Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Πόσο καλές είναι οι εργασιακές σχέσεις στη Γερμανία;


Αποκαλυπτική για τη φτώχεια που επιφυλάσσει στα πλατιά λαϊκά στρώματα ο καπιταλισμός σε ανάπτυξη και κρίση, είναι η «Εκθεση για τη φτώχεια και τον πλούτο στη Γερμανία», που αφορά στην περίοδο 2007 - 2012 (είναι η τέταρτη από το 2001).

Παρά την προσπάθεια να εξωραΐσει την πραγματικότητα, η έκθεση διαπιστώνει ότι το 50% των φτωχότερων Γερμανών μοιράζεται το 1% της συνολικής κρατικής περιουσίας, ενώ το 10% των πλουσιότερων μοιράζεται τη μισή. Οι μικροί μισθοί ενός τμήματος του εργατικού δυναμικού της χώρας, το οποίο δεν καλύπτεται από τον κατώτερο μισθό, και η κυριαρχία της μερικής απασχόλησης, αποτελούν, σύμφωνα με τα σωματεία των εργαζομένων, την άλλη όψη του «γερμανικού θαύματος», που κομπάζει για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι καθαροί μισθοί μειώθηκαν κατά 6,1% στο διάστημα 2007 - 10 για το 10% των χαμηλότερα αμειβόμενων εργαζομένων. Σήμερα, στη Γερμανία, στη λεγόμενη «ατμομηχανή» της Ευρώπης, μία στις τέσσερις θέσεις εργασίας χαρακτηρίζεται από υποαπασχόληση και συνθήκες επισφάλειας.

Αν το 1995, η υποαπασχόληση αφορούσε το 15% των εργαζομένων, σήμερα αφορά το 25%, δηλαδή 7,3 εκατομμύρια άτομα. Αυτό που εμφανίζεται ως οικονομική πρόοδος και ανάπτυξη μέσω της «ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας» και φέρνει κέρδη στην πλουτοκρατία, είναι κόλαφος για τα λαϊκά στρώματα, σημαίνει υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου, συγκαλυμμένη ανεργία και τελικά μισοζωή.

Γενικευμένο είναι στη Γερμανία το εργασιακό «μοντέλο» των «minijobs» («μίνι-τζομπ»), μία μορφή μερικής απασχόλησης που εφαρμόστηκε σταδιακά από τη δεκαετία του '90 και κυρίως από το 2003, με τις λεγόμενες Hartz - μεταρρυθμίσεις. Οι αντιδραστικές αυτές ανατροπές στα εργασιακά, το ασφαλιστικό και το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης, έγιναν για να μειωθεί τάχα η ανεργία, αλλά στην πραγματικότητα υπηρετούσαν την παραπέρα μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, προκειμένου να γίνουν πιο ανταγωνιστικά τα γερμανικά μονοπώλια στον εσωτερικό και παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Πρόκειται για αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις παρόμοιες με αυτές που σήμερα εφαρμόζονται στην Ελλάδα, όπου για λόγους που σχετίζονται και με την καλύτερη στάθμη του εργατικού - λαϊκού κινήματος, δεν κατάφεραν να περάσουν οι προηγούμενες αστικές κυβερνήσεις, παρά το γεγονός ότι προσπάθησαν από τις αρχές ακόμα του 1990, στο πλαίσιο της ενιαίας αντιλαϊκής στρατηγικής της ΕΕ.

Μία «minijob» σημαίνει να κερδίζεις 400 ευρώ το πολύ το μήνα, μισθός που δεν επιτρέπει στον εργαζόμενο να ζει αξιοπρεπώς, παρά το γεγονός ότι ο εργοδότης πληρώνει 120 ευρώ στο κράτος ως εργοδοτικό φόρο και κοινωνική ασφάλεια του εργαζόμενου. Με αυτόν τον τρόπο, ο εργαζόμενος συνεχίζει να συνδέεται με το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, αν και αυτά που βγάζει δεν του φτάνουν για να ζήσει και ταυτόχρονα εξαφανίζεται ως διά μαγείας από τις λίστες της ανεργίας!

Σύμφωνα, εξάλλου, με στοιχεία του υπουργείου Εργασίας, που δόθηκαν στη δημοσιότητα, τον περασμένο Οκτώβρη υπήρχαν γύρω στους 180.000 καινούργιοι εργαζόμενοι με το καθεστώς της επινοικίασης. Αυτό είναι το άλλο «μοντέλο» που εξασφαλίζει στους εργοδότες φτηνούς εργάτες, καθώς αυτοί δεν έχουν μισθούς σύμφωνα με την κλαδική Συλλογική Σύμβαση, αλλά δουλεύουν σε εργολαβικές (στην ουσία δουλεμπορικές) εταιρείες, που συνεργάζονται με τους βιομήχανους και που τους νοικιάζουν τους εργάτες με το μισό ή και πιο κάτω μισθό.

Το μεγαλύτερο ποσοστό επινοικιαζόμενων θέσεων εργασίας υπάρχει στο Αμβούργο, που αποτελεί το 55,2% των προσφερόμενων θέσεων. Ακολουθούν η Βρέμη με 40,2% και η Θουρυγγία με 39,4%. Στη Βάδη Βυτεμβέργη το ποσοστό είναι 36,9%, στην Εσση 36,5%, στην Κάτω Σαξονία 36,4%. Οι υπολογισμοί των συνδικάτων, όπου κυριαρχεί ο εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός, κάνουν λόγο για πάνω από 1 εκατ. ενοικιαζόμενων εργαζομένων σε σύνολο 41 εκατ. μισθωτών. Η επισφάλεια πλήττει, εκτός από τις συνθήκες διαβίωσης και αυτή καθαυτή τη ζωή των εργαζομένων. Ετσι, ο μέσος όρος προσδόκιμου ζωής για τους φτωχούς εργαζόμενους, έπεσε κατά δύο χρόνια, τα τελευταία δέκα χρόνια, σύμφωνα με μία έκθεση που δημοσίευσε η «Saarbruecker Zeitung». Πριν από δέκα χρόνια, οι Γερμανοί με χαμηλότερα εισοδήματα είχαν προσδόκιμο ζωής τα 77,5 χρόνια, το 2010 έπεσε στα 75,5 χρόνια.

Η μείωση ήταν φυσικά πιο δραστική στο έδαφος της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, όπου οι εργαζόμενοι με χαμηλότερα εισοδήματα από το προσδόκιμο ζωής των 78 χρόνων, έπεσαν στα 74,1! Για τους πολίτες της ΓΛΔ, μέχρι το 1989 η ανεργία φάνταζε σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Μετά την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη χώρα, ήρθαν αντιμέτωποι με αυτό που πραγματικά είναι η ανεργία και η φτώχεια, ενώ αναγκάστηκαν να βγάζουν με όποιον δυνατό τρόπο τα προς το ζειν, πολλές φορές ίσα - ίσα για να μην πεθάνουν, ενώ ταυτόχρονα πλουτίζουν από το μόχθο τους τα παράσιτα, οι κεφαλαιοκράτες.

Ριζοσπάστης 

Δεν υπάρχουν σχόλια: