Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Η τραγωδία της Χιλής


Το πρωί της 11 του Σεπτέμβρη 1973 στην πρωτεύουσα της Χιλής, το Σαντιάγκο, τα τανκς κατευθύνθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο. Σε λίγες ώρες ο εκλεγμένος πρόεδρος, ο σοσιαλιστής Σαλβαδόρ Αλιέντε, θα ήταν νεκρός μετά από μια σύντομη αντίσταση. Στις εργατογειτονιές επικρατούσε ο τρόμος. Χιλιάδες συλληφθέντες σέρνονταν στα εθνικά στάδια της πόλης από όπου ξεκινούσε η διαλογή: ποιοι θα εκτελεστούν αμέσως ποιοι θα οδηγηθούν στις φυλακές και τις εξορίες.

Η δικτατορία των στρατηγών με επικεφαλής τον Πινοτσέτ επέβαλε στη Χιλή ένα καθεστώς τρόμου. Οι δολοφονημένοι, οι φυλακισμένοι έφτασαν τις δεκάδες χιλιάδες. Διακόσιες χιλιάδες έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες. Μαζί με τον τρόμο της καταστολής, η χούντα έφερε τη «θεραπεία σοκ» αυτού που σήμερα ονομάζεται νεοφιλελευθερισμός: ιδιωτικοποιήσεις από τα ασφαλιστικά ταμεία μέχρι τα νεκροταφεία, κατάργηση κάθε ελέγχου στις κινήσεις κεφαλαίων, ανεργία για συμπίεση των μισθών ώστε να γίνει η χώρα ελκυστικός προορισμός για τα ξένα κεφάλαια. Η Χιλή εξακολουθεί να είναι σήμερα μια από τις πιο άνισες, οικονομικά, κοινωνίες στο κόσμο.

Δεν είναι παράξενο ότι οι υποστηρικτές της «ελεύθερης αγοράς» και της «δημοκρατικής Δύσης» προτιμάνε να ξεχνάνε αυτή την «άλλη» 11 του Σεπτέμβρη. Το πραξικόπημα που ανέτρεψε την αριστερή κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας δεν ήταν έργο κάποιων «αφρόνων» αξιωματικών. Καταρχάς, είχε την στήριξη όλης της τάξης των καπιταλιστών, και την ενεργητική συνεργασία όλων των κομμάτων της «επίσημης» Δεξιάς –των Χριστιανοδημοκρατών και του Εθνικού Κόμματος.

Από το 1970 που εκλέχτηκε πρόεδρος ο Σ. Αλιέντε, αυτές οι δυνάμεις δοκίμασαν τα πάντα, για να ρίξουν την κυβέρνηση. Επιστράτευσαν την οικονομική ισχύ της τάξης που είχε μείνει ανέπαφη. Βιομήχανοι και έμποροι έκρυβαν προϊόντα και πρώτες ύλες –με συνέπεια οι τιμές να παίρνουν την ανηφόρα. Τον Οκτώβρη του 1972, ξεκινώντας με μια «απεργία» των ιδιοκτητών φορτηγών, προχώρησαν σε ένα γενικευμένο λοκ-αουτ. Δυτικές κυβερνήσεις διεθνείς οργανισμοί, με την παραίνεση αμερικάνικων πολυεθνικών και γενικά των ΗΠΑ, σταμάτησαν να δανείζουν και απαίτησαν την αποπληρωμή των παλιών δανείων.

Αυτό που φόβιζε την άρχουσα τάξη ήταν το κίνημα που είχε φέρει τη Λαϊκή Ενότητα στην κυβέρνηση. Η Λαϊκή Ενότητα ήταν η συμμαχία του Σοσιαλιστικού Κόμματος, του Κομμουνιστικού Κόμματος και άλλων μικρότερων οργανώσεων. Το εργατικό κίνημα πανηγύρισε την εκλογική νίκη του Μάρτη του 1970, αλλά προχώρησε πολύ πιο πέρα από κει που ήθελε να σταματήσει η κυβέρνησή «του».

Τον Οκτώβρη του 1972 οι ιδιοκτήτες φορτηγών κατέβηκαν σε απεργία με σκοπό να παραλύσουν τις μεταφορές. Τους ακολούθησαν οι επαγγελματικές ενώσεις γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, και στη συνέχεια οι βιομήχανοι και οι έμποροι που άρχισαν να κλείνουν εργοστάσια, μαγαζιά, σούπερ μάρκετ. Την απάντηση την έδωσαν τα κορντόνες ιντουστριάλες, τα συντονιστικά των εργοστασίων που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται νωρίτερα. Οι εργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια, επιτάξανε φορτηγά και αυτοκίνητα, άνοιξαν μαγαζιά και σούπερ-μάρκετ. Δίπλα στα κορντόνες αναπτύχθηκε μια πληθώρα επιτροπών στις φτωχογειτονιές, που πολλές φορές συντονίζονταν στα κομάντος κομουνάλες.

Οργανώσεις

Τα κορντόνες ήταν οργανώσεις αγώνα που γέννησε η συλλογικότητα και η πρωτοβουλία των εργατών. Ήταν επίσης τα έμβρυα μιας νέας εξουσίας των εργατών, μια γεύση για το πώς η εργατική τάξη μπορεί να πάρει στα χέρια της το τιμόνι της κοινωνίας συνολικά. Τον Ιούνη του 1973, τα κορντόνες εμφανίστηκαν ακόμα πιο ισχυρά και συντονισμένα για να αποκρούσουν μια απόπειρα πραξικοπήματος που απέτυχε.

Για τα κόμματα της Λαϊκής Ενότητας, αντίθετα, το καθήκον των εργατών και του μαζικού κινήματος ήταν να στηρίζει την κυβέρνηση και να μην την εκθέτει με «τυχοδιωκτισμούς». Το κέντρο της στρατηγικής όλων των πτερύγων της αριστερής συμμαχίας ήταν ο κοινοβουλευτικός δρόμος για την αλλαγή της κοινωνίας. Οι θεωρητικοί τους δήλωναν ότι με την εκλογική νίκη του Μάρτη του 1970, όταν ο Αλιέντε εκλέχτηκε πρόεδρος, η εργατική τάξη είχε κατακτήσει ένα μέρος της πολιτικής εξουσίας. Όσο προχωρούσαν οι ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις της, τόσο μεγαλύτερο μέρος της εξουσίας θα κατακτούσε η εργατική τάξη.

Έμοιαζε ένας πιο αργός αλλά ταυτόχρονα πιο σίγουρος δρόμος. Στην πραγματικότητα ήταν ο δρόμος προς την καταστροφή. Γιατί από την αρχή σήμαινε συμβιβασμούς με την άρχουσα τάξη και κόντρα με το εργατικό κίνημα και τη δυναμική του.

Καταρχάς, πριν καν αναλάβει τα προεδρικά του καθήκοντα ο Αλιέντε έσπευσε να υπογράψει, μυστικά, το λεγόμενο Σύμφωνο Εγγυήσεων με τη δεξιά. Δεσμεύτηκε ότι η κυβέρνησή του δεν θα θίξει το στρατό, την Εκκλησία, την εκπαίδευση, την «ελευθερία των ΜΜΕ» (δηλαδή τους βαρόνους τους).

Ο Αλιέντε και η Λαϊκή Ενότητα δεν έχαναν ευκαιρία να κατακεραυνώνουν τις «υπερβολές» της «ακροαριστεράς»: κάθε κατάληψη εργοστασίου, κάθε εισβολή ακτημόνων αγροτών στα χτήματα των γαιοκτημόνων, κάθε κατάληψη γης και άδειων σπιτιών από τους κατοίκους των παραγκουπόλεων ήταν τέτοια «υπερβολή» για την κυβέρνηση –και συχνά τα ΜΑΤ ήταν η απάντησή της.

Μετά από κάθε πολιτική κρίση που προκαλούσαν οι μηχανορραφίες της άρχουσας τάξης η απάντηση του Αλιέντε ήταν ο συμβιβασμός και η υποχώρηση. Τον Νοέμβρη του 1972 μετά την κατάρρευση της «απεργίας των αφεντικών» ο Αλιέντε έβαλε για πρώτη φορά τους στρατηγούς στην κυβέρνηση. 

Υποτίθεται ότι ο στρατός θα αποκαθιστούσε το «κράτος του νόμου» που απειλούσαν οι ακροδεξιές συμμορίες. Αυτό που έγινε ήταν ότι ο στρατός στράφηκε ενάντια στις μαζικές οργανώσεις του κινήματος. Το ίδιο έγινε τον Αύγουστο του 1973.

Στρατός

Η κυβέρνηση είχε περάσει ένα νόμο για τον «έλεγχο των όπλων». Κι αυτός υποτίθεται ότι στρεφόταν κατά των ακροδεξιών συμμοριών. Όμως, ο Αλιέντε ανέθεσε την εφαρμογή του στο στρατό και την αστυνομία. Κι έτσι ο στρατός και η αστυνομία άρχισαν να οργανώνουν ολόκληρες επιχειρήσεις ενάντια στα κορντόνες και στις άλλες μαζικές οργανώσεις για να κατασχέσουν όπλα στα εργοστάσια και στις φτωχογειτονιές. Κάθε φορά που ο στρατιωτικός νόμος κηρύσσονταν σε μια περιφέρεια το διάταγμα είχε την υπογραφή του Προέδρου της Δημοκρατίας, δηλαδή του Αλιέντε. Πάνω από όλα το 

Σύνταγμα.

Η δικαιολογία για αυτή την πολιτική ήταν ότι με αυτό τον τρόπο η Αριστερά θα καθησύχαζε τους συντηρητικούς ψηφοφόρους και θα κέρδιζε την κοινωνική συμμαχία των λεγόμενων «μεσαίων στρωμάτων». Αυτό που κατάφερνε στην πραγματικότητα ήταν να αδυνατίζει, να αποπροσανατολίζει και να αφοπλίζει πολιτικά και οργανωτικά την εργατική τάξη και το κίνημά της.

Τόσο στο εσωτερικό της Λαϊκής Ενότητας όσο κι έξω από αυτήν υπήρχαν ισχυρά αριστερά ρεύματα που δήλωναν ότι ο αγώνας έπρεπε να πάει πολύ πιο πέρα από κει που ήθελαν οι «επίσημες» ηγεσίες της Αριστεράς. Η αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος είχε ισχυρή παρουσία στην ηγεσία των κορντόνες. Το MIR, το Κίνημα Επαναστατικής Αριστεράς, που ήταν έξω από την Λαϊκή Ενότητα, είχε πολλές φορές την ηγεσία στους αγώνες στις παραγκουπόλεις ή στα πανεπιστήμια.

Όμως, δεν κατάφεραν να διατυπώσουν μια εναλλακτική στρατηγική απέναντι σε εκείνη της Λαϊκής Ενότητας. Έκαναν κριτική στους συμβιβασμούς της κυβέρνησης με την ελπίδα ότι η πίεση του κινήματος θα την έσπρωχνε προς τα αριστερά. Οι ηγεσίες της Λαϊκής Ενότητας και ο Αλιέντε υποστήριζαν την «εδραίωση» των κατακτήσεων της πρώτης περιόδου της κυβέρνησης, η αριστερά της Λαϊκής Ενότητας την «εμβάθυνσή» τους. Αντί να ρίξει το βάρος της στην προσπάθεια να γίνουν τα κορντόνες όργανα επαναστατικής εξουσίας, η αριστερά της αριστεράς περιορίστηκε στο ρόλο της εσωκομματικής αντιπολίτευσης.

Έτσι, τους κρίσιμους μήνες του καλοκαιριού του ’73 όταν οι προετοιμασίες του πραξικοπήματος προχωρούσαν σχεδόν φανερά, το κίνημα ήταν παραλυμένο. Δεν υπήρχε κανείς που να μπορεί να πει με σαφήνεια «τι να κάνουμε» και να μπορεί να το κάνει πράξη. Γι’ αυτό όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα η αντίσταση ήταν ασυντόνιστη, κατακερματισμένη και αναιμική.


Η αστική τάξη ξεπλήρωσε με αίμα και τρόμο την τρομάρα που της είχε δώσει ένα ριζοσπαστικό, μαχητικό εργατικό κίνημα. Είχε στη διάθεσή της το κράτος της, την οικονομική ισχύ και τις διεθνείς διασυνδέσεις της. Η Αριστερά είχε τις αυταπάτες ότι αυτό το κράτος μπορεί να γίνει δικό μας κομμάτι. Η τραγωδία της Χιλής ήταν η τραγωδία του κοινοβουλευτικού δρόμου για τον σοσιαλισμό.


Δεν υπάρχουν σχόλια: