Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Πραξικοπηματίες έβαζαν το πιστόλι στον κρόταφο των γιατρών

Δευτέρα ήταν και τότε, 15 Ιουλίου 1974, όταν τα τανκς και μονάδες της Εθνικής Φρουράς βγήκαν από τους στρατώνες, με εντολές χουντικών αξιωματικών, όχι για άσκηση, ούτε για να αντιμετωπίσουν οποιονδήποτε εχθρό, αλλά για να καταλύσουν τη δημοκρατία, να ανατρέψουν την κυβέρνηση του αρχιεπισκόπου Μακαρίου. 

Τον όλεθρο που προκάλεσε το πραξικόπημα της χούντας και της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β έζησαν με τραγικό τρόπο οι γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Εκεί μεταφέρονταν οι περισσότεροι τραυματίες, ενώ οι πραξικοπηματίες, που κατέλαβαν το νοσηλευτήριο, προσπαθούσαν να σκορπίσουν τον φόβο και τον τρόμο. Παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες γιατρών, που περιγράφουν τα συμβάντα εκείνο το πρωινό και τις μέρες που ακολούθησαν στο Νοσοκομείο της Λευκωσίας:

Στέλιος Στυλιανού, γενικός παθολόγος: «Με τον γιατρό Βατσιέ Καλμπιάν ανεβήκαμε στον τρίτο όροφο, όπου ήταν ο θάλαμος “πράιβεϊτ”, για να δούμε τι γινόταν. Διακρίναμε το Προεδρικό τυλιγμένο στους καπνούς. Προσπαθήσαμε να επικοινωνήσουμε με το Προεδρικό, αλλά στάθηκε αδύνατο. 


Ο αστυνόμος Φανής Δημητρίου, που νοσηλευόταν εκεί για ανέβρισμα στην καρδία, προθυμοποιήθηκε να τηλεφωνήσει εκείνος. Αδύνατον... Είχαν κοπεί οι τηλεφωνικές γραμμές. Σε λίγο μάθαμε ότι έγινε πραξικόπημα. Εξάλλου μεταδόθηκε και από το ραδιόφωνο ότι επενέβη η Εθνική Φρουρά, ότι ο Μακάριος ήταν ήδη νεκρός κ.λπ. 

Στεκόμουν στον διάδρομο, έξω από το γραφείο μου, οπόταν βλέπω να έρχεται ένας πραξικοπηματίας με σαγιονάρες, γυμνός από τη μέση και πάνω. Κοίταξε το όνομα στην πινακίδα: “Βατσιέ Καλμπιάν”. Ίσως επειδή ήταν ξενόφερτο το όνομα, δεν ξέρω, έδωσε μιαν κοντακιά στην πόρτα και έσπασε το τζάμι. Δεν μου είπε τίποτε. Μπήκαν στο γραφείο μου και έριξαν κάτω τη φωτογραφία του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και άρχισαν να την ποδοπατούν, μέχρι που έγινε θρύψαλα».

Νίκος Σπανός, νευροχειρουργός: «Η πτέρυγα των ιδιωτικών θαλάμων είχε καταληφθεί από τους πραξικοπηματίες. Είχαν εκεί φρουρό στην είσοδο ένα νεαρό παιδί, μαυροσκούφη, με το όπλο. Αλλά είχα έναν ασθενή από τη Λεμεσό, που είχε τραυματιστεί στο κεφάλι κατά το πραξικόπημα και ο οποίος είχε υψηλούς πυρετούς. Δεν με άφηνε ο φρουρός να μπω να πάρω ό,τι χρειαζόμουν. Του είπα: “Αφού με ξέρεις, είμαι γιατρός, πρέπει να πάρω νερό κρύο”. Ήταν ανένδοτος, οπόταν προχώρησα και μπήκα στον θάλαμο, λέγοντάς του: “Εγώ θα μπω κι αν θέλεις πυροβόλησέ με...”. Δεν αντέδρασε ο στρατιώτης. Δεν τον αδικώ, είχε κι εκείνος ο καημένος διαταγές».

Αντώνης Βασιλείου, γυναικολόγος–μαιευτήρας, πρώην υπουργός Υγείας: «Λόγω των πεποιθήσεών μου, ένιωθα εκείνη τη μέρα ότι βρισκόμουν υπό παρακολούθηση, ακόμη και από γιατρούς και νοσοκόμους. Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε γριβικούς και μακαριακούς υπέβοσκε και στο Νοσοκομείο Λευκωσίας όλη την προηγούμενη ταραχώδη περίοδο, όταν ανέπτυσσε τρομοκρατική δράση η ΕΟΚΑ Β. 


Τη μέρα του πραξικοπήματος με έθεσαν, με διακριτικό τρόπο πρέπει να πω, υπό περιορισμό μέσα στο νοσοκομείο. Εμένα και μερικούς άλλους μας έκλεισαν σε ένα δωμάτιο. Αλλά, για να είμαι δίκαιος, τονίζω ότι ορισμένοι συνάδελφοί μου, δεξιοί, με προστάτευσαν. Όταν άρχισαν να πληθαίνουν οι τραυματίες από τις συγκρούσεις στο πραξικόπημα, επειδή εμείς οι γυναικολόγοι έχουμε γνώση και της χειρουργικής, ενταχθήκαμε στο επιτελείο των χειρουργών και κάναμε εγχειρήσεις στον πάνω όροφο».

Νίνα Ιακωβίδου-Ιωσήφ, αναισθησιολόγος: «Είχαν αρχίσει να φέρνουν τραυματίες και τέθηκαν επί ποδός οι γιατροί στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και στα χειρουργεία. Η παρουσία μου, ως αναισθησιολόγου, ήταν απαραίτητη. 


Το νοσοκομείο είχε καταληφθεί από τους πραξικοπηματίες, που φώναζαν και έδιναν διαταγές. Σαν να τον βλέπω μπροστά μου τον υποπλοίαρχο Ντάνο, ντυμένο με κοντά παντελόνια και πιστόλι στο χέρι. 

Ζήσαμε ένα μαρτύριο από αυτούς τους ανθρώπους. Είχαμε πληγωμένους και από την Προεδρική Φρουρά και το Εφεδρικό, αλλά ο Ντάνος δεν μας άφηνε να τους περιθάλψουμε. “Όχι, να δείτε πρώτα τους στρατιώτες μου”, μας έλεγε. “Μα, είναι όλοι άνθρωποι και έχουν ανάγκη”, του απαντούσαμε.

 Ήρθε κι ένας ΕΟΚΑΒητατζής, ο οποίος μου ζήτησε να του αποκαλύψω πού είχαμε τα όπλα και θα με άφηνε να πάω σπίτι μου, αφού αναγκαστικά μέναμε όλες τις μέρες στο νοσοκομείο. Είχαν κλείσει την είσοδο και δεν άφηναν κανένα να βγει χωρίς άδεια. Του απάντησα ότι δεν είχα ιδέα από όπλα. “Μην κάνεις την ανήξερη”, επέμενε. Του είπα να με αφήσει ήσυχη, γιατί μόλις πριν λίγο καιρό είχα έρθει από την Αγγλία και δεν ήξερα καν ποιοι ήταν ποιοι, στη διαμάχη μεταξύ γριβικών και μακαριακών πριν από το πραξικόπημα».

Δώρα Πέτα, τότε ασκούμενη γιατρός: «Σε λίγο έφτασαν στο νοσοκομείο και μεγαλόσχημοι αξιωματικοί πραξικοπηματίες με τα πιστόλια. Ήταν ο υποπλοίαρχος Γεώργιος Ντάνος και άλλοι. Με φωνασκίες και βρισιές έδιναν διαταγές. Δεν μπορούσες να πεις όχι, γιατί αμέσως πρότασσαν το όπλο. Θεέ μου, σκεφτόμουν, δεν είναι δυνατόν να καταλαμβάνει τους ανθρώπους τόσος φανατισμός. Έβλεπα νεαρά παιδιά οπλισμένα να φωνάζουν ότι θα σκοτώσουν τους... μούσκους! (σ.σ. Μούσκος ήταν το κοσμικό όνομα του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και έτσι αποκαλούσαν οι πολέμιοί του τους υποστηρικτές του). 


Δεν μπήκαν από μόνες τους αυτές οι ιδέες στο κεφάλι τους. Τους έκαναν πλύση εγκεφάλου στα στρατόπεδα με την προπαγάνδα. Υπήρξαν κλητήρες του Νοσοκομείου Λευκωσίας που εκδηλώθηκαν υπέρ του πραξικοπήματος, έμπαιναν στα γραφεία των διευθυντών και των γιατρών, κάθονταν στην καρέκλα, άπλωναν τα πόδια πάνω στα τραπέζια και έδιναν διαταγές: “Εντέλλεστε πάραυτα...”! Έβλεπες μερικούς να χαίρονται, άλλους να είναι λυπημένοι και να σιωπούν. Καταλάβαινες ποιος ήταν με ποιους».

Χαράλαμπος Σπανός, τότε ασκούμενος γιατρός: «Είχε έρθει ένα φορτηγό αυτοκίνητο γεμάτο από σκοτωμένους στρατιώτες, τον ένα πάνω στον άλλο. Σαν να μετέφεραν σφάγια ζώων... Ξεφόρτωσαν τα πτώματα και τα έβαλαν στο νεκροτομείο. Ύστερα από ώρα έφεραν κι άλλο φορτηγό, γεμάτο πτώματα και τα ξεφόρτωσαν για να τοποθετηθούν κι αυτά στο νεκροτομείο. Αλλά είχαν αυξηθεί τόσο πολύ οι νεκροί, που τους φόρτωσαν πάλι στην καρότσα του φορτηγού για να τους πάρουν για ταφή. Ήταν Ιούλιος μήνας, ζέστη και δεν μπορούσαν να μείνουν εκτός ψυκτικών θαλάμων. 


Για πολλούς δεν είχαν καταγραφεί ούτε τα στοιχεία τους. Ήταν άγνωστοι. Ο διευθυντής του Ακτινοθεραπευτικού Τμήματος, Δημήτρης Σουλιώτης, ρώτησε τον υπεύθυνο του νεκροτομείου, τον κ. Αριστείδη, ποιοι είναι οι νεκροί. Εκείνος του απάντησε: “Είναι όλοι τους παιδιά μας, γιατρέ...”. Αυτό δείχνει την τραγικότητα της κατάστασης που προκάλεσε το πραξικόπημα».

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: