Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Οι “Ολυμπιάδες” των εργατών


Ανάμεσα στον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες συμμετείχαν σε μαζικά αριστερά αθλητικά κινήματα.


Αυτά τα κινήματα, που κατά κύριο λόγο αγνοούνται από τη σημερινή ιστορία, δημιουργήθηκαν ως συνειδητή αντιπαράθεση στην αναπτυσσόμενη αθλητική βιομηχανία και ήταν ιδιαίτερα πολιτικά.

Ο Γερμανός Κομμουνιστής ηγέτης Ερνστ Γκρούμπε δήλωνε: «Ο εργατικός αθλητισμός δεν έχει τίποτα κοινό με τους μικροαστικούς πόθους για ελευθερία, είναι Μαρξιστικός ταξικός πόλεμος σε όλα τα μέτωπα του αθλητισμού και της φυσικής άσκησης».

Αυτό ακουγόταν λιγότερο πομπώδες εκείνες τις μέρες επειδή επρόκειτο για ένα παγκόσμιο κίνημα. Μια Σοσιαλιστική Ένωση Γυμναστικής υπήρχε στις Ηνωμένες Πολιτείες ήδη από το 1850. Αλλά ήταν σε απάντηση προς τον οργανωμένο αθλητισμό από τα αφεντικά στα 1880 και στα 1890 όταν ξεκίνησαν να απογειώνονται τα αθλητικά γεγονότα οργανωμένα από τους εργάτες.

Γυμναστικοί και ποδηλατικοί σύλλογοι εργατών δημιουργήθηκαν σε όλη τη Γερμανία το 1893. Το 1895, μια ποδηλατική ομάδα Βρετανών εργατών οργανώθηκε γύρω από την εφημερίδα “Clarion”. Ομάδες πεζοπορίας μεγάλωναν σε όλη την Ευρώπη.

Η Γερμανία ήταν το κέντρο του κινήματος. Υπήρχαν πάνω από 350 χιλιάδες εργάτες αθλητές και αθλήτριες οργανωμένοι εκεί πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα αθλήματα των εργατών ήταν συνειδητά διαφορετικά από τα «αστικά» αθλήματα, αφού ήταν ανοιχτά προς όλους.

Η ιδέα ήταν ότι τα αθλήματα των εργατών θα αφαιρούσαν τα ταξικά εμπόδια για συμμετοχή στον αθλητισμό, αλλά επίσης θα αντικαθιστούσαν με σοσιαλιστικές αρχές τις καπιταλιστικές.

Για αυτό πριν από το 1914 υπήρχε έμφαση σε δραστηριότητες που θα μπορούσαν να είναι λιγότερο ανταγωνιστικές όπως η γυμναστική, η ποδηλασία, η πεζοπορία και το κολύμπι.

Η γερμανική εφημερίδα Volksstimme (Η Φωνή του Λαού) αποδοκίμαζε «το ενδιαφέρον της νεολαίας μας στον αθλητισμό που ενδιαφέρεται μόνο για τον ανταγωνισμό και τη νίκη».

Παρόλα αυτά, μετά τον Α’ παγκόσμιο Πόλεμο ο ανταγωνιστικός αθλητισμός έγινε ακόμα πιο κυρίαρχος. Έτσι, αριστερές αθλητικές ομάδες αγκάλιασαν περισσότερο ανταγωνιστικές δραστηριότητες - εν μέρει για να κρατήσουν μέλη.

Οι πολιτικές διαιρέσεις επίσης διαμόρφωσαν τον τύπο των εργατικών αθλητικών οργανώσεων. Η Διεθνής Ένωση των Κόκκινων Αθλητικών και Γυμναστικών Συλλόγων, πιο γνωστή ως Κόκκινη Αθλητική Διεθνής (RSI), ιδρύθηκε στη Μόσχα στις 23 Ιούνη του 1921.

Έλπιζε να οργανώνει τον αθλητισμό με τις αρχές της Ρώσικης Επανάστασης. Ήθελε «επαναστατικές προλεταριακές αθλητικές και γυμναστικές οργανώσεις σε όλες τις χώρες του κόσμου» ως «υποστηριχτικά κέντρα για το προλεταριάτο μέσα στις ταξικές του μάχες».

Αντίβαρο

Η Κόκκινη Αθλητική Διεθνής είχε στόχο να δράσει ως αντίβαρο στην Αθλητική Διεθνή της Λουκέρνης (LSI). Είχε ιδρυθεί το 1920 από εκπροσώπους ευρωπαϊκών εργατικών αθλητικών ομοσπονδιών και ήταν συνδεδεμένη με τα Σοσιαλιστικά (τα σοσιαλδημοκρατικά δηλαδή) κόμματα.
Αυτό αντανακλούσε την βασική διαίρεση στο εργατικό κίνημα μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Κομμουνιστές πίστευαν ότι ο καπιταλισμός μπορούσε να νικηθεί μόνο με επανάσταση, ενώ οι Σοσιαλιστές κοίταζαν για μεταρρυθμίσεις από πάνω.

Τα μέλη των ομάδων της Κομμουνιστικής RSI στις περισσότερες χώρες ήταν σημαντικά λιγότερα από ό,τι της LSI. Αλλά και η RSI είχε σημαντική παρουσία.

Έτσι στην Γερμανία η βασική εργατική αθλητική οργάνωση ΑΤUS είχε περίπου 1,2 εκατομμύρια μέλη το 1929. Αλλά υπήρχαν επίσης 250 χιλιάδες εργάτες σε Κομμουνιστικές αθλητικές ομάδες. Είχαν αποβληθεί από την ΑΤUS το 1928 αφού επέμεναν ότι οι αθλητικές ομάδες χρειάζεται να αφοσιωθούν στην επανάσταση.

Αυτό αντικατόπτριζε την κομμουνιστική πολιτική της εποχής- και δεν αποτύγχανε πάντα. Τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία η πλειοψηφία των εργατικών ποδοσφαιρικών συλλόγων μπήκαν στις Κομμουνιστικές ομάδες μετά τη διάσπαση.

Αλλά οι Σοσιαλιστικές ομάδες ήταν σε διαφορετικό επίπεδο. Το 1926 η ATUS άνοιξε τις πιο μοντέρνες αθλητικές υποδομές στη Γερμανία, την «Bundesschule» στη Λειψία.

Ένα παράρτημα, η Εργατική Ομοσπονδία Ποδηλασίας, ήταν η μεγαλύτερη οργάνωση ποδηλασίας στον κόσμο, με 320 χιλιάδες μέλη. Λειτουργούσε ακόμα και το δικό της εργοστάσιο ποδηλάτων.
Το κίνημα ήταν εντυπωσιακό στην Αυστρία και στην Τσεχοσλοβακία. Οι τσέχικες ομάδες για παράδειγμα μάθαιναν σε πάνω από 10 χιλιάδες ανθρώπους το χρόνο πώς να κολυμπούν.

Ένα περαιτέρω μέτρο για το ακμάζον κίνημα ήταν ο εργατικός αθλητικός τύπος. Οι γερμανικές ομάδες εξέδιδαν 60 εφημερίδες με κυκλοφορία 800 χιλιάδων, και αυτό εξαιρώντας τις τοπικές εκδόσεις.

Μαζί με αυτό, οι Κομμουνιστικές αθλητικές ομάδες τύπωναν έντεκα περιφερειακές και τέσσερις εθνικές αθλητικές εφημερίδες από μόνες τους μέχρι το 1932.

Το πιο εντυπωσιακό κομμάτι από το εργατικό αθλητικό κίνημα ήταν οι Ολυμπιάδες των Εργατών. Αυτές οργανώθηκαν ως αντιμετώπιση στον εθνικισμό των πρόσφατα αναβιωμένων κλασικών Ολυμπιακών (Αγώνων).

Η πρώτη οργανώθηκε στην Πράγα το 1921. Σε αυτή την περίοδο. Οι ηττημένοι του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου είχαν αποκλειστεί από την συμμετοχή στους Ολυμπιακούς. Σε έντονη αντίθεση, οι αγώνες της Πράγας χαρακτηριζόταν από ανταγωνισμό ανάμεσα σε εργάτες αθλητές από «εχθρικά» κράτη.

«Όχι άλλος πόλεμος»

Αυτό το θέμα ήταν επίσης κυρίαρχο στην πρώτη επίσημη Εργατική Ολυμπιάδα το 1925. Διοργανώθηκε στην Γερμανία με σύνθημα «όχι άλλος πόλεμος». Περισσότεροι από 150 χιλιάδες συμμετείχαν.

H δεύτερη Ολυμπιάδα του 1931 στην αυστριακή πρωτεύουσα Βιέννη ήταν με πολλούς τρόπους το υψηλότερο σημείο του εργατικού αθλητικού κινήματος.

Οι σοσιαλδημοκράτες που κυβερνούσαν την «Κόκκινη Βιέννη» έχτισαν ένα ολοκαίνουργιο στάδιο και πρόσφεραν στους επισκέπτες ακόμα και μειωμένα εισιτήρια στην δημόσια συγκοινωνία.

Την τελευταία μέρα της Ολυμπιάδας περίπου 250 χιλιάδες ήρθαν να παρακολουθήσουν την «πανηγυρική πορεία» διαμέσου της Βιέννης από περίπου 100 χιλιάδες από 26 χώρες. Ανέτρεψαν μια συμβολική φιγούρα που παρίστανε τον καπιταλισμό.

Αλλά οι αθλητικές ομάδες που ήταν συνδεδεμένες με την Κομμουνιστική RSI είχαν αποκλειστεί. Εκτός από τους Ρώσους, αυτό περιλάμβανε περίπου 250 χιλιάδες Γερμανούς και 100 χιλιάδες Τσέχους, συν μικρότερα σωματεία από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η RSI οργάνωνε τους δικούς της αγώνες, τη διεθνή «Σπαρτακιάδα» (ονομάστηκε έτσι από τον επαναστάτη σκλάβο μονομάχο, Σπάρτακο). Διοργανώθηκαν στη Μόσχα το 1928 και στο Βερολίνο το 1931. Αυτή η διαίρεση δεν γεφυρώθηκε τελείως μέχρι την τρίτη και τελευταία Ολυμπιάδα των Εργατών που διοργανώθηκε το 1937 στην Aμβέρσα στο Βέλγιο.

Σε απάντηση στην άνοδο του φασισμού, οι Κομμουνιστές-κάτω από την επιρροή του Στάλιν-διακήρυτταν το λαϊκό μέτωπο. Οι πολιτικές διαφορές έπρεπε να αγνοηθούν στο όνομα της ενότητας.

Η Αμβέρσα πρόσφερε μια τεράστια επίδειξη εργατικής αλληλεγγύης. Περίπου 50 χιλιάδες γέμισαν το στάδιο την τελευταία μέρα και 200 χιλιάδες παρέλασαν.

Αλλά το κίνημα υπέφερε φριχτά όταν ο φασισμός σάρωσε σε όλη την Ευρώπη. Μια Ολυμπιάδα των Εργατών προγραμματισμένη στη Βαρκελώνη το 1936 ματαιώθηκε μετά την προσπάθεια για στρατιωτικό πραξικόπημα του Φράνκο που οδήγησε στον Εμφύλιο Πόλεμο.

Η γερμανική ATUS ήταν ένας από τους πρώτους στόχους των Ναζί το 1933. Και τα στρατεύματα του Χίτλερ κατέστειλαν άλλες αντίστοιχες πρωτοβουλίες όπως επελαύναναν σε όλη την ήπειρο.

Αλλά δεν ήταν μόνο η καταστολή που έβλαψε τις εργατικές αθλητικές οργανώσεις. Η ανάπτυξη του επιχειρηματικού αθλητισμού, σε συνδυασμό με τον Ψυχρό Πόλεμο, σήμαναν ότι ποτέ δεν επανήλθαν. Παρόλα αυτά οι προσπάθειες τους να οργανώσουν τον εργατικό αθλητισμό αξίζουν να τις θυμόμαστε.


Σπορ και καπιταλισμός

Οι άνθρωποι παίζουν παιχνίδια για αιώνες, αλλά ο οργανωμένος αθλητισμός όπως τον ξέρουμε είναι πιο μοντέρνο φαινόμενο.

Αρχικά αναπτύχθηκε στα ελιτίστικα βρετανικά δημόσια σχολεία, όπως το Ίτον και το Ράγκμπι. Στη συνέχεια απλώθηκε σε όλο τον κόσμο στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου σαν ένα υποπροϊόν του ιμπεριαλισμού.

Στις ιμπεριαλιστικές χώρες, ο αθλητισμός βοήθησε να ενισχύσει τον εθνικισμό. Για αυτό ο συγγραφέας Τζορτζ Όργουελ έγραψε ότι ο αθλητισμός «είναι πόλεμος χωρίς πυροβολισμούς». Όπως ο Γύρος της Γαλλίας βοήθησε για να δημιουργηθεί η ιδέα ενός γαλλικού έθνους-κράτους, έτσι έγινε με το ποδόσφαιρο στην Ιταλία.

Ο οργανωμένος αθλητισμός εισχώρησε στην εργατική τάξη ως αποτέλεσμα της εκβιομηχάνισης. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός χάραξε μια έντονη διάκριση ανάμεσα στην εργασία και τον ελεύθερο χρόνο. Η ρύθμιση της εργάσιμης ημέρας έφερε μαζί της περιόδους ξεκούρασης.

Η «κατάληψη»

Η «κατάληψη» του αγγλικού ποδοσφαίρου από την εργατική τάξη συνέβη μόνο μετά την μείωση της εργάσιμης βδομάδας, ειδικά με την εισαγωγή του Σαββάτου ως «ημιαργίας» στη δεκαετία του 1860 και του 1870.

Όσο περισσότεροι εργάτες ξεκινούσαν το ποδόσφαιρο, τόσο περισσότερα δημόσια σχολεία το παρατούσαν για να μην μολυνθούν από τις μάζες. Ο αυξανόμενος ελεύθερος χρόνος επίσης ενθάρρυνε την εμπλοκή των εργατών με διαφορετικά αθλήματα την ίδια περίοδο στη Γαλλία, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αύξηση του ελεύθερου χρόνου οφειλόταν, σε μεγάλο βαθμό, στις οργανώσεις των εργατών. Το άπλωμα του οχτάωρου μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήρθε μετά από αγώνα.

Η ανάγκη για υγιείς στρατιώτες και εθνικισμό έκανε επίσης τα κράτη πρόθυμα για τον αθλητισμό. Και οι εργοδότες είχαν ένα επιπλέον κίνητρο.

Ήθελαν ένα υγιές εργατικό δυναμικό για να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και ο αθλητισμός εμφανίστηκε ως ένας τρόπος να εξασφαλίζουν εργάτες με φυσική κατάσταση. Τους φαινόταν επίσης ως ένας τρόπος να αντιμετωπίζουν την μαχητικότητα και να εξασφαλίζουν «εργασιακή ειρήνη».

Για παράδειγμα, η ποδοσφαιρική ομάδα Γουέστ Χαμ ξεκίνησε το 1895 ως ποδοσφαιρική ομάδα του Σιδηρουργείου στον Τάμεση (Thames Ironworks Football Club).

Αυτό ίσχυε και για ένα αριθμό ομάδων μπέιζμπολ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Γράφοντας στη δεκαετία του 1920 ένας αμερικάνικος οδηγός βιομηχανικού μάνατζμεντ υποστήριζε ότι ο αθλητισμός «έσωνε τον εργάτη από τους αγκιτάτορες». Αυτές οι κινήσεις από τους εργοδότες, οδήγησαν το εργατικό κίνημα να ξεκινήσει να οργανώνει τον δικό του αθλητισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: