Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Η δεκαετία του 40 και η εμφάνιση του λαϊκού κινήματος


Η ελληνο-ιταλική σύγκρουση άλλαξε το εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο αφού η ντε φάκτο πια συμμαχία Ελλάδας-Βρετανίας, αλλά και ο κίνδυνος γερμανικής επίθεσης στην Κύπρο οδήγησε στο χαλάρωμα των αποικιακών περιορισμών. Αποτέλεσμα του χαλαρώματος ήταν να πάρει και θεσμική μορφή η προσπάθεια του Πλουτη για άνοιγμα του κομμουνιστικού κινήματος. Η δημιουργία του ΑΚΕΛ το 1941 είχε ακριβώς αυτόν τον στόχο. Στην αρχική συνεδρία συμμετείχαν όχι μόνο κομμουνιστές και συντεχνιακοί (που επροσκειντο πάλι στο ΚΚΚ) αλλά και κεντρώοι φιλελεύθεροι.

Η πιο χαρακτηριστική αλλαγή που έκφραζε την διάθεση των κομμουνιστών για «άνοιγμα στην κοινωνία» ήταν η μετατόπιση από την θέση  για ανεξαρτησία. Μέχρι και τον Αύγουστο του 1940, όπως κατέγραψε ο Ζιαρτιδης, οι παράνομοι μηχανισμοί του ΚΚΚ στις συντεχνίες είχαν μια σαφώς κριτική στάση απέναντι στην Ελλάδα και τον ελληνικό εθνικισμό. Το 1941, ωστόσο, το ΑΚΕΛ υιοθέτησε την θέση της «αυτοδιάθεσης» η οποία σήμαινε έμμεσα ένωση. Το γενικότερο κλίμα ευνοούσε σαφώς την ένωση η οποία έκφραζε την ηγεμονική ιδεολογία όπως διαμορφώθηκε μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα και την ευρύτερη νεωτερικη κουλτούρα. Η άνοδος του κινήματος της αντιφασιστικής αντίστασης των κομμουνιστών στην Ελλάδα άσκησε, επίσης, την δική της επίδραση στην μεταμόρφωση της θέσης των κυπρίων συντρόφων τους.

Αρχικά το ΑΚΕΛ δημιουργήθηκε σαν ένα είδος αντιφασιστικής συμμαχίας αλλά σταδιακά πήρε την μορφή κόμματος με άξονα τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΚ. Οι δημοτικές εκλογές του 1943 έδωσαν την ευκαιρία στο νέο πολιτικό σχήμα να εμφανιστεί στις εκλογές με κεντρικό άξονα το εκδημοκρατικο σύνθημα, «κάτω οι διορισμένοι». Η επιτυχία του νεοσύστατου κόμματος εκφράστηκε με την εκλογή δικών του δημάρχων στην Λεμεσό (τον Πλουτη) και την Αμμόχωστο (τον Αδάμ Αδάμαντος τον ρήτορα της αριστεράς τότε) και γενικότερα την αξιοπρόσεκτη εκλογική απήχηση υποψηφίων  από την αριστερά στους περισσότερους δήμους και κωμοπόλεις.

Καθώς πλησίαζε το τέλος του πολέμου, η αριστερά («το λαϊκό κίνημα» όπως ονομαζόταν) βρέθηκε σε μια έντονη σύγκρουση με την αποικιακή δύναμη. Το εργατικό κίνημα βρισκόταν σε μια μόνιμη στάση αντιπαράθεσης με τους εργοδότες και τις αποικιακές αρχές ακόμα και στην περίοδο του πολέμου – και υπήρχε, εκ μέρους των συντεχνιών,  έμφαση στον στρατηγικό στόχο της «γενικής απεργίας». Η κλιμάκωση αυτών των κινητοποιήσεων ήρθε τον Μάρτιο του 1944 - ήταν μια γενική απεργία των κυβερνητικών εργατών με στόχο να πιεστεί η αποικιακή κυβέρνηση να προχωρήσει σε ρύθμιση των δικαιωμάτων/εισοδηματος των εργαζόμενων απέναντι στην «αυθαιρεσία της αγοράς» (άνοδος των τιμών). Το αποτέλεσμα εκείνης της απεργίας ήταν η δημιουργία του θεσμού της ΑΤΑ. Η απεργία ήταν καθολική – συμμετείχαν εργαζόμενοι και από τις 2 κοινότητες, από όλες τις ιδεολογικές παρατάξεις, και είχε την υποστήριξη του τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου, Λεοντιου. Η εικόνα που δίνει ο Ζιαρτιδης για το κίνημα αλληλεγγύης το οποίο στήριζε ουσιαστικά την απεργία είναι εκφραστική – και για την συγκεκριμένη απεργία αλλά και για το ευρύτερο απεργιακό κίνημα τότε.
«Ήταν ένας πολύ δύσκολος, σκληρός αγώνας που δίχως την αλληλεγγύη του λαού δεν θα επετυγχανε. Πως εκδηλώθηκε αυτή η αλληλεγγύη; Πρώτα ανάμεσα στους μικρομεσαίους της πόλης. (..) Στην απεργία της 1ης  του Μάρτη, ένας μεγάλος αριθμός εστιατόρων προθυμοποιήθηκαν να προσφέρουν γεύματα δωρεάν σε απεργούς . Και μερικοί μάλιστα και σε οικογένειες απεργών. Ένας μεγάλος αριθμός μπακάληδων επροθυμοποιηθησαν να δίνουν πίστωση σε πελάτες τους που ήταν άνεργοι. (..) Υπάρχουν όμως και πιο συγκινητικά παραδείγματα. Η κοινότητα λεπρών, μια κοινότητα που ζούσε σε άθλιες συνθήκες, έκανε έρανο (..) Οι ιερόδουλες της περιοχής έκαναν επίσης έρανο για να ενισχύσουν το απεργιακό ταμείο.»

Η επόμενη αντιπαραθεση της αριστεράς με τις αποικιακές αρχές ήρθε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου όταν επισκέφθηκε την Κύπρο ο απεσταλμένος του υπουργείου αποικιών,  Κόσμο Πάρκινσον. Αυτή η αντιπαράθεση ήταν και εκφραστική της ανόδου του αντιαποικιακού αισθήματος από την μια, αλλά και του γεγονότος ότι η ένωση είχε γίνει πια ένα στρατηγικό μέσο στην εσωτερική πολιτική. Η αριστερά έχοντας σαν φόντο/προοπτικη την πιθανή επικράτηση της αριστεράς στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, υποστήριζε τώρα έντονα της ένωση. Έτσι παρά τις απαγορεύσεις η αριστερά πρωτοστάτησε στην οργάνωση διαδηλώσεων «πολιτικής ανυπακοής» που παραβίαζαν τις αποικιακές απαγορευσεις/περιορισμους. Η Δεξιά, αντίθετα, η οποία μέχρι τότε (αλλά και μετά) είχε την ένωση σαν κεντρικό ιδεολογικό άξονα, ήταν σαφώς πιο επιφυλακτική απέναντι στο ζήτημα της ένωσης σε εκείνη την συγκυρία – συνιστώντας «αυτοσυγκράτηση».

Αυτού του είδους οι εντάσεις και οι αντιπαραθέσεις οδήγησαν την άνοιξη του 1945 σε μια επίθεση των αποικιακών αρχών ενάντια στην αριστερά και το συντεχνιακό κίνημα – μια επίθεση η οποία είχε αρκετά κοινά με ανάλογες προσπάθειες των βρετανών (λ.χ. τα Δεκεμβριανά στην Ελλάδα) να καταστείλουν κινήματα που απειλούσαν την εξουσία τους με το τέλος του πόλεμου. Στις 25 του Μάρτη του 1945 σε μια αντιπαραθεση δεξιών και αριστερών στο Λευκονοικο, κατά την διάρκεια του εορτασμού για την 25 Μαρτίου, η αποικιακή αστυνομία πυροβόλησε τους αριστερούς διαδηλωτές (σκοτώνοντας 3 και τραυματίζοντας αρκετούς άλλους) οι οποίοι έκαναν πορεία στους δρόμους της κωμόπολης. Τέτοιου είδους πορείες και εντάσεις είχαν υπάρξει και προηγουμένως χωρίς ανάλογη αντίδραση. Λίγες βδομάδες μετά οι αποικιακές αρχές έκαναν μια νέα επίθεση εναντίον της αριστερας/λαϊκου κινήματος: απαγόρευσαν την κυκλοφορία της τοπικής αριστερής εφημερίδας στην Αμμόχωστο, της «Ανόρθωσης», με την δικαιολογία ότι το κύριο άρθρο («Πλούσιοι και φτωχοί») έκανε έκκληση για εξέγερση και ανάπτυξη του «ταξικού μίσους». Η επίθεση καταστολής ολοκληρώθηκε τον Μάιο (ακριβώς με το τέλος του πόλεμου) με την σύλληψη της ηγεσίας της ΠΣΕ τον Μάιο. Η αντίδραση της αριστεράς ήταν αποκαλυπτική της πραγματικότητας στην οποία λειτουργούσε – ενώ λ.χ. η ελληνική αριστερά μπροστά στην επίθεση καταστολής (και έχοντας τα όπλα και την εμπειρία της «παρολιγον νίκης») αντέδρασε ένοπλα, η κυπριακή αριστερά κατέφυγε στα δικαστήρια και στις μαζικές κινητοποιήσεις. Το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο είχε αναπτυχθεί η κυπριακή αριστερά επέτρεπε αυτήν την προοπτική ενώ η πιθανότητα επανάστασης ήταν σαφώς ανύπαρκτη σαν προοπτική με πιθανότητες επιτυχίας. Αντίθετα, χρησιμοποιώντας το βρετανικό νομικό πλαίσιο η κυπριακή αριστερά μπόρεσε να αντιμετωπίσει την αποικιακή επίθεση στο γήπεδο του αντίπαλου της: παρά το ότι τελικά οι συλληφθέντες συντεχνιακοί καταδικάστηκαν, απολύθηκαν σύντομα λόγω πιέσεων από τα βρετανικά εργατικά συνδικάτα και ομάδες πίεσης υπέρ της Κύπρου στην Βρετανία. Και ταυτόχρονα η απαγόρευση της ΠΣΕ αντιμετωπίστηκε (στα πλαίσια του «θεσμικού ανταρτοπόλεμου» με τον οποίο είχε εξοικειωθεί η αριστερά από τα προηγούμενα χρόνια) με την δημιουργία μιας νέας συντεχνίας, της ΠΕΟ.

Εκείνη την περίοδο η αριστερά είχε να αντιμετωπίσει και μια εσωτερική κρίση. Από τον καιρό της ίδρυσης του ΑΚΕΛ υπόβοσκε ένα πρόβλημα με την ύπαρξη δυο παράλληλων μηχανισμών – αυτού του παράνομου ΚΚΚ και του ΑΚΕΛ. Οι ομάδες του ΚΚΚ λειτουργούσαν ουσιαστικά σαν «φράξιες» μέσα στο ΑΚΕΛ και αυτό δημιουργούσε προστριβές και δυσλειτουργία. Το 1943 η Κομμουνιστική Διεθνής αυτοδιαλύθηκε στα πλαίσια των προσπαθειών για διεθνή αντιφασιστική ενότητα. Αυτή η κίνηση δεν είχε σαν στόχο τα εσωτερικά των κομμουνιστικών κόμματων. Στην Κύπρο, όμως, το ΚΚΚ αυτοδιαλύθηκε τελικά και παρέμεινε το ΑΚΕΛ. Αυτή η ιδιομορφία είχε και συγκυριακές και ευρύτερες θεσμικές αιτίες. Συγκυριακά, και στο επίπεδο των ατόμων, η διαμάχη διατηρήθηκε (και απέκτησε νέες διαστάσεις) για μια περίοδο μετά το 1943 αφού πολλά ηγετικά στελέχη του ΑΚΕΛ και του ΚΚΚ έλειπαν στον πόλεμο λόγω της μαζικής ένταξης τους στον συμμαχικό στρατό μετά την έκκληση του ΑΚΕΛ το 1943. Όταν επέστρεψαν η διαμάχη για το ποιο κόμμα θα παρέμενε (με δεδομένο ότι το ένα ήταν μεν ιδεολογικά αγνό αλλά παράνομο, ενώ το άλλο νόμιμο με αρκετές επιτυχίες ήδη στην πολιτική) διασταυρώθηκε με τις διαμάχες ανάμεσα σε ηγετικά πρόσωπα του κινήματος. Η κρίση οδήγησε τελικά σε αλλαγή στην ηγεσία – τον Π. Σερβα αντικατέστησε ο Φ. Ιωάννου.

Η εσωκομματική διαμάχη εκείνη την περίοδο δεν είχε τον αντίκτυπο που θα είχε σε άλλες εποχές ακριβώς γιατί αυτό που έκφραζε την αριστερά τότε δεν ήταν το κόμμα αλλά τα κοινωνικά κινήματα - με κυρίαρχο εκείνο των συντεχνιών αλλά επίσης και με οργανώσεις μικροκαταστηματάρχων, αγροτών, απόστρατων κλπ . Η αριστερά, ήταν, επίσης, και ένα κίνημα νεολαίας. Ο Loizos διασταυρώνει με σαφήνεια την πολιτική και πολιτιστική ρήξη των γενεών τότε:
«Αν η εκκλησία είχε στους κόλπους της «πατέρες που γνώριζαν καλύτερα» τότε το ΑΚΕΛ ήταν γεμάτο από «επαναστατημένους γιους».
Αυτή η πραγματικότητα φαίνεται και από τον πίνακα για τις ηλικίες των στελεχών του ΑΚΕΛ τότε. Γενικά η δεκαετία του 40 μπορεί να χαρακτηριστεί σαν η περίοδος της εισόδου των λαϊκών στρωμάτων στο προσκήνιο της ιστορίας. Ακόμα και η δεξιά, την οποία εκφραζε πολιτικά το ΚΕΚ, βασιζόταν πια σε οργανώσεις αγροτών (ΠΕΚ) και σε μικρότερο βαθμό, εργατών (ΣΕΚ). Και σε αυτό το πλαίσιο το ΑΚΕΛ δεν ήταν καν το μόνο κομμουνιστικό ρεύμα στο λαϊκό κίνημα – υπήρχε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 40 και ένα αρκετά δραστήριο τροτσκιστικο ρεύμα στα αριστερά του ΑΚΕΛ.

Ταυτόχρονα η δεκαετία του 40 ήταν η περίοδος που το κυπριακό αριστερό εργατικο/κομμουνιστικο κίνημα έγινε ο χώρος όπου δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένα πολιτικό κίνημα το οποίο ξεπερνούσε τους κοινοτικούς διαχωρισμους όπως παρατήρησε ο Ατταλιδης. Η πλειοψηφία των τ/κ εργαζομένων που ανήκαν σε συντεχνίες ήταν μέλη της ΠΣΕ/ΠΕΟ ενώ στο πολιτικό χώρο  οι αριστεροί δήμαρχοι ήταν ανοικτοί στις (πραγματικές η συμβολικές) ευαισθησίες της τ/κ κοινότητας.

 Το 1946 η αριστερά και οι σύμμαχοι της σάρωσαν κυριολεκτικά στις εκλογές εκλέγοντας δήμαρχους στους μεγάλους δήμους και κωμοπόλεις – η δεξιά κέρδισε μόνο στην Κερύνεια και την Πάφο. Αυτή η νίκη απέκτησε μια νέα διάσταση τον επόμενο χρόνο όταν οι βρετανοί επέτρεψαν την διενέργεια αρχιεπισκοπικών εκλογών και η αριστερά έκανε ένα ακόμα βήμα ένταξης στην τοπική κοινωνία και τους θεσμούς διαχείρισης της τοπικής εξουσίας, με το να κατεβάσει υποψήφιους για την στήριξη του τοποτηρητή Λεοντιου για την θέση του αρχιεπίσκοπου. Ο Λεοντιος σαν τοποτηρητής είχε τηρήσει μια έντονα αντιαποικιακή στάση και μια σαφώς πιο ήπια αντιμετώπιση του λαϊκού κινήματος από άλλους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Ταυτόχρονα είχε διαμορφωθεί ακόμα και μέσα στην εκκλησία ένα είδος φίλο-κομμουνιστικού ρεύματος – ένας εκπρόσωπος του οποίου ήταν ο ηγούμενος Μαχαιρά, Γρηγοριος. Αυτή η τάση διασταυρωνόταν με μια ευρύτερη συνύπαρξη/διασταυρωση του χριστιανισμού και του κυπριακού κομμουνισμού σε τμήματα του λαϊκού κινήματος. Οι οπαδοί του Λεοντιου κέρδισαν πανηγυρικά και μετά από πιέσεις πείστηκε και ο Λεοντιος να αναλάβει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Μετά από ένα μήνα περίπου, όμως, πέθανε αφήνοντας την αριστερά να υπαινίσσεται ότι έπεσε θύμα δηλητηρίασης. Ο θάνατος του Λεοντιου (που συνέπεσε με την αρχή του ψυχρού πολέμου διεθνώς) ήταν ένα σημείο καμπής. Το ρευστό πλαίσιο της μεταπολεμικής περιόδου έκλεινε και η κυπριακή αριστερά θα έβρισκε τον εαυτό της μπροστά σε μια έντονη και τριπλή αντιπαραθεση.

Η αριστερά και το λαϊκό κίνημα είχαν μεν κερδίσει τις δημαρχιακές και αρχιεπισκοπικές εκλογές  αλλά τα εκλογικά αποτελέσματα έδειχναν επίσης και μια ρήξη στο εκλογικό σώμα που έκφραζε βαθύτερες αντιπαραθέσεις: η αριστερά λ.χ. κέρδισε τις εκλογές στις πόλεις αλλά στις πιο συντηρητικές αγροτικές περιοχές υπερίσχυσαν οι υποψήφιοι της δεξιάς. Στις αρχιεπισκοπικές εκλογές επίσης η κίνηση υπέρ του Λεοντιου εξασφάλισε την συντριπτική πλειοψηφία των εκλεκτόρων (λόγω του πλειοψηφικού συστήματος) αλλά, σύμφωνα με τον Ε. Παπαϊωαννου,  το εκλογικά αποτελέσματα όσον αφορά τους ψήφους ήταν πολύ πιο στενά – η αριστερά και οι σύμμαχοι της κέρδισαν μεν αλλά με ποσοστό 52%.

Δεν υπάρχουν σχόλια: