεχωρίσει κανείς πού σταματούσε το παρακράτος και που άρχιζε η επίσημη ελληνοκυπριακή ηγεσία. Η “Οργάνωση” με μπόλικο οπλισμό και ίσως δυο χιλιάδες ενόπλους ήταν υπό την ηγεσία του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, ο οποίος ήταν υπουργός Εσωτερικών. Είχε ρόλο “Αρχηγού” και λειτουργούσε με το ψευδώνυμο “Ακρίτας” ίσως θέλοντας να μιμηθεί τον έτερο σφαγέα Γρίβα “Διγενή”. Συσκέψεις της “Οργάνωσης” δεν γίνονται σε απομονωμένες γιάφκες, αλλά μέσα στο ίδιο το προεδρικό μέγαρο. Τα όπλα, είτε προέρχονται από το παλιό οπλοστάσιο της ΕΟΚΑ, είτε τα προμηθεύονται με τη συνεργασία του Ελληνικού στρατού που, όπως πρόβλεπαν οι συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου, είχε παρουσία με εκατοντάδες άνδρες στο νησί. Η εκπαίδευση των ενόπλων αντίστοιχα γινόταν με τη συνεργασία τμημάτων του ελληνικού στρατού. Η “Οργάνωση” δεν ήταν η μόνη εθνικιστική συμμορία. 

Ο δημοσιογράφος Μακάριος Δρουσιώτης καταγράφει 15 οργανώσεις που έδρασαν από το 1959 ως το 1963. Όλες τους με χαρακτηριστικά ονόματα “Αντικομμουνιστικός Σύνδεσμος Ελληνικής Νεολαίας”, “Κύπρος σκλάβα διχοτομημένη”, “Ενιαίον Μέτωπον Αντιμετωπίσεως Εθνικού Κινδύνου”. Ανάμεσά τους η ΟΠΕΚ “Οργάνωση Προστασίας Ελλήνων Κυπρίων”, υπό την ηγεσία του Νίκου Σαμψών, του μετέπειτα πραξικοπηματία και φυτευτού προέδρου της Χούντας για οχτώ μέρες, τον Ιούλη του '74 πριν την τουρκική εισβολή.

Αυτές οι “προσωπικότητες” θα αναλάβουν δράση τα Χριστούγεννα του '63, σφάζοντας ανελέητα. Ο Σαμψών θα λάβει εντολή από τον Γιωρκάτζη να “εκκαθαρίσει” το προάστιο της Ομορφίτας, όπου κατοικούσαν πέντε χιλιάδες τουρκοκύπριοι. Οι ελληνοκυπριακές συμμορίες εισέβαλαν στην περιοχή ανοίγοντας πυρ κατά των κατοίκων και άρχισαν να προωθούνται προς το εσωτερικό κατεδαφίζοντας αδιακρίτως σπίτια χρησιμοποιώντας μπουλντόζες. Η συντριπτική πλειοψηφία εγκατέλειψε τα σπίτια τους και εκατοντάδες πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Δεκάδες κατέληξαν εκτελεσμένοι με συνοπτικές διαδικασίες ενώ όπως σε όλες τις φρικαλεότητες της περιόδου, πολλοί κηρύχθηκαν αγνοούμενοι μιας και τα πτώματα τους θάφτηκαν πρόχειρα ή πετάχτηκαν σε πηγάδια.

Μια σοβινιστική περιγραφή των γεγονότων εξηγεί το πώς οι μπουλντόζες έγιναν “τανκς” που κατεδάφιζαν σπίτια. “Μπροστά στην κατάσταση αυτή, ρίχτηκε η φαεινή ιδέα χρησιμοποίησης φορτηγών αυτοκινήτων και μπουλντόζων για την προώθηση των ημετέρων προς τις τουρκικές θέσεις. 

Η ιδέα υλοποιήθηκε αστραπιαία. Έτσι, στις εννιά το πρωί των Χριστουγέννων, έφτασαν στην Ομορφίτα τρία φορτηγά γεμάτα με σακούλες άμμου και τρεις μπουλντόζες. Με βάση το σχέδιο, την ώρα της επίθεσης τα φορτηγά ξεκίνησαν με την πισινή και με τον κρίκο σηκωμένο. Κάτω από τις κάσιες τους βρίσκονταν καλυμμένοι μαχητές, ενώ άλλοι ακολουθούσαν πεζή. Εξάλλου, οι μπουλντόζες είχαν υψωμένες τις «κούππες» τους, μέσα στις οποίες υπήρχαν σακούλες με άμμο, τις οποίες άφηναν κάθε τόσο στο δρόμο και οι ακολουθούντες μαχητές τις μετέτρεπαν αμέσως σε πρόχειρα φυλάκια. Οι μπουλντόζες κατεδάφισαν επίσης πολλά πλινθόκτιστα τουρκικά σπίτια-οχυρά, ενώ οι ευρισκόμενοι σ’ αυτά Τούρκοι τρομοκράτες υποχωρούσαν ατάκτως.

Πυρά

Η κίνηση των μηχανοκινήτων συνδυάστηκε με επίθεση όλων των τμημάτων, τα οποία, σε ελάχιστο χρόνο, άρχισαν να καταλαμβάνουν τις τουρκικές οχυρωματικές θέσεις. Ήταν η ώρα 11 και τέταρτο το πρωί όταν άρχισε η γενική επίθεση, αφού προηγουμένως ο Σαμψών επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Ολύμπιο και τον πληροφόρησε σχετικά. Οι Τούρκοι απάντησαν με τρομερά πυρά, ολόκληρη δε η περιοχή εσείετο κυριολεκτικά από τις κλαγγές των όπλων και τις μηχανές των «αρμάτων». Κάποια στιγμή θεάθηκε αυτοκινητοπομπή Τούρκων, από 20 περίπου φορτηγά, στο δρόμο Ομορφίτας – Χαμίτ Μανδρών, εναντίον της οποίας ανοίχτηκαν πυκνά πυρά, με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλά θύματα.”

Ο δημοσιογράφος Μακάριος Δρουσιώτης επιχειρώντας να καταγράψει τα θύματα εκείνων των ημερών γράφει: Συνολικά 230 Τουρκοκύπριοι - πολίτες και όχι μάχιμοι της ΤΜΤ - χάθηκαν. Είναι αυτοί που βρίσκονται σήμερα στα πηγάδια. Μια ματιά στη λίστα των αγνοουμένων του 1963-64 καταδεικνύει ότι εξαφανίστηκαν από αστυνομικούς σταθμούς, στις φυλακές, στο νοσοκομείο, σε αγρούς και σε διάφορους δρόμους. Κανονικές απαγωγές και εκτελέσεις των πρώτων τυχόντων.

Την ίδια τύχη είχαν και οι περιουσίες τους. Σύμφωνα με έρευνα που έκανε ο Ο.Η.Ε. και καταγράφεται σε έκθεση του γενικού γραμματέα (10/9/64, S5950, παρ. 180), σε 103 τουρκοκυπριακά ή μεικτά χωριά κατεδαφίστηκαν 527 σπίτια και άλλα 2.000 λεηλατήθηκαν (υπάρχοντα, πόρτες, παράθυρα, κεραμίδια).

Με τη βία να έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, η παρέμβαση των “εγγυητριών δυνάμεων” αλλά και των δύο Υπερδυνάμεων της εποχής (ΗΠΑ, Ρωσία) οδήγησε σε κάποιου είδους εκεχειρία. Στις 30 Δεκέμβρη, ο Βρετανός στρατηγός Γιανγκ χαράζει στο χάρτη τη γραμμή που χωρίζει τη Λευκωσία, μια γραμμή πράσινη από το χρώμα του μολυβιού που κρατούσε.


“Ακρίτας” δεν ήταν μόνο το ψευδώνυμο του Γιωρκάτζη, αλλά και το όνομα ενός σχεδίου, στο οποίο είχε δώσει τη συγκατάθεσή της η ελληνοκυπριακή ηγεσία. Η λογική ήταν πως όσο μεγαλύτερη αστάθεια και τάση για ταραχές και σφαγές μεταξύ των δύο κοινοτήτων, τόσο πιο εύκολα θα αποδεικνυόταν ότι το Σύνταγμα του 1960 δεν μπορούσε να λειτουργήσει, η ελληνοκυπριακή ηγεσία θα το κατήγγειλε και έτσι θα άνοιγε το δρόμο προς την “Ένωση με την Ελλάδα”.

“Είναι αφελές να πιστεύωμεν ότι είναι δυνατόν να προβούμεν εις ουσιαστικές ενέργειες τροποποιήσεως του Συντάγματος, χωρίς οι Τούρκοι να επιχειρήσουν να δημιουργήσουν ή σκηνοθετήσουν δυναμικήν σύγκρουσιν. (...) Επιβάλλεται να καταστείλωμεν ταύτην δυναμικώς εις το συντομώτερον δυνατόν χρονικόν διάστημα (...) Δυναμική και αποτελεσματική αντιμετώπισις των Τούρκων θα διευκολύνη τα μέγιστα τας μεταγενεστέρας ενεργείας μας δια περαιτέρω τροποποιήσεις, διότι οι Τούρκοι θα γνωρίζουν ότι αντίδρασίς των είναι αδύνατος ή επιζημία σοβαρώς δια την κοινότητά τους", αναφέρει έγγραφο του ελληνικού στρατού εκείνη την περίοδο.

Αυτή η αντιμετώπιση εκφραζόταν ανοιχτά από την ελληνοκυπριακή ηγεσία, για την οποία η “ανεξαρτησία” της Κύπρου με τη μορφή που πήρε το '59 – '60 δεν ήταν το τέλος του δρόμου, αλλά ένας απαραίτητος ενδιάμεσος “σταθμός”. 

Οι συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου, λαμβάνοντας υπόψη ότι 18% του πληθυσμού ήταν Τουρκοκύπριοι, δημιούργησαν ένα πολύπλοκο συνταγματικό καθεστώς ώστε να «εξασφαλίζεται» η άποψη της μειονότητας. Ο πρόεδρος θα ήταν Ελληνοκύπριος αλλά ο αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος, οι θέσεις υπουργών, βουλευτών και άλλων αξιωματούχων έπρεπε να πηγαίνουν κατά 30% σε Τουρκοκύπριους. 

Ένα μεγαλύτερο ποσοστό τούς αντιστοιχούσε στο στρατό, ενώ στις μεγάλες πόλεις έπρεπε να δημιουργηθούν ξεχωριστοί τουρκοκυπριακοί δήμοι. Στις σημαντικές αποφάσεις, η μειονότητα διατηρούσε το δικαίωμα του βέτο. Όλα αυτά, υπό την προστασία τριών “εγγυήτριων δυνάμεων”, Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας, που διατηρούσαν στρατό πάνω στο νησί και είχαν δικαίωμα να επέμβουν η καθεμία ξεχωριστά ή όλες μαζί αν χρειαζόταν για να διασφαλιστεί η εφαρμογή των Συμφωνιών.

Όπως συμβαίνει πάντα με τα πανέξυπνα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων, η Συμφωνία υπήρχε όντως στο χαρτί, όμως στην πράξη ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις (ελληνοκύπριους, τουρκοκύπριους, Έλληνες και Τούρκους) κάθε άλλο παρά σταμάτησε. Ίσα ίσα που εντάθηκε και πήρε τη μορφή πολέμου εντός της διοίκησης. 

Η ελληνική πλευρά θεωρούσε ότι έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων, την υπεροπλία και καλύτερες διεθνείς διασυνδέσεις ώστε να αρπάξει όσα περισσότερα προνόμια μπορεί. Οι Τουρκοκύπριοι, παρ’ όλες τις γενικές αναφορές στο σεβασμό των δικαιωμάτων τους, ήταν ένα βάρος από το οποίο ήθελε να απαλλαγεί. Για τις εθνικιστικές οργανώσεις, αυτό σήμαινε πρακτικά είτε την εξόντωση, είτε την απομόνωσή τους σε ένα καθεστώς τύπου απαρτχάιντ.

Ποσοστώσεις

Αντίθετα με το μύθο που θέλει την τουρκική πλευρά να στρέφεται κατά της “Κυπριακής Δημοκρατίας” ήταν η ελληνοκυπριακή πλευρά που δεν θέλησε να προχωρήσει καμιά από τις συμφωνίες που έδιναν χώρο στους Τουρκοκύπριους. Οι τουρκοκυπριακοί δήμοι δεν δημιουργήθηκαν, οι ποσοστώσεις στους δημόσιους υπάλληλους δεν τηρούνταν, η τουρκοκυπριακή ηγεσία ήταν έξω από την πραγματική άσκηση της πολιτικής.

Στις 30 Νοέμβρη του '63 ο Μακάριος ανακοίνωσε τα περίφημα 13 σημεία για την αναθεώρηση του κυπριακού Συντάγματος. Ήταν μια ανοιχτή άρνηση του όποιου ρόλου είχε εξασφαλίσει η τουρκοκυπριακή πλευρά. Ανάμεσα στα “σημεία” ήταν η κατάργηση του βέτο, η μη εξασφάλιση Τούρκου αντιπροέδρου της Βουλής, μείωση των ποσοστώσεων των Τουρκοκύπριων, άρνηση ίδρυσης των Δήμων.

Ήταν προφανές ότι ακόμη και το άνοιγμα αυτής της συζήτησης θα οδηγούσε σε σύγκρουση. Το “επεισόδιο” του Δεκέμβρη του '63 ήρθε πάνω στην κρίσιμη στιγμή.

Η Κύπρος αποκαλείται ακόμη το “αβύθιστο αεροπλανοφόρο” της Μεσογείου. Στρατηγικά τοποθετημένη κοντά στις ακτές της Συρίας – Λιβάνου και στη διώρυγα του Σουέζ, ήταν απαραίτητο τμήμα της αλυσίδας του αποικιακού συστήματος της Βρετανίας για δεκαετίες. Οι αλλαγές στον παγκόσμιο χάρτη μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η αποχώρηση των Άγγλων από την Ινδία, πιέζουν για αποαποικιοποίηση.

Για την ελληνοκυπριακή πλευρά, το να πάρει το κράτος στα χέρια της σήμαινε ευκαιρίες να αναδείξει το ρόλο της και να εισπράξει ανταλλάγματα. Μια περιφερειακή και μικρή άρχουσα τάξη έβλεπε το δρόμο προς την επιτυχία ανοιχτό. Η ανατροπή του βασιλιά Φαρούκ στην Αίγυπτο το 1952, η εθνικοποίηση του Σουέζ από τον Νάσερ το 1956 και ο πόλεμος που ακολούθησε, αύξησε τη σημασία της Κύπρου, αντί να τη μειώσει στη μετααποικιακή εποχή. Η δυσανάλογη παρουσία βρετανικών βάσεων στο νησί μέχρι σήμερα είναι μια απόδειξη.

Το ζήτημα όμως δεν είναι πόσο φιλόδοξη ήταν και είναι η άρχουσα τάξη. Στην περίπτωση της Κύπρου ο υπερφίαλος σοβινισμός την οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις να κάψει τα ίδια της τα χέρια, όπως το καλοκαίρι του '74, άλλες φορές να αρπάξει ευκαιρίες και να αναδειχθεί όπως έκανε μετά την κρίση στο Λίβανο. 

Το ελληνοκυπριακό τραπεζικό σύστημα κατάφερε να αναδειχθεί σε πλυντήριο διεθνούς χρήματος, παρά τα εδάφη που είχε χάσει η ελληνοκυπριακή πλευρά στον πόλεμο.

Το πρόβλημα ήταν ότι η Αριστερά ακολούθησε αυτή την σοβινιστική πολιτική σαν ουρά της άρχουσας τάξης. Το ΑΚΕΛ στήριξε την πολιτική στοχοποίησης των Τουρκοκύπριων από το Μακάριο, πριν τα ματωμένα Χριστούγεννα, δίνοντάς της μάλιστα και “αντιιμπεριαλιστικό χρώμα”: “Το κόμμα μας για άλλη μια φορά διακηρύττει ότι υποστηρίζει ολόψυχα αυτή τη δήλωση του Μακαριωτάτου (...) είναι έτοιμο να προσφέρει σ'αυτόν κάθε βοήθεια για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού”, έλεγε ο γενικός του γραμματέας τον Οκτώβρη του '63.

Ενώ η εφημερίδα του ΑΚΕΛ, Χαραυγή, μετά τη σφαγή στην Ομορφίτα, διαπίστωνε πως “Οι Τούρκοι που εκκενώθηκαν από την Ομορφίτα για λόγους ασφάλειας των ιδίων, ζουν υπό θαυμάσιες συνθήκες και τυγχάνουν εξαιρετικών περιποιήσεων εκ μέρους των Αρχών και του ελληνικού πληθυσμού”. Στις 28 Δεκέμβρη δημοσίευε δηλώσεις του Γιωρκάτζη ότι “δεν υπήρξαν εκούσιαι ή ωργανωμέναι πράξεις βίας ή φόνοι γυναικοπαίδων κατά την διάρκειαν των θλιβερών εν Κύπρω επεισοδίων”.


Η εργατική τάξη και οι φτωχοί της Κύπρου πλήρωσαν τον εθνικισμό και από τις δύο πλευρές. Πλήρωσαν με θάνατο και προσφυγιά είτε το '63, είτε το '67, είτε το '74. Οι “εθνικοί μύθοι” είναι πάντα προς όφελος των αφεντικών. Τα “ματωμένα Χριστούγεννα” του '63 υπογραμμίζουν το καθήκον για το χτίσιμο μιας αριστεράς διεθνιστικής, που βάζει στην πρώτη γραμμή την τάξη και όχι το έθνος.

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Κινητοποίηση αύριο ενάντια στα μέτρα λιτότητας, συγκέντρωση 10:00 στο υπουργείο οικονομικών


Σε κινητοποίηση ενάντια στα μέτρα λιτότητας, τις περικοπές και τις ιδιωτικοποιήσεις καλούν αύριο εργατικές,αγροτικές,συνδικαλιστικές οργανώσεις καθώς και μαθητικές-φοιτητικές ενώσεις.
Θα γίνει συγκέντρωση έξω από το υπουργείο οικονομικών στις 10:00 το πρωί και θα ακολουθήσει πορεία στο προεδρικό.

Η κυβέρνηση Αναστασιάδη, πιστή υπηρέτης της ΕΕ και του ΔΝΤ, των τραπεζιτών και του κεφαλαίου, προωθώντας το μνημόνιο εφαρμόζει πολιτική σκληρής λιτότητας που βάζει στο στόχαστρο όλα τα εργατικά και λαικά δικαιώματα. Μετά την αρπαγή των λαικών εισοδημάτων στις τράπεζες για να σώσουν τους τραπεζίτες, την επίθεση σε μισθούς και συντάξεις, τα χαράτσια στη υγεία και τα δίδακτρα στην παιδεία, επιχειρούν τώρα να ξεπουλήσουν τους ημικρατικούς οργανισμούς στο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Για να υλοποιήσουν τις πολιτικές τους προς όφελος των αδηφάγων καπιταλιστών, παρουσιάζονται αδίστακτοι και ανελέητοι βάζοντας σε εφαρμογή τα πιο σκληρά μέτρα που μας μετατρέπουν σε δούλους στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα τους. Μόλις πριν λίγες μέρες η τρόικα έθεσε όρο για ποινικοποίηση των χρεών, που θα φυλακίζουν τους εργαζόμενους και ανέργους που δεν μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους και γίνονται έρμαιο στις ορέξεις των κυρίαρχων.

Σήμερα που εντείνεται η πολιτική λιτότητας και ο αυταρχισμός, που η ανεργία έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα (18% σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία) που μας καταδικάζουν στην φτώχεια και την εξαθλίωση, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να αντισταθούμε με όλες μας τις δυνάμεις, όχι για να σώσουμε ότι σώζεται, αλλά για να ανατρέψουμε τις πολιτικές τους και να παλέψουμε για μια άλλη ζωή. Να βάλουμε φρένο στην επίθεση αυτών που δεν διστάζουν να θυσιάσουν ζωές για να αυξήσουν τα κέρδη τους και να περάσουμε στην αντεπίθεση! Να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια και να διεκδικήσουμε ότι μας ανήκει!

Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει ήπιο ή σκληρό μνημόνιο, ούτε εξαντλείται σε ένα πακέτο μέτρων ή μία δόση η εφαρμογή της ληστρικής δανειακής σύμβασης. Τρόικα ΕΕ και ΔΝΤ απαιτούν συνεχώς νέα μέτρα που εφαρμόζουν οι υποτακτικές κυβερνήσεις μέχρι να διαλύσουν τα πάντα και να μας γονατίσουν. Η ολομέτωπη επίθεση διαλύει και τις όποιες αυταπάτες για οποιοδήποτε όφελος των φτωχών λαικών στρωμάτων από αυτές τις πολιτικές έστω και μακροπρόθεσμα.

Eπίσης έχει αποδειχθεί και στη πράξη πλέον, ότι καμιά κυβέρνηση, παρά μόνο ένα ισχυρό κίνημα εργαζομένων και νεολαίας μπορεί να ανατρέψει τη επίθεση των καπιταλιστών. Για να γίνει αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να προωθηθεί άμεσα η αυτοοργάνωση των εργαζομένων και η ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. 

Να συγκρουστούν οι εργαζόμενοι με τις ξεπουλημένες συνδικαλιστικές που έχουν υποταχθεί πλήρως στα συμφέροντα των αφεντικών. Να ανατραπεί ο πελατειακός και συμβιβασμένος διαχειριστικός συνδικαλισμός, που συνεχώς υποκύπτει στις απαιτήσεις και εκβιασμούς των εργοδοτών. Ενίοτε αυτός ο συνδικαλισμός παίρνει και χαρακτήρα κυβερνητικό, ταυτισμένος με την κρατική πολιτική, ανάλογα με το ποιο ή ποια κόμματα βρίσκονται στη κυβέρνηση. 

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι συντεχνίες να χάσουν εντελώς τον αγωνιστικό χαρακτήρα που είχαν στο παρελθόν, να μην λειτουργούν καθόλου μαζικές διαδικασίες βάσης όπου να μπορεί να εκφράζεται πραγματικά η εργατική βούληση και να μη αναπτύσονται δυναμικές μορφές πάλης και κινητοποιήσεις ενάντια στη επίθεση του κεφαλαίου. Ακόμα και οι ελάχιστες απεργίες που γίνονται είναι ακίνδυνες και χωρίς καμιά νικηφόρα προοπτική αφού καταλήγουν συνήθως σε συνθηκολόγηση υπέρ των αφεντικών.

 Είναι ακόμα προβληματικό ότι δεν υπάρχει συντονισμός, αλληλεγγύη και κοινή δράση στις κινητοποιήσεις διαφόρων κοινωνικών ομάδων, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν οι ανέξοδες διαμαρτυρίες και ατομικιστικές αντιλήψεις για ικανοποίηση συγκεκριμένων αιτημάτων χωρίς να μπαίνει στο στόχαστρο το πολιτικό σύστημα και χωρίς να επιδιώκεται η ευρύτερη κοινωνική αντίσταση. Μόνο η ενιαία πάλη με στόχο την γενική απεργία μπορεί να φέρει αποτελέσματα και να ανατρέψει την κυρίαρχη πολιτική. 

Το εργατικό κίνημα και ο λαός μπορούν να νικήσουν αν πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και παλέψουν μακριά από αντιλήψεις ηττοπάθειας. Ο θεσμός του δήθεν κοινωνικού διαλόγου έχει ξεφτιλιστεί. Αυτό που χρειάζεται είναι σύγκρουση με τις πολιτικές του κεφαλαίου και όχι  διαπραγμάτευση για το πόσο θα χειροτερέψει η θέση των εργαζομένων.

       ΟΥΤΕ ΔΝΤ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΕΕ, ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ ΛΑΕ

- ΠΑΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ
- ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΜΝΗΜΟΝΙΑ, ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΕ!
- ΚΑΜΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ. ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ-ΛΑΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΥΝΟΛΙΚΑ.
- ΑΜΕΣΗ ΠΑΥΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΕΚΤΟΣ ΑΥΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ
- ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΤΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΟΠΩΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΥΔΡΕΥΣΗ ΜΕ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ
- ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
- ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΑΠΟΛΥΣΕΩΝ. ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΕ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ.

Γερμανός βουλευτής: «Δηλώνω αλληλέγγυος με τον αγώνα των Κύπριων εργαζομένων»

Aκολουθεί η δήλωση του:

Η γερμανική κυβέρνηση και οι νεοφιλελέυθερες ελίτ της ΕΕ διεκπεραιώνουν την εξαθλίωση των εργαζομένων στη Νότια Ευρώπη. Φέτος επέβαλαν στην Κύπρο ένα κούρεμα των καταθέσεων το οποίο κατέστρεψε την οικονομία του νησιού.Μόνο για το 2013 υπολογίζεται μια ύφεση της τάξης του 7,7%. Κάθε μέρα ο κόσμος χάνει τις δουλειές του, ενώ οι μισθοί περικόπτονται και οικίες εκποιούνται.

Η συντηρητική κυβέρνηση του Νίκου Αναστασιάδη είναι ο καλύτερος φίλος της Μέρκελ στην Κύπρο. Παραβίασε της προεκλογικές τις δεσμεύσεις και έχει αναδείξει την ιδιωτικοποιήση κερδοφόρων ημικρατικών οργανισμών όπως τις τηλεπικοινωνίεςκαι την ηλεκτροδότηση σε ύψιστη προτεραιότητα. Είναι μια κυβέρνηση που επιπλέον ενέχεται σε διάφορα σκάνδαλα διαφθοράς.

Η κυπριακή κοινωνία όμως αντιστέκεται. Στις 14. Δεκεμβρίου διάφορα σύνολα όπως συντεχνίες, μαθητικές και φοιτητικές οργανώσεις, συνταξιούχοι, συντεχνίες εκπαιδευτικών και αγροτικές οργανώσεις καλούν σε μια μαζική κινητοποίηση στη Λευκωσία κάτω από το σύνθημα «Η κοινωνία αντιδρά και διεκδικεί». Η κινητοποίηση στρέφεται μεταξύ άλλων ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και τις πολιτικές της λιτότητας. Είναι η πρώτη οργανωμένη μαζική κινητοποίηση από το κούρεμα του Μαρτίου.

Δηλώνω αλληλέγγυος με τον αγώνα των Κύπριων εργαζομένων και στηρίζω την κινητοποιήση. Μόνο με διεθνή αλληλεγγύη μπορούν οι εργαζόμενοι να αντιστρέψουν την λιτότητα και αναδείξουν μια αλληλέγγυα προοπτική. Χρειαζόμαστε μια ριζική αναθεώρηση των πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης, μια πανευρωπαϊκή φορολόγηση του πλούτου καθώς και πολιτικές ανάπτυξης με κοινωνικό και οικολογικό περιεχόμενο.

Στηρίζω επίσης τις προγραμματισμένες μεγάλες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας «Blockupy»στην Φρανκφούρτη το 2014, μπροστά από την έδρα της αντιδημοκρατικής Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που σαν κεντρική συνιστώσα της Τροίκα φέρει σημαντικό μερίδιο της ευθύνης για το νεοφιλελεύθερο καθεστώς της ΕΕ σήμερα. Η σημερινή πορεία της ΕΕ θέτει σε κίνδυνο την ειρηνική συμβίωση στην ήπειρο. Ένα πανευρωπαϊκό κίνημα αντεπίθεσης είναι η καλύτερη απάντηση στις αυταρχικές και αντιλαϊκές δομές της ΕΕ.


Άντρει Χούνκο, βουλευτής του γερμανικού κοινοβουλίου για το Κόμμα της Αριστεράς (Die Linke)

Στην επαύριο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα: σκέψεις για τη διαδικασία εκφασισμού

των Χρήστου Αβραμίδη και Αντώνη Γαλανόπουλου

Ξυπνήστε.
Πιέτρο Πεκοράι, 78 ετών.
Τον εκμεταλλεύτηκαν τα αφεντικά, τον σκότωσαν οι φασίστες

Ξυπνήστε.
Ντέτσιμο Μονάτι, 74 ετών, ανειδίκευτός από 8 ετών.
Τον εκμεταλλεύτηκαν τα αφεντικά, τον σκότωσαν οι φασίστες.

Ξυπνήστε.
Τζοσουέ Τουέλι, 72 ετών, ανειδίκευτος από 7 ετών.
Τον εκμεταλλεύτηκαν τα αφεντικά, τον σκότωσαν οι φασίστες.

Με αυτόν τον τρόπο ξεκινά μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές στην ταινία «1900» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. Η οποία πιθανότατα αναφέρεται στα γεγονότα της κοιλάδας του Πάδου, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1922. Οι φασίστες μόλις έχουν πυρπολήσει ένα από τα σπίτια του λαού και δολοφονούν 5 γέρους, συνταξιούχους της εργατικής τάξης. Κατά τη μεταφορά των σωρών τους στους δρόμους του χωριού η κομμουνίστρια δασκάλα φωνάζει προς τα μπαλκόνια τα παραπάνω λόγια. Τελικά η κηδεία μετατρέπεται σε μία μεγάλη διαδήλωση. 

Ενενήντα χρόνια μετά, στην μακρά σειρά ονομάτων μπορεί να προστεθεί άλλο ένα. Παύλος Φύσσας, 34 ετών. Επισφαλώς εργαζόμενος από 19 ετών. Τον εκμεταλλεύτηκαν τα αφεντικά. Τον σκότωσαν οι φασίστες. Σημαντικό στοιχείο για το έγκλημα είναι η καταγγελία που έχει γίνει από τους αυτόπτες μάρτυρες ότι η αστυνομία βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά από το σημείο της επίθεσης αλλά δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει τη δολοφονία (1). Την παρουσία της αστυνομίας φαίνεται να επιβεβαιώνει εμμέσως και ο ίδιος ο δολοφόνος στην κατάθεσή του (2).

Σε οποιοδήποτε πόνημα γράφεται πάνω στο θέμα μας, ένας από τους στόχους δεν μπορεί παρά να είναι η ανάδειξη όλων των ευθυνών που έφεραν αυτή τη δολοφονία. Στο κείμενο θα πραγματευτούμε τη δολοφονία και το φασιστικό φαινόμενο μέσα από το ιστορικό πρίσμα φωτίζοντας και την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. 

Εκτός αυτών όμως αρχικά, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τις σχέσεις της αστυνομίας και των δυνάμεων καταστολής με τα φασιστικά κινήματα ιστορικά αλλά και ειδικότερα στην Ελλάδα. Στη συνέχεια, θα εξετάσουμε αυτό το φαινόμενο, όχι απλά σαν μία «ιδιοτροπία» των σωμάτων ασφαλείας, αλλά σαν κάτι που αντικατοπτρίζει τα συμφέροντα των κυρίαρχων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων. Όπως θα δούμε οι τελευταίες, αν δεν προώθησαν, σίγουρα ανέχτηκαν τη ναζιστική δράση. 

Αυτή η αλληλεπίδραση κατεστημένου και ναζισμού εντάθηκε στα χρόνια της κρίσης εξαιτίας και της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης που τείνει να επιβληθεί. Δεν πρόκειται για μια επιλογή κάποιων δεξιών συντηρητικών πολιτικών αλλά –ως ένα βαθμό– για αναγκαία συνθήκη για την αναπαραγωγή του συστήματος.

Ιστορικά, η σχέση φασιστικού κινήματος και κατεστημένου, έχει οικοδομηθεί σε πολλές χώρες και μάλιστα σε κάποιες από αυτές ολοκληρώθηκε, με αποτέλεσμα τα δύο κλασικά φασιστικά καθεστώτα που γνώρισε η ανθρώπινη ιστορία σε Ιταλία και Γερμανία. Το φλερτ ήταν διαρκές και επίμονο, μόνο που οι συντηρητικοί προτιμούσαν έναν νυχτοφύλακα που θα επιτίθεται στοχευμένα στους αντιπάλους τους και όχι μια ανεξέλεγκτη συμμορία με μαχαιροβγάλτες που θα διαταράσσει την τάξη.

Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί και η δολοφονία του Φύσσα σε αντιδιαστολή με τις δράσεις της Χρυσής Αυγής που προηγήθηκαν στο Πέραμα, στο Μελιγαλά, στο Βίτσι, αλλά και οι διαρκείς επιθέσεις της ενάντια σε μετανάστες στα σκοτεινά. Τέλος, διαβάζοντας τα γεγονότα μέσα από το φακό της ιστορικής γνώσης, θα δούμε ότι η Ελλάδα του 2013 παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με την Ιταλία του 1922 και ο Πειραιάς με την Κοιλάδα του Πάδου δεν θα φαντάζουν πια και τόσο μακριά.

Ναζί - Αστυνομία: Μια σχέση με παρελθόν

«Η αδελφοκτόνα διαμάχη της δεκαετίας του 1940 έφερε μοιραία κοντά τους εθνικιστές, με τα σώματα ασφαλείας. Η τακτική αυτή συνεχίστηκε στις δεκαετίες ’60 και ’70… Επιπλέον η νοοτροπία των ακροδεξιών ήταν και είναι ότι τα σώματα ασφαλείας είναι δεδομένο ότι βρίσκονται κοντά στις εθνικές ιδέες» (3).

Η παραπάνω δήλωση δεν ανήκει σε κάποιον αντιφασίστα μελετητή αλλά στον αρχηγό της Χρυσής Αυγής, Νίκο Μιχαλολιάκο. Τα παραδείγματα συνεργασίας Χρυσής Αυγής και αστυνομίας είναι πολλά και εδώ θα αναφερθούμε μόνο στα πιο σημαντικά και πιο πρόσφατα περιστατικά. Μερικές ώρες μετά τη δολοφονία του Φύσσα οι Χρυσαυγίτες απαθανατίζονται στο πλευρό των ΜΑΤ να επιτίθενται με πέτρες σε διαδηλωτές (4), ο υπεύθυνος παρακολούθησης της Χρυσής Αυγής στην ΕΥΠ αποκαλύφθηκε ότι είναι ξάδερφος υποψήφιου βουλευτή της Χρυσής Αυγής (5) ενώ ανάμεσα στους συλληφθέντες της 28ης Σεπτεμβρίου συγκαταλέγονται δύο αστυνομικοί (6). Μάλιστα, εκτιμάται ότι μόλις το 1-2% των επιθέσεων ακροδεξιών φαίνεται να φτάνουν στο ακροατήριο των δικαστηρίων (7).

Έτσι λοιπόν, δεν είναι να απορεί κανείς με τα ποσοστά που έλαβε η Χρυσή Αυγή στα εκλογικά τμήματα που ψηφίζουν αστυνομικοί. Ενώ το ποσοστό της Χρυσής Αυγής έφτασε πανελλαδικά στο 7%, στα συγκεκριμένα τμήματα άγγιξε το 23,7% κάτι που σημαίνει ότι με τη σχετική αναγωγή το ποσοστό των αστυνομικών που ψηφίζουν Χρυσή Αυγή κινείται μεταξύ του 45% και του 59% (8). Φυσικά αυτή η σχέση αγάπης είναι αμφίδρομη, αφού και η ηγεσία της Χρυσής Αυγής ιεραρχεί πολύ ψηλά στην ατζέντα τα ζητήματα των σωμάτων ασφαλείας. 

Όπως είδαμε και παραπάνω, η συνεργασία σωμάτων ασφαλείας και εθνικιστών έχει μακρά ιστορία. Χαρακτηριστική στιγμή της είναι η επιχείρηση «Πελαργός» όπου από κοινού στρατός, χωροφυλακή και φασιστικές οργανώσεις επιχείρησαν ενάντια στους κομμουνιστές, όπως αναφέρει ο Γιώργος Μαργαρίτης στο βιβλίο του για τον Εμφύλιο (9).

Ασφαλώς, η σχέση των οργάνων καταστολής με τα φασιστικά κινήματα, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα του 2013 αλλά επεκτείνεται στον χρόνο και στον χώρο. Για να φωτίσουμε αυτή την πτυχή θα πρέπει να ταξιδέψουμε 83 χρόνια πίσω στην κοιλάδα του Πάδου, στην Ιταλία. Εκεί η δύναμη των σοσιαλιστών είχε επιβάλει μία τέτοια κατάσταση, όπου οι μεγαλογαιοκτήμονες έπρεπε να απευθυνθούν στο σοσιαλιστικό γραφείο εργασίας για να βρουν κάποιον εργαζόμενο με αποτέλεσμα να υποχρεώνονται να προσλαμβάνουν τον εργάτη για όλο τον χρόνο και όχι εποχιακά, και μάλιστα με καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας. Παράλληλα οι σοσιαλιστές αγωνίζονταν για την υπονόμευση της ιδιοκτησίας των γαιοκτημόνων. 

Έτσι λοιπόν, οι μεγαλογαιοκτήμονες, πιεσμένοι καθώς ήταν και από τον διεθνή ανταγωνισμό, στράφηκαν για την προστασία τους στους φασίστες, παρέχοντάς τους την απαραίτητη οικονομική βοήθεια για την ανάπτυξή τους (10). Στα τέλη του 1920 η δραστηριότητα των παραστρατιωτικών ομάδων άρχισε να οργανώνεται και να επεκτείνεται. Το πρώτο εξάμηνο του 1921 οι φασιστικές ομάδες κατέστρεψαν 17 εφημερίδες και εκδοτικούς οίκους, 59 Σπίτια του Λαού, 119 συμβούλια εργασίας (σοσιαλιστικά γραφεία απασχόλησης), 107 συνεταιρισμούς, 83 συνδέσμους αγροτών, 151 σοσιαλιστικούς συλλόγους και 151 πολιτιστικές οργανώσεις. Στο διάστημα από την 1η Ιανουαρίου έως την 7η Απριλίου του 1921, 102 άνθρωποι σκοτώθηκαν: 25 φασίστες, 41 σοσιαλιστές, 20 αστυνομικοί και 16 άλλοι (11). 

Οι γαιοκτήμονες δεν ήταν οι μόνοι που βοήθησαν τους μελανοχίτωνες στην κοιλάδα του Πάδου να συντρίψουν το σοσιαλισμό. Η τοπική αστυνομία κι οι στρατιωτικοί διοικητές τους δάνεισαν όπλα και φορτηγά, κι ορισμένα από τα νεότερα μέλη τους έλαβαν μέρος στις επιθέσεις. Μερικοί τοπικοί έπαρχοι, αγανακτισμένοι από τις φιλοδοξίες των νέων σοσιαλιστών δημάρχων και των δημοτικών συμβουλίων, έκαναν τα στραβά μάτια σ’ αυτές τις νυχτερινές εφόδους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τους διέθεσαν ακόμα και οχήματα. Εκεί όπου οι δημόσιες αρχές έκαναν τα στραβά μάτια σε οποιουδήποτε είδους άμεση δράση κατά των κομουνιστών ή των σοσιαλιστών, χωρίς να προβληματίζονται και τόσο πολύ για τις λεπτομέρειες, άνοιγε ταυτόχρονα μια πόρτα στο φασισμό, όπως αναφέρει ο ιστορικός του φασισμού Ρόμπερτ Πάξτον (12).

Η σχέση συντηρητικών-αστυνομίας-φασισμού ως σύμπτωμα κρίσης του κατεστημένου

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχουν αρκετοί λόγοι που έχουν ιστορικά οδηγήσει την αστυνομία στο πλευρό των φασιστών. Μερικοί από αυτούς είναι η εξοικείωση και η εξύψωσή της από την εξουσία, η ενοχοποίηση του αδύναμου και η υπακοή στην ιεραρχία. Αυτό που αξίζει όμως να διερευνηθεί είναι η σχέση συντηρητικών και φασιστών, της οποίας η αστυνομία αποτελεί απλώς ένα σύμπτωμα και ως τέτοιο πρέπει να την αντιμετωπίσουμε. «Ένα σύμπτωμα αναδύεται εκεί που έχει αποτύχει η κατεστημένη τάξη. Το σύμπτωμα από τη διαμόρφωσή του αποβλέπει στην ερμηνεία του», σημειώνει ο Σλαβόι Ζίζεκ (13). 

Έτσι λοιπόν τώρα καλούμαστε να ερμηνεύσουμε αναδρομικά το κρυμμένο νόημά του, δηλαδή το νόημα που κρύβεται πίσω από τη στάση της αστυνομίας. Αυτά τα συμπτώματα δεν είναι τόσο εμφανή σε καιρούς “κανονικής” ανάπτυξης του κεφαλαίου, αλλά αντίθετα η ασθένεια της υπάρχουσας τάξης και της αφήγησης που προβάλλει, οξύνεται εν μέσω οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Ας δούμε λοιπόν την κοινωνική βάση που ευνόησε τη συνεργασία συντηρητικών και φασιστών στην Ιταλία και τη Γερμανία.

Στην Ιταλία, μετά τον πόλεμο, παρουσιάζεται έλλειψη τροφίμων, που οδηγεί σε κοινωνικές ταραχές. Παρόμοια εξαθλίωση πολύ διευρυμένων κοινωνικών στρωμάτων έχουμε και στη Γερμανία μετά το Κραχ του 1929. Η υψηλή ανεργία αποτελεί χαρακτηριστικό και των δύο χωρών και οδηγεί ακόμα μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού στη φτώχεια. Μάλιστα, στην Ιταλία η ανεργία αυξάνεται ραγδαία με την επιστροφή των στρατιωτών από το μέτωπο μέσα στο 1919 (14). 

Ο πόλεμος, παρότι κράτησε τριάμισι χρόνια και βρήκε την Ιταλία στο πλευρό των νικητών, δεν της έδωσε κάποια ιδιαίτερα κέρδη. Αντίθετα μέτρησε πάνω από 670.000 νεκρούς και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους με προβλήματα αναπηρίας (15). 

Όλα αυτά συμβαίνουν, βεβαίως, μόλις μερικά χρόνια μετά τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης που απολαμβάνει δημοφιλίας σε πολύ εκτεταμένα κομμάτια του πληθυσμού. Έτσι, δημιουργείται ένα κλίμα όπου αμφισβητείται συνολικά η κοινωνική τάξη πραγμάτων. Επιπλέον, παρά τον πόλεμο έχουμε τη διατήρηση των απεργιών σε πολύ υψηλά επίπεδα και στην συνέχεια την αύξηση των χαμένων ημερών εργασίας. 

Έτσι ενώ το 1915, στην έναρξη του πολέμου, έχουμε 673.000 χαμένες μέρες εργασίας, μέσα στο 1918 αυτές ανεβαίνουν στις 906.000 (16) και ακόμα περισσότερο το 1919 και το 1920 (17). Έτσι, από το 1919, οπότε και αναδεικνύεται πρώτο κόμμα το Σοσιαλιστικό, ξεκινά μια μακρά περίοδος αποσταθεροποίησης όπου είναι δύσκολο να σχηματιστεί σταθερή κυβέρνηση. 

Ήδη από το 1920, πριν ο φασισμός αναδειχθεί σε μεγάλη δύναμη, η κυριότερη εργοδοτική ένωση αναφέρει: «Η τρέχουσα οικονομική κατάσταση μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με μια εντατικοποίηση της παραγωγής, μαζί με μια μείωση της μη αναγκαίας κατανάλωσης και για αυτό το σκοπό η κυβέρνηση πρέπει να έχει μια καθαρή, ακριβή στιβαρή στρατηγική που να εγγυάται την πειθαρχία σε όλη τη χώρα και την ασφάλεια, τόσο για την ανάπτυξη ελεύθερων ατομικών πρωτοβουλιών όσο και για τη διατήρηση των κανόνων του νόμου» (18).

Η ίδια κατάσταση αποσταθεροποίησης επικρατεί και στη Γερμανία του Χίτλερ, όπου η κυβέρνηση που καταφέρνει να διατηρηθεί περισσότερο καιρό στην εξουσία από το 1928 έως το 1933, δεν ξεπερνά σε διάρκεια τους εικοσιένα μήνες (19). Εκεί τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη σχέση μεταξύ του NSDAP και του κατεστημένου είναι ακόμα πιο αμείλικτα. Όσο το πολιτικό αδιέξοδο συντηρείται, τόσο εντείνονται οι σχέσεις του Χίτλερ με τα επιχειρηματικά συμφέροντα. 

Στις 27 Ιανουαρίου 1932 στη λέσχη της βιομηχανίας του Ντίσελντορφ, σε ακροατήριο 300 επιχειρηματιών, ο Χίτλερ πρότεινε στους παριστάμενους, μια απολυταρχική κυβέρνηση που θα προκαλούσε τη συντριβή των κομμουνιστών και θα απαιτούσε «ένα μεγάλο ζωτικό χώρο με μεγάλη εσωτερική αγορά και την προστασία της οικονομίας στο εξωτερικό, χάρη στη συγκεντροποίηση της γερμανικής δύναμης». 

Μάλιστα στις 30 Οκτωβρίου 1931, ο Ζήμενς, ιδιοκτήτης της γνωστής Siemens, μιλούσε μπροστά στους Αμερικάνους βιομηχάνους για τη σημασία του ναζιστικού κόμματος «του οποίου ο κύριος στόχος ήταν ο αγώνας εναντίον του σοσιαλισμού και της λογικής κατάληξής του, του κομμουνισμού» (20). 

Έχει προηγηθεί και η διαμεσολάβηση ενός άλλου τραπεζίτη, του Σαχτ, ο οποίος καλεί τον πρόεδρο Χίντεμπουργκ, με τις υπογραφές πολλών μεγιστάνων, να «ανατεθεί η εξουσία στον αρχηγό του σημαντικότερου κόμματος». Σε άλλη μία συνάντηση των ναζί με τους βιομηχάνους και το κατεστημένο στις 20 Φεβρουαρίου του 1933, ο Γκέρινγκ ζητά από τη βιομηχανία να ενισχύσει το κόμμα αντιλαμβανόμενη ότι αν κερδίσουν, αυτές οι εκλογές μπορεί να είναι οι τελευταίες για τα επόμενα δέκα ή και εκατό χρόνια. 

Τις επόμενες τρεις εβδομάδες ο Σαχτ συγκέντρωσε για λογαριασμό του ναζιστικού κόμματος οικονομικές ενισχύσεις από 17 διαφορετικές επιχειρήσεις (21). Με αυτά τα δεδομένα φωτίζεται η συμφωνία που θα γίνει στη συνέχεια ώστε ο Χίντεμπουργκ να διορίσει την κυβέρνηση Χίτλερ - Φον Πάπεν στις 30 Ιανουαρίου 1933.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η περισσότερο ή λιγότερο παρατεταμένη περίοδος κατά την οποία οι φασίστες και οι συντηρητικοί απεργάζονταν αυτή τη συμφωνία ισχύος δεν ήταν μία γραμμική περίοδος διαρκώς αυξανόμενης συμφωνίας, αλλά αποτέλεσε περίοδο έντασης και για τις δύο πλευρές, τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γερμανία. Οι διαπραγματεύσεις αυτές στην καλύτερη περίπτωση θα έφερναν έναν όχι και τόσο ιδανικό συμβιβασμό, ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις εναλλακτικές λύσεις, οι δύο πλευρές ήταν πρόθυμες να προσαρμοστούν αναλόγως και να μετριάσουν τις φιλοδοξίες τους (22).

Θεμελιώδης αντίθεση ανάμεσά τους είναι το γεγονός ότι οι συντηρητικοί κινούνται προς έναν πιο προσεκτικό παραδοσιακό αυταρχισμό, με σεβασμό στην ιδιοκτησία και στην κοινωνική ιεραρχία, ενώ οι φασίστες, από την άλλη, κινούνται προς μια δυναμική, ισοπεδωτική δικτατορία, έτοιμη να θυσιάσει κάθε ιδιωτικό συμφέρον στο όνομα του εθνικού κύρους και της εθνικής καθαρότητας (23). 

Ακόμη οι συντηρητικοί μπορεί να δέχονταν τη βία εναντίον των σοσιαλιστών και των συνδικαλιστών, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ανέχονταν τη βία που στρεφόταν ενάντια στο κράτος (24). Οι παραδοσιακές ελίτ προσπαθούν να διατηρήσουν στρατηγικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, ενώ τα φασιστικά κόμματα θέλουν να τις στελεχώσουν με νέους ανθρώπους ή να τις παρακάμψουν με τη δημιουργία «παράλληλων οργανώσεων». 

Αυτές οι αντιθέσεις προκαλούσαν μία ένταση ανάμεσα στις επιδιώξεις του συντηρητικού κατεστημένου και των φασιστών (25). Τελικά, οι συντηρητικοί εθνικοί ηγέτες και στις δύο χώρες αποφάσισαν πως εκείνο που είχαν να προσφέρουν οι φασίστες ήταν πιο σημαντικό από τα μειονεκτήματα που θα προέκυπταν αν συνεχιζόταν αυτή η περίοδος αποσταθεροποίησης και ιδιαίτερα εάν η Αριστερά επωφελείτο της κατάστασης και έπαιρνε την εξουσία. 

Ειδικότερα στην Ιταλία ένας από τους λόγους που οδήγησαν τους συντηρητικούς στην περαιτέρω σύγκλιση με τους φασίστες ήταν η επιθυμία τους να χρησιμοποιήσουν για ενίσχυση της δικής τους εξουσίας την επιρροή που είχαν οι φασίστες στην κοινή γνώμη. Αυτή η επιρροή άγγιζε κοινωνικά πεδία, στα οποία οι συντηρητικοί δεν είχαν πλέον μεγάλη δύναμη, όπως τους δρόμους, μέσω των εθνικιστικών και αντισοσιαλιστικών μερίδων της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων (26).

Η πορεία ανάδυσης της Χρυσής Αυγής

Μετά από αυτή την απαραίτητη ιστορική αναδρομή, θα περάσουμε τώρα στην περιγραφή και ανάλυση τόσο της σχέσης συντηρητικών και φασιστών στην Ελλάδα όσο και των ιδιαίτερων παραγόντων που την καθόρισαν τα τελευταία πέντε χρόνια, στοχεύοντας να αναδείξουμε τις παραλληλίες με τη Γερμανία και την Ιταλία όσο και τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. 

Πρώτος σταθμός μας θα είναι η περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα λίγους μήνες μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008. Όπως είδαμε οι φασίστες είναι κυρίως ένας εφεδρικός στρατός που ενεργοποιείται όταν η άρχουσα τάξη συνειδητοποιεί ότι χάνει ή κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο. Στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση το είδαμε για πρώτη φορά, σύμφωνα με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Τάσο Κωστόπουλο, να συμβαίνει μετά τον Δεκέμβρη (27). 

Είναι η πρώτη φορά που το κράτος και το κεφάλαιο με τους φορείς του, είτε πρόκειται για την αστυνομία και τον στρατό είτε για τη γνωστή υπηρεσία εφέδρων η οποία έστησε τον Άγιο Παντελεήμονα, επιχειρεί κάτι τέτοιο. Τον Δεκέμβρη το κράτος, η άρχουσα τάξη και η οργανική τους διανόηση διαπίστωσαν ότι σε συνθήκες πανικού είχαν, στη πραγματικότητα, χάσει τον έλεγχο. Το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας δεν διέθετε πλέον μηχανισμούς πολιτικής καταστολής σε επίπεδο γειτονιάς. Έτσι επιχειρήθηκε να στηθούν από το μηδέν και πειραματικά νέοι μηχανισμοί και η αρχή έγινε σε μια γειτονιά με πρόβλημα. Ο νυχτοφύλακας της ιστορίας επιστρέφει στην πολιτική πραγματικότητα και αρχίζει να αναπτύσσεται με συγκεκριμένες πολιτικές του κατεστημένου. Η περιοχή μετατρέπεται σταδιακά σε γκέτο όπου η Χρυσή Αυγή αποκτά μεγάλο έλεγχο και επιρροή.

Ενώ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη αυτή η διεργασία, η χώρα οδηγείται σε εκλογές στις 4 Οκτωβρίου του 2009. Η νέα κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου σύντομα δείχνει να κινείται σε κατεύθυνση αντίθετη με τις προεκλογικές της υποσχέσεις και τον Μάιο του 2010 υπογράφει δανειακή σύμβαση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. 

Από τότε ξεκινά μια βίαιη επίθεση στα χαμηλά και μεσαία κοινωνικό-οικονομικά στρώματα της χώρας η οποία δεν έχει λάβει ακόμα τέλος. Τον Νοέμβριο του 2010 διεξάγονται αυτοδιοικητικές εκλογές, όπου το εκλογικό σώμα δεν φαίνεται να εκφράζει έντονα την αντίθεσή του στην ασκούμενη πολιτική. Σε γενικές γραμμές, οι περιφέρειες μοιράζονται ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, το κυβερνόν κόμμα δεν πλήττεται ιδιαίτερα και η εικόνα μοιάζει «φυσιολογική» σε όλη τη χώρα εκτός από το Δήμο της Αθήνας. 

Εκεί η Χρυσή Αυγή λαμβάνοντας ποσοστό 5,29% κερδίζει για πρώτη φορά έδρα στο δημοτικό συμβούλιο και εκλέγει δημοτικό σύμβουλο Αθηναίων τον πρόεδρό της Νίκο Μιχαλολιάκο. Η επιτυχία αυτή της Χρυσής Αυγής στηρίζεται εν πολλοίς στο έκτο εκλογικό διαμέρισμα που περιλαμβάνει και τον Άγιο Παντελεήμονα, όπου έλαβε ποσοστό περίπου 14% (28).

Μετά από ένα χρόνο μνημονιακής πολιτικής, η κοινωνική οργή αυξάνεται και τον Ιούνιο του 2011 ξεσπά το κίνημα των Αγανακτισμένων. Είναι το πρώτο δείγμα ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας δεν θα αντέξει για πολύ καιρό ακόμα στη παρούσα του μορφή. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός πως είναι αρκετά διαδεδομένη η ιδέα ότι οι Αγανακτισμένοι γιγάντωσαν τη Χρυσή Αυγή, αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Αντιθέτως φαίνεται πως η εκλογική της επιρροή, το διάστημα εκείνο αλλά και το αμέσως επόμενο κινείται σταθερά στο 1-1,5% (29). 

Με το πέρας του καλοκαιριού, ο πολιτικός χρόνος πυκνώνει και οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Οι παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου μετατρέπονται σε διαδηλώσεις κατά της κυβερνητικής πολιτικής, στις 31 Οκτωβρίου ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοινώνει την πρόθεσή του για διενέργεια δημοψηφίσματος με το ερώτημα της έγκρισης της νέας δανειακής σύμβασης ενώ στις 3 Νοεμβρίου μετά τη συμμετοχή του στη διάσκεψη των G20 στις Κάννες και τις ισχυρές διεθνείς πιέσεις που δέχθηκε αποσύρει την πρότασή του. Αυτό είναι και το πολιτικό τέλος του Γιώργου Παπανδρέου, καθώς στις 6 Νοεμβρίου παραδίδει ουσιαστικά την πρωθυπουργία και πέντε μέρες μετά σχηματίζεται η κυβέρνηση Παπαδήμου. Από αυτό το σημείο και μετά η πολιτική τοπογραφία θα αναδιαταχθεί πλήρως.

Η κυβέρνηση Παπαδήμου και η ψήφιση του Μνημονίου ΙΙ τον Ιανουάριο του 2012 αποδεικνύεται πως αποτελούν ορόσημο για την άνοδο και σταθεροποίηση της Χρυσής Αυγής στην κεντρική πολιτική σκηνή. Η ακροδεξιά έχει νομιμοποιηθεί με τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου ενώ η κατάρρευσή του αφήνει μεγάλο περιθώριο επέκτασης στη Χρυσή Αυγή (30). 

Δύο επιπλέον αμιγώς πολιτικοί λόγοι συντελούν στην άνοδο της Χρυσής Αυγής: πρώτον, η ανάδειξη του μεταναστευτικού σε βασικό άξονα της προεκλογικής περιόδου και οι συνεχείς επιχειρήσεις εναντίον των μεταναστών που ξεκινούν από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και δεύτερον ένα διάχυτο αίσθημα απώλειας της εθνικής κυριαρχίας που δημιουργείται από το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των αποφάσεων λαμβάνεται εκτός της χώρας.

Τον Μάιο-Ιούνιο του 2012, η χώρα οδηγείται σε διπλές εκλογές όπου αποτυπώνεται πλήρως η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού δικομματικού πολιτικού συστήματος. Η Νέα Δημοκρατία πετυχαίνει μια πύρρειο νίκη με διαφορά 2,7% από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο παλιός δικομματισμός συγκεντρώνει 42% και η Χρυσή Αυγή εισέρχεται στο κοινοβούλιο με ποσοστό 6,9%. 

Σύμφωνα με την ανάλυση του φασισμού σε 5 στάδια που προτείνει ο Πάξτον, η Χρυσή Αυγή περνά στο δεύτερο στάδιο, σε αυτό της εδραίωσης του φασιστικού κινήματος στο πολιτικό σύστημα (31). Μετά τις εκλογές βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο, πρωτόγνωρο πολιτικό περιβάλλον ελκυστικό κι επικίνδυνο για τους θεωρητικούς αναλυτές και τους παίκτες της πολιτικής. Αμέσως μετά λοιπόν θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση της τρέχουσας πολιτικής συνθήκης και στο τελευταίο μέρος θα παρακολουθήσουμε τους πολιτικούς σχεδιασμούς που φαίνεται να καλλιέργησαν το φλερτ Νέας Δημοκρατίας και Χρυσής Αυγής και θα εξετάσουμε μερικές εκτιμήσεις και προοπτικές για το μέλλον μετά τα γεγονότα της 28ης Σεπτεμβρίου.

Ελλάδα όπως... Βαϊμάρη(;)

Με αφορμή τη δημοσιονομική και οικονομική κρίση επιβάλλεται στην Ελλάδα ένα καθεστώς εξαίρεσης. Η κρίση και η κατάσταση εξαίρεσης εμφανίζονται σε στενή σχέση, πράγμα που είχε επαναληφθεί στο παρελθόν. Όπως το είχε διατυπώσει ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου πριν η οικονομική κρίση χτυπήσει την Ελλάδα, «η νομοθετική και πολιτική βία γίνεται από έκτακτος, εξωοικονομικός παράγοντας, οργανικό κομμάτι της νέας καπιταλιστικής οικονομίας» (32).

Ουσιαστικά εδώ και είκοσι περίπου μήνες η χώρα ζει σε συνθήκες εκείνου που ο Αγκάμπεν όρισε ως «κατάσταση εξαίρεσης», όπου η ανάγκη, πραγματική ή κατασκευασμένη, έχει μετατρέψει σε κανόνα την εξαίρεση (33). Η κυβέρνηση λειτουργεί πλέον με διατάγματα, τις λεγόμενες «πράξεις νομοθετικού περιεχομένου». Το Σύνταγμα στο άρθρο 44, παράγραφος 1, ορίζει ρητά ότι «σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου». 

Το 2012 εκδόθηκαν τόσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου όσες είχαν εκδοθεί αθροιστικά την προηγούμενη δεκαετία. Ζητήματα όπως η αύξηση της εγγύησης του Δημοσίου προς την Τράπεζα της Ελλάδος στα 30 δισ., η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015, καίρια θέματα δημοσίων επενδύσεων, η εργασιακή εφεδρεία, η μείωση του κατώτατου μισθού, η κεφαλαιακή ενίσχυση των πιστωτικών ιδρυμάτων, το κλείσιμο της ΕΡΤ και η ιδιωτικοποίηση των ΕΛΠΕ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ, ΟΔΙΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΕΛΤΑ, καθώς και των σημαντικότερων λιμανιών της χώρας, διευθετήθηκαν με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (34).

Η κυβέρνηση συμπεριφέρεται ως πολιτική δύναμη που αναιρεί το Σύνταγμα και επιχειρεί να θεμελιώσει το κράτος εκτάκτου ανάγκης. Όταν η κατάσταση εξαίρεσης τείνει να γίνει ο κανόνας, οι θεσμοί και οι ισορροπίες των δημοκρατικών συνταγμάτων δεν μπορούν να λειτουργήσουν και το ίδιο το όριο ανάμεσα στη δημοκρατία και τον απολυταρχισμό μοιάζει να καταλύεται. Ο Αγκάμπεν θεωρεί την κατάσταση εξαίρεσης «κατώφλι της απροσδιοριστίας ανάμεσα στη δημοκρατία και στην απολυταρχία»(35). 

Όπως υποστηρίζει και ο Σλαβόι Ζίζεκ η μόνη βεβαιότητα είναι πως, αν αφήσουμε το σύστημα να προχωράει απερίσπαστο προς την κατεύθυνση που προχωράει, τότε κινούμαστε προς τη δημιουργία μιας νέας απολυταρχικής κοινωνίας. Για τον ίδιο, ο γάμος, η άρρηκτη σχέση ανάμεσα σε καπιταλισμό και δημοκρατία έχει πλέον διαρρηχθεί, πήραν διαζύγιο (36).

Ο Αγκάμπεν υποστηρίζει ότι η κατάσταση εξαίρεσης έγινε η κανονική μορφή, η κανονική τεχνική διακυβέρνησης.
«Έχουμε φθάσει σε μια μεταγενέστερη εξέλιξη αυτού του παραδείγματος, υπό την έννοια ότι η κατάσταση εξαίρεσης έχει διαχυθεί στο επίπεδο του πλανήτη, άρα δεν χρειάζεται να κηρυχθεί ως τέτοια. Είναι μια κατάσταση ομαλή που αλλάζει κάθε έννοια της πολιτικής, διότι, αφού η κατάσταση εξαίρεσης είναι ο κανόνας, το διεθνές δίκαιο, τα εσωτερικά δίκαια αλλάζουν εντελώς… Γι’ αυτό και σήμερα δεν είναι τόσο ο νόμος αλλά τα έκτακτα μέτρα, τα διατάγματα, η αστυνομία. (…) το κοινοβούλιο επικυρώνει έκτακτα διατάγματα που εκδίδει η κυβέρνηση, τα οποία μετατρέπονται σε νόμους. Εδώ το βλέπουμε καθαρά, το εκτελεστικό είναι αυτό που νομοθετεί» (37).

Η σύνδεση της κατάστασης εξαίρεσης με το δικαίωμα αυταρχίας της εξουσίας σε ορισμένες συνθήκες που αυτή το κρίνει αναγκαίο ορίστηκε και από τον ακραία συντηρητικό Γερμανό θεωρητικό του δικαίου Καρλ Σμιτ, κατά την περίοδο που κλονιζόταν η δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συνδέεται με την αναστολή ολόκληρης της υφιστάμενης τάξης. Το κράτος αναστέλλει την ισχύ του δικαίου βάσει του δικαιώματος της αυτοσυντήρησής του και η απόφαση παύει να εξαρτάται από κάθε κανονιστικό εμπόδιο (38). 

Στη Γερμανία, ο Έμπερτ, πρόεδρος του Ράιχ, είχε υπογράψει 42 διατάγματα μόνο το 1923 (39). Η πρακτική αυτή θα φτάσει στο αποκορύφωμά της την περίοδο του Μπρίνινγκ ο οποίος κυβέρνησε το 1930-1932 με αναγκαστικά διατάγματα: 5 το 1930, 44 το 1931 και 66 το 1932, ενώ η ψήφιση νόμων αντίστροφα μειωνόταν: 98 το 1930, 34 το 1931 και 5 το 1932 (40). 

Ο Καρλ Σμιτ έγραψε ότι «κανένα Σύνταγμα στη γη δεν νομιμοποίησε με τέτοια ευκολία ένα πραξικόπημα όπως το Σύνταγμα της Βαϊμάρης» (41). Αυτή η παρατήρηση αποδεικνύει ότι η τάση που αναπτύσσεται στην Ελλάδα του μνημονίου, να παρακάμπτεται, δηλαδή, η δημοκρατική νομιμότητα στο όνομα της κρισιμότητας της κατάστασης, είναι πορεία σε επικίνδυνα μονοπάτια.

Ναζί-ΝΔ: Το χρονικό ενός έρωτα

Όπως είπαμε οι συντηρητικοί και οι ναζί τείνουν να έρχονται αρκετά κοντά και πολλές φορές μάλιστα να συγκυβερνούν. Η κατάσταση εξαίρεσης αναλύθηκε διότι μας βοηθά να κατανοήσουμε μία συνθήκη η οποία χαρακτηρίζει ολόκληρο το πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι σε τέτοιες περιόδους. Έτσι λοιπόν, αυτή η συνθήκη, επιβαλλόμενη εν είδει αναγκαιότητας, διαπερνά οριζόντια όλα τα υποκείμενα του πολιτικού φάσματος. 

Σε αυτό το σημείο θα μας απασχολήσουν τα μετέωρα βήματα προς τη συνεργασία ναζί και συντηρητικών στην Ελλάδα του Μνημονίου, δηλαδή οι κυριότεροι σταθμοί από τους οποίους πέρασε το φλερτ ανάμεσα σε Χρυσή Αυγή και Νέα Δημοκρατία. Τελευταίοι σταθμοί σε μία προηγούμενη περίοδο διαρκούς σύγκλισης είναι η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και οι συλλήψεις των βουλευτών της Χρυσής Αυγής στη συνέχεια.

Την αρχή έκανε τον Ιούνιο του 2013, μόλις ένα χρόνο μετά τις εκλογές, ο γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, Παναγιώτης Μπαλτάκος, όταν μιλώντας σε δημοσιογράφους χαρακτήρισε απευκταίο αλλά όχι απίθανο ενδεχόμενο τη συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με τη Χρυσή Αυγή, ενώ ανάλογες θετικές δηλώσεις για τη Χρυσή Αυγή είχαν κάνει κατά καιρούς και άλλα προβεβλημένα κυβερνητικά στελέχη (Α. Λοβέρδος, Φ. Κρανιδιώτης, Π. Ψωμιάδης, Β. Πολύδωρας, κ.ά.) (42). 

Όλα φάνταζαν τόσο αρμονικά για την σχέση ΝΔ - Χρυσής Αυγής, όταν δημοσιογράφος του Σκάι ανέφερε ότι απέναντι σε ένα ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από το ευρώ, το κυβερνόν κόμμα θα πρέπει να συμμαχήσει με μια πιο σοβαρή Χρυσή Αυγή (43). Το σημείο στο οποίο η ένταξη των φασιστών στην κυβέρνηση θα ήταν μονόδρομος, φαινόταν να βρίσκεται κοντά και έτσι, οι αναγκαίες επιλογές θα έπρεπε να γίνουν για να προετοιμάσουν το πεδίο για αυτές τις εξελίξεις.

Άλλωστε ακόμα και αυτή η ίδια η βία των φασιστικών συμμοριών στον δρόμο, τις περισσότερες περιπτώσεις επιτελούσε κάποιον θετικό για το κράτος ρόλο που δεν μπορούσε να καλύψει η κρατική βία. Μερικές μέρες πριν τη δολοφονία του Φύσσα, η Χρυσή Αυγή επιτίθεται σε μέλη του ΚΚΕ στο Πέραμα. Η επίθεση αυτή προσιδιάζει ακριβώς σε αυτό που αναφέραμε ιστορικά ως καλή υπηρεσία στην άρχουσα τάξη. Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι εφοπλιστές φεύγουν από την Ελλάδα είναι το υψηλό κόστος της εργατοώρας, που διατηρούν οι εργαζόμενοι μέσα από τις δημοκρατικές διεκδικήσεις τους. 

Πυρήνας αυτών των διεκδικήσεων ήταν η αριστερά του Περάματος που συσπειρωνόταν σε μεγάλο βαθμό στο ΚΚΕ (44). Ταυτόχρονα προωθείται και διαφημίζεται η δημιουργία σωματείου των φασιστών στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος. Έτσι λοιπόν επιχειρούν να περάσουν το μήνυμα εκφοβισμού και βίας απέναντι σε οποιονδήποτε δεν είναι στο σωματείο των φασιστών. Επίσης, θα είναι δύσκολη η ανεύρεση εργασίας χωρίς το συγκεκριμένο σωματείο, αφού αυτό θα συνεργάζεται αρμονικά με τους εφοπλιστές (45). 

Αξίζει να τονιστεί ότι ιστορικά η βία, σε συνδυασμό με την ιδεολογική χειραγώγηση και τις παράλληλες εργατικές οργανώσεις, ήταν από τους κυριότερους λόγους που τα φασιστικά κινήματα κατάφεραν να ουδετεροποιήσουν την εργατική τάξη απέναντί τους αλλά και να διεισδύσουν σε αυτήν, σε Ιταλία και Γερμανία (46).

Εξίσου πρόθυμα δέχεται η άρχουσα τάξη και τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι φασίστες σχετικά με τους μετανάστες. Οι επιθέσεις της Χρυσής Αυγής δημιουργούν ένα εχθρικό κλίμα για τους μετανάστες και διευκολύνουν την κυβερνητική –και Ευρωπαϊκή– πολιτική για να εξωθηθούν οι μετανάστες να κάνουν χρήση των προγραμμάτων επαναπατρισμού. Είναι η προτροπή «να κάνουμε τη ζωή δύσκολη στους μετανάστες», που αναφώνησε ο Άδωνις Γεωργιάδης, εφαρμοσμένη στην πράξη...(47) Οι επιθέσεις σε μετανάστες είναι “καλές” και επειδή κάνουν τον εργαζόμενο μετανάστη πιο αδύναμο ώστε να μην μπορεί να διεκδικήσει τίποτα από το αφεντικό, ούτε καν τα δεδουλευμένα, λόγω του φόβου που του δημιουργείται, με αποτέλεσμα μακροχρόνια να μειώνουν το μεροκάματό τους και να αυξάνουν την αποσπώμενη υπεραξία.

Τις τελευταίες εβδομάδες πριν τη δολοφονία, εκτός από τις παραπάνω επιθέσεις είχαμε και μια ανεξέλεγκτη δράση που όπως είδαμε ιστορικά, δεν είναι ιδιαίτερα αρεστή στους συντηρητικούς. Έτσι βλέπουμε τους Χρυσαυγίτες να επιτίθενται σε θεσμικούς φορείς όπως στον δεξιό δήμαρχο του Μελιγαλά και στο Βίτσι να διώχνουν τη Μαρία Αντωνίου, βουλευτή της ΝΔ, από την επέτειο της νίκης εναντίον των κομμουνιστών (48). 

Βέβαια, αυτές οι κινήσεις από μόνες τους δεν ήταν ικανές να ανατρέψουν τους σχεδιασμούς. Κατόπιν όμως εμφανίστηκαν δημοσκοπήσεις που έδειχναν τη Χρυσή Αυγή σε απόσταση 6,5 μονάδων από τη ΝΔ, απόσταση που θα μπορούσε εύκολα να μειωθεί αν σκεφτεί κανείς την πιθανότητα ψήφισης ακόμα ενός αντιλαϊκού μνημονίου. Καθοριστικές ήταν και οι δημοσκοπήσεις που έδειχναν τον Ηλία Κασιδιάρη πρώτο στις προτιμήσεις για τον Δήμο της Αθήνας (49). 

Όλα αυτά θα μπορούσαν οριακά να τα διαχειριστούν οι συντηρητικοί, προσπαθώντας να υφαρπάξουν ψήφους από την κοινή δεξαμενή με τους φασίστες δια της διαρροής σκανδάλων ή της σύλληψης κάποιου μεμονωμένου φασίστα, χαμηλόβαθμου στελέχους της οργάνωσης. Όμως η δολοφονία του Φύσσα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και το λαϊκό κίνημα η δύναμη που το έριξε κάτω και το έσπασε. Μετά από αυτό ακόμη και οι συντηρητικές ελίτ της Ε.Ε. που έτσι και αλλιώς στέκονταν αρνητικές απέναντι στη φασιστική κινητοποίηση, αναγκάστηκαν να εντείνουν τις πιέσεις τους.

Ενώ η ΝΔ φαίνεται πως έχει απορροφήσει την λαϊκή οργή για την ΕΡΤ, ένα δεύτερο μεγάλο πολιτικό γεγονός χρεώνεται από κοινού αυτή τη φορά στο κράτος και το παρακράτος. Δεκάδες χιλιάδες κόσμου βγαίνουν στους δρόμους και μάλιστα εν μέσω κλαδικών απεργιών διαρκείας. Μεγάλο μέρος των διαδηλωτών συγκρούεται με την αστυνομία έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής σε όλη την Ελλάδα. 

Η κυβέρνηση αρχίζει να πιστώνεται ένα όλο και μεγαλύτερο πολιτικό κόστος καθώς η λαϊκή αίσθηση είναι πως η αστυνομία ήταν παρούσα και έμεινε άπραγη στη δολοφονία και λίγες μέρες μετά αναλαμβάνει την προστασία των φασιστών. Η Νέα Δημοκρατία έχει τώρα τη μοναδική ευκαιρία να πετύχει τον επαναπατρισμό ψηφοφόρων από τη Χρυσή Αυγή αλλά και να εμφανιστεί ως εγγυητής του δικαίου και της δημοκρατίας. Ταυτόχρονα θέτουν σε εφαρμογή τη θεωρία των δύο άκρων ασκώντας διώξεις με τη χρήση του ίδιου ακριβώς άρθρου του ποινικού κώδικα και εντός του λαϊκού κινήματος όπως συνέβη στις Σκουριές Χαλκιδικής και μάλιστα τρείς μέρες πριν συλληφθούν οι Χρυσαυγίτες (50).

Συμπέρασμα

Στην παρούσα εργασία ξεκινήσαμε από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και κινηθήκαμε με βάση το αισθητηριακά συγκεκριμένο, δηλαδή τις ευθύνες της αστυνομίας στο περιστατικό. Αναδείξαμε λοιπόν τις σχέσεις της αστυνομίας με τον ναζισμό ιστορικά και φωτίσαμε τους όρους που ευνοούν μια τέτοια σχέση. 

Ανάμεσα σε αυτούς ξεχωρίσαμε την ανοχή ή και προώθηση των ναζί εκ μέρους του κατεστημένου με αποτέλεσμα η στάση της αστυνομίας να γίνεται πλέον αντιληπτή ως σύμπτωμα του status quo. Το κοινωνικό και πολιτικό υπόστρωμα που έφερε τον φασισμό στο πολιτικό προσκήνιο ήταν η οικονομική και κοινωνική κρίση που μάστιζε την Ιταλία και τη Γερμανία. Οι σχέσεις των συντηρητικών ελίτ με τους φασίστες δεν εξελίσσονταν γραμμικά, όμως τελικά οι πρώτες αποφάσισαν ότι η συνεργασία θα έφερνε περισσότερα πλεονεκτήματα παρά μειονεκτήματα. 

Στη συνέχεια επιστρέψαμε στην Ελλάδα όπου είδαμε τους σταθμούς από τους οποίους πέρασε η ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής. Εκεί συμπεράναμε ότι από τις παρακρατικές επιλογές μετά τον Δεκέμβρη του 2008 μέχρι τις παραινέσεις μερίδων της άρχουσας τάξης, το κατεστημένο ανέχτηκε και προώθησε τον φασισμό. Κατόπιν έχοντας κατά νου ότι το δημοκρατικό σύνταγμα της Βαϊμάρης βοήθησε όσο τίποτα άλλο την άνοδο του φασισμού, αναλύσαμε την κατάσταση εξαίρεσης στην Ελλάδα και διεθνώς, σαν έναν σημαντικό παράγοντα για την τροφοδότηση του φαινομένου. 

Εν τέλει, εκτιμήσαμε ότι παρόλο που η συνεργασία ΝΔ και Χρυσής Αυγής δεν ήταν μακριά, τη διαδικασία σύγκλισης διέκοψαν δράσεις της φασιστικής οργάνωσης που πάντοτε ενοχλούσαν τους συντηρητικούς. Ο κυριότερος παράγοντας ήταν η άστοχη γενικευμένη βία με τραγικό αποκορύφωμα τη δολοφονία του Φύσσα. Μετά και από τις αντιδράσεις του λαϊκού κινήματος η ΝΔ αναγκάζεται να πάρει μία επιλογή-σταθμό και πλέον μετά τις συλλήψεις της 28ης Σεπτεμβρίου μπαίνουμε σε μια νέα φάση.

Έτσι τίθενται μια σειρά από ερωτήματα. Ακόμα και εάν απομακρύνθηκε το ενδεχόμενο συνεργασίας με τους φασίστες, θα αναπτύξουν νέα σχέση μαζί τους οι συντηρητικές ελίτ και ποια μορφή θα λάβει αυτή; Θα αντέξει και θα συνεχίσει να υφίσταται η Χρυσή Αυγή με τη παρούσα δομή κι οργάνωση; Σημαντικό ρόλο για τις εξελίξεις θα διαδραματίσουν οι επιλογές της κυβέρνησης σχετικά με το βάθος της κάθαρσης. Θα επιχειρηθεί το σπάσιμο κάθε φιλοναζιστικού θύλακα εντός των κρατικών μηχανισμών με έμφαση στις δυνάμεις καταστολής; Θα αναζητηθούν οι χρηματοδότες της ναζιστικής οργάνωσης;

Από τη μια λοιπόν, η κυβέρνηση ενώ φαίνεται να έχει κάθε συμφέρον να χύσει άπλετο φως στις συνθήκες και τους ενόχους της δολοφονίας, δεν δείχνει να σκοπεύει να κάνει το ίδιο και για τους χρηματοδότες της Χρυσής Αυγής αλλά και τους μόνιμους δεσμούς της με κρατικούς θεσμούς όπως η αστυνομία σε ολόκληρη την Ελλάδα. Αυτό συμβαίνει διότι έτσι η ΝΔ θέλει ταυτόχρονα να διώξει από πάνω της τις κατηγορίες περί ατιμωρησίας αλλά την ίδια στιγμή, υπολογίζει να προσεταιριστεί εκ νέου μέρος του κατεστημένου και του βαθιού κράτους, που αυτό τον καιρό στήριζε τη Χρυσή Αυγή. 

Επιπλέον, εάν αποκαλυφθούν τα πάντα, τότε μπορεί να προκύψουν εκ νέου ευθύνες για την κυβέρνηση, ενώ με την επιλογή των μερικών επιλεκτικών διώξεων, η ΝΔ μπορεί να χρησιμοποιεί το φόβητρο των παραπέρα διώξεων προκειμένου να δομεί το ενδεχόμενο πεδίο δράσης της φασιστικής οργάνωσης (51). 

Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο έγιναν οι συλλήψεις και πολύ περισσότερο οι μεταγωγές των κατηγορούμενων συνηγορούν στο ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να εκμεταλλευθεί πολιτικά τις διώξεις εναντίον της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής. Καλλιέργησε υψηλές προσδοκίες με τις θεαματικές μεταγωγές, την ίδια στιγμή που το παιχνίδι που παιζόταν στο παρασκήνιο, είχε νομικά και πολιτικά πολλούς άγνωστους παράγοντες. Όλοι οι φορείς εξουσίας (Δικαιοσύνη, κυβέρνηση, μερίδες της άρχουσας τάξης) βρίσκονται σε μία διαπάλη. Ακόμα και η Χρυσή Αυγή που φαίνεται να βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο συμμετέχει σε ένα εν εξελίξει παιχνίδι συγκρούσεων και συμβιβασμών. 

Ασφαλώς δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν και τα προσωπικά κίνητρα που επηρεάζουν τις αποφάσεις σε κάθε φάση της διαδικασίας. Οι επιμέρους αποφάσεις που πρέπει να λαμβάνονται αποκρυσταλλώνουν σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή τον προσωρινά διαμορφωμένο συσχετισμό δυνάμεων. Υπό αυτό το πρίσμα, θα πρέπει να ιδωθούν οι συγκεκριμένες αποφάσεις για αποφυλάκιση των περισσότερων της Χρυσής Αυγής που έρχονται φαινομενικά σε αντίθεση με τις συγκεκριμένες αποφάσεις για προφυλάκιση του αρχηγού και του υπαρχηγού της οργάνωσης.

Από την άλλη, δεν είναι απίθανο ότι η Χρυσή Αυγή θα μετονομαστεί και θα συνεχίσει την δράση της με άλλο όνομα, νέο καταστατικό και πιθανότατα νέα πρόσωπα. Ο Μιχαλολιάκος άλλωστε φαίνεται να κατανόησε τη νέα φάση, καθώς για πρώτη φορά απέφυγε να αποκλείσει με κάθε τρόπο τη συνεργασία με τη ΝΔ θέτοντας παράλληλα κάποιους όρους απαγορευτικούς για το σήμερα (52). 

Ο κόμβος όπου το κατεστημένο θα επιλέξει τη φασιστική δεξιά φαίνεται να απομακρύνθηκε, όμως όσο συνεχίζουν να υπάρχουν οι όροι που τροφοδοτούν το φαινόμενο και το φλερτ, δηλαδή η καπιταλιστική οικονομική κρίση με τα αιματηρά μέτρα λιτότητας, η κατάσταση εξαίρεσης και οι λοιπές αντιδημοκρατικές εκτροπές που απαιτούνται για την επιβολή αυτών των μέτρων αλλά και ο κίνδυνος εκλογικής νίκης της αριστεράς ή συνολικής επαναστατικής ανατροπής, τόσο το ενδεχόμενο θα παραμένει ζωντανό.

Όπως αναλύει ο Σπύρος Μαρκέτος:

«Το σημερινό μπλοκ εξουσίας έχει δύο βασικές επιλογές. Α) Αποδοχή του δημοκρατικού παιχνιδιού, που δεν θ’ αργήσει όμως να φέρει στην εξουσία δυνάμεις οι οποίες αντιστρατεύονται τη σημερινή πολιτική, είτε μέσα από εκλογές είτε με εξεγέρσεις από τα κάτω, τύπου Αργεντινής ή Ισλανδίας· και Β) Η παγίωση της σημερινής εκτροπής και η έξοδος από το δημοκρατικό πλαίσιο για την κατασκευή ενός αυταρχικού καθεστώτος. Λογικά μπορεί να μεθοδευτεί με τρεις τρόπους: 

Α) Ψευδοκοινοβουλευτισμός, Β) Στρατιωτική δικτατορία, και Γ) Φασισμός» (53).

Με δεδομένη τη συνέχιση της κρίσης, τη στιγμή που θα τελειώσουν τα καύσιμα του ψευδοκοινοβουλευτισμού, η αστική τάξη θα βρεθεί στριμωγμένη στη γωνία έχοντας να επιλέξει ανάμεσα σε μια αριστερή και μια αντισοσιαλιστική λύση. Ένας από τους πιο δυνατούς παίκτες του δεύτερου στρατοπέδου, δηλαδή η φασιστική δεξιά, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα ανακάμψει και θα βρίσκεται εκεί στην ώρα του για να γύρει την πλάστιγγα υπέρ του ιστορικού μπλοκ των καταπιεστών.

Όπως είδαμε, το φασιστικό κίνημα βρισκόταν στο δεύτερο στάδιο, έχοντας εδραιωθεί στο πολιτικό σύστημα, ενώ υπήρχαν εν εξελίξει διεργασίες για να περάσει στο επόμενο στάδιο αγγίζοντας την εξουσία. Ο Πάξτον σχολιάζει σχετικά ότι «παρ’ όλο που κάθε στάδιο αποτελεί προϋπόθεση για το επόμενο, κανείς δεν περιμένει από ένα φασιστικό κίνημα να πληροί και τα πέντε ή έστω να κινείται προς μία μόνο κατεύθυνση. 

Τα περισσότερα είδη φασισμού διέκοψαν απότομα την πορεία τους, κάποια άλλα διολίσθησαν σε πρότερο στάδιό τους και ορισμένες φορές χαρακτηριστικά από διαφορετικά στάδια εξακολούθησαν να παρατηρούνται ταυτόχρονα. Ενώ κατά τον εικοστό αιώνα οι περισσότερες φασιστικές κοινωνίες παρήγαγαν φασιστικά κινήματα, ελάχιστες είχαν φασιστικά καθεστώτα»54.

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν μια απόδειξη ότι ο φασισμός μοιραία κάποια στιγμή φανερώνει το πραγματικό, απεχθές πρόσωπό του, προκαλώντας την ισχυρή αντίδραση της κοινωνίας. Στις εβδομάδες μετά τη δολοφονία του Φύσσα, το λαϊκό κίνημα έδειξε αρκετά δυνατό για να αποκρούσει τη φασιστική βία, να οδηγήσει σε οπισθοχώρηση τη φασιστική απειλή και σε αναδίπλωση την κυβέρνηση εκμηδενίζοντας σχεδόν το ενδεχόμενο συνεργασίας στο άμεσο μέλλον, όχι όμως και τόσο ισχυρό ώστε να άρει εξ ολοκλήρου τους όρους που ευνόησαν το φαινόμενο. 

Οι παράγοντες που συνέβαλαν στον εκφασισμό των κοινωνιών –πολλοί από τους οποίους αναλύθηκαν στο παρόν κείμενο– πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο στο αμέσως επόμενο διάστημα. Να τους υποσκάψει η κριτική θεωρία και να τους αντιμετωπίσει η πολιτική δράση.

Σημειώσεις

1. Διονύσης Βυθούλκας, «Τι είπε στην ανακρίτρια για το φόνο του Παύλου Φύσσα η φίλη του», Το Βήμα, 30/9/2013 και «Η μαρτυρία από το βράδυ της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα», 28/9/2013, www.stokokkino.gr.

2. Μαρία Δήμα, Ρουπακιάς: «Χτύπησα τον Φύσσα γιατί ήταν πιο κοντά μου», Εφημερίδα των Συντακτών, 25/9/2013.

3. Δημήτρης Ψαρράς, Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής, Πόλις, Αθήνα, 2012, σελ. 177.

4. «Συνεργασία αστυνομίας με συμμορία στην αντιφασιστική συγκέντρωση», 18/9/2013, www.info-war.gr

5. «Ο πληροφοριοδότης της Χρυσής Αυγής στην ΕΥΠ είχε διοριστεί με εντολή Σαμαρά», 30/9/2013, www.koutipandoras.gr.

6. «Και δύο εν ενεργεία αστυνομικοί ανάμεσα στους συλληφθέντες της Χρυσής Αυγής», 28/9/2013, www.alfavita.gr.

7. Δημήτρης Ψαρράς, ό.π., σελ. 165.

8. Βασίλης Λαμπρόπουλος, «Ένας στους δύο αστυνομικούς ψήφισαν “Χρυσή Αυγή”», Το Βήμα, 11 Μαΐου 2012.

9. Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Eμφυλίου, τόμος πρώτος, Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2005, σελ. 300.

10. Ρόμπερτ Πάξτον, Η Aνατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα, 2006, σελ. 88

11. Ρόμπερτ Πάξτον, ό.π., σελ. 89.

12. Ρόμπερτ Πάξτον, ό.π., σελ. 122.

13. Σλαβόι Ζίζεκ, Το Υψηλό Αντικείμενο της Ιδεολογίας, Scripta, Αθήνα, 2006, σελ. 133

14. Tom Behan, Arditi del Popolo. Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα, 2012, σελ. 50-53.

15. Tom Behan, ό.π., σελ. 43.

16. Tom Behan, ό.π., σελ. 43.

17. Tom Behan, ό.π., σελ. 53.

18. Tom Behan, ό.π., σελ. 51.

19. Ρόμπερτ Πάξτον, Η Aνατομία του Φασισμού, ό.π., σελ. 131.

20. Ελένη Αστερίου, «Φασισμός μεγάλο κεφάλαιο και εργατική τάξη», Μαρξιστική Σκέψη, 5, Απρίλιος-Μάιος 2012, σελ. 111.

21. Ελένη Αστερίου, ό.π., σελ. 112.

22. Ρόμπερτ Πάξτον, Η Aνατομία του Φασισμού, ό.π., σελ. 142.

23. Ρόμπερτ Πάξτον, ό.π., σελ. 169.

24. Ρόμπερτ Πάξτον, ό.π., σελ. 138.

25. Ρόμπερτ Πάξτον, ό.π., σελ. 169.

26. Ρόμπερτ Πάξτον, ό.π., σελ. 162.

27. Ομιλία Τάσου Κωστόπουλου στη βιβλιοπαρουσίαση του Πώς Φίλησα τον Μουσολίνι http://www.youtube.com/watch?v=zhTcKYXXyHg.

28. «Η αποχή στον Αγ. Παντελεήμονα ενισχύει τη Χρυσή Αυγή», 8/11/2010 www.tvxs.gr.

29. Γιάννης Μαυρής, «Ανάδυση και σταθεροποίηση του ακροδεξιού φαινομένου», Εφημερίδα των Συντακτών, 1 Ιουλίου 2013.

30. Γιάννης Μαυρής, στο ίδιο.

31. Ο Πάξτον προτείνει την εξέταση του φασισμού σε 5 στάδια: 1) τη δημιουργία των κινημάτων 2) την εδραίωσή τους στο πολιτικό σύστημα 3) την κατάκτηση της εξουσίας 4) την άσκηση της εξουσίας 5) και, τέλος, τη μακρά περίοδο κατά την οποία το φασιστικό καθεστώς ασκεί την εξουσία. Ρόμπερτ Πάξτον, Η Aνατομία του Φασισμού, ό.π., σελ. 39.

32. Πέτρος Παπακωνσταντίνου, Το Χρυσό Παραπέτασμα, Λιβάνη, Αθήνα, 2008, σελ. 355.

33. Μιχάλης Σπουρδαλάκης, «Η χώρα σε “κατάσταση εξαίρεσης”», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 13 Νοεμβρίου 2011.

34. Χρήστος Ζέρβας & Νάντια Βασιλειάδου, «Βιομηχανία νομοθετικού περιεχομένου, για χάρη του Μνημονίου», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 20 Ιανουαρίου 2013.

35. Giorgio Agamben, Κατάσταση Εξαίρεσης, Πατάκης, Αθήνα, 2007, σελ. 14.

36. Σλάβοϊ Ζίζεκ: «Χρειαζόμαστε σε όλη την Ευρώπη κόμματα σαν τον ΣΥΡΙΖΑ», Συνέντευξη στη Αναστασία Γιάμαλη και την Ελένη Τσερεζόλε, Αυγή, 10 Ιουνίου 2012.

37. Αγκάμπεν – βιοπολιτική: η συνέντευξη στην ΕΤ3 (πλήρες κείμενο), 15/8/2012, www.nomadicuniversality.wordpress.com.

38. Μανόλης Αγγελίδης, «Βαϊμάρη: Σύνταγμα και έκτακτη ανάγκη» στο Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και οι Σημερινές «Αναβιώσεις» της, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Νήσος, Αθήνα, 2012, σελ. 69.

39. Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, «Δημοκρατία στα άκρα: Εκσυγχρονισμός και ναζισμός στη μεσοπολεμική Γερμανία» στο Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και οι Σημερινές «Αναβιώσεις» της, ό.π., σελ. 54.

40. Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η απειλή των “άκρων”: Το ατελέσφορο των “ιστορικών αναλογιών”» στο Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και οι Σημερινές «Αναβιώσεις» της, ό.π., σελ. 34.

41. Όπως παρατίθεται στο Giorgio Agamben, ό.π., σελ. 32.

42. «Κυβερνητική συνεργασία με τη Χρυσή Αυγή βλέπει ο Μπαλτάκος», Αυγή, 13 Ιουνίου 2013 και Νίκος Κανελλής, «Οι “όψιμοι” αντιφασιστές… μετα δικά τους λόγια», 1/10/2013, www.xekinima.org.

43. «Μπ. Παπαδημητρίου: Γιατί όχι μια σοβαρή ΧΑ στην κυβέρνηση;», 12/9/2013, www/tvxs.gr.

44. Παναγιώτης Φραντζής, «“Μαζί με τους εφοπλιστές μας” η επίθεση εναντίον των αγωνιστών του ΚΚΕ;», Unfollow, 14 Σεπτεμβρίου 2013.

45. Η εφημερίδα Real News αποκάλυψε τη συμφωνία της Χρυσής Αυγής με τους εργολάβους στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος οι οποίοι ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τα τάγματα εφόδου, για να μειώσουν τα μεροκάματα. Ήδη από τις 5 Ιουνίου του 2012, οι εργαζόμενοι της Ζώνης είχαν υποβάλει καταγγελία προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πειραιά στην οποία ανέφεραν πληροφορίες που ήθελαν μέλη της Χρυσής Αυγής να ετοιμάζουν εκστρατεία εναντίον τους για να τους «εξαφανίσουν από το λιμάνι». Γιώργος Παγάνης, «Οι βρόμικες μπίζνες της Χρυσής Αυγής στο Πέραμα», RealNews, 29 Σεπτεμβρίου 2013.

46. Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και Δικτατορία, Θεμέλιο, Αθήνα, 2006, σελ. 186-189, 219.

47. «Άδωνις: Πρέπει να κάνουμε τη ζωή δύσκολη στους μετανάστες», 10/6/2013, www.protothema.gr.

48. «Βίτσι: Μέλη της Χρυσής Αυγής προπηλάκισαν την Μαρία Αντωνίου της ΝΔ», 1/9/2013, www.news247.gr και «Επεισόδια προκάλεσε η Χρυσή Αυγή σε Μελιγαλά και Γιαννιτσά», Το Βήμα, 16/9/2013.

49. «Δημοσκόπηση: Προηγείται ο Κασιδιάρης στην Αθήνα», 23/9/2013, www.enikos.gr.

50. Ντίνα Δασκαλοπούλου, «“Εγκληματική οργάνωση” οι… Γαλάτες της Ιερισσού», Εφημερίδα των Συντακτών, 25 Σεπτεμβρίου 2013.

51. Χρησιμοποιούμε αυτή τη διατύπωση από την εύστοχη και οξυδερκή σκέψη του Φουκώ σχετικά με την άσκηση της εξουσίας. Μισέλ Φουκώ, Το Μάτι της Εξουσίας, Ύψιλον, Αθήνα, 1991, σελ. 93.

52. «Μιχαλολιάκος για συνεργασία με ΝΔ», www.youtube.com/watch?v=GQ_CPMIGxBY.

53. Σπύρος Μαρκέτος, «Η πολιτική της έντασης», 30 Ιουνίου 2010, www.tvxs.gr.

54. Ρόμπερτ Πάξτον, Η Aνατομία του Φασισμού, ό.π., σελ. 40.