Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Το μωβ της λεβάντας!!!

Κάτι που διαβάσαμε και μας άγγιξε, μας συγκλόνισε και γι αυτό το αναδημοσιεύουμε γιατί αξίζει πραγματικά να διαβαστεί από όλους..

Είναι μερικές φορές που αναρωτιέμαι…

Τι χρώμα έχει η επανάσταση;

Είναι το βαθύ μπλε; Το πράσινο; Το μωβ της λεβάντας;

Διερωτώμαι!

Η σκέψη μου όμως δεν σταματά εκεί… συνεχίζει…

Ποιοι άραγε είναι οι αληθινοί επαναστάτες;

Κάποτε, γνώρισα τον κυρ Στάθη. Έναν παππού, με ρυτίδες και μπαστούνι, σε ένα καφενέ. Ήταν γύρω στα ογδόντα, γερός στην κράση του και με πολύ χιούμορ.  Είχε κάτασπρα μαλλιά και ροδοκόκκινα μάγουλα. Τον ρώτησα για ποιο πράγμα νιώθει περήφανος. Με κοίταξε, χαμογέλασε και μου απάντησε. «Για την τόλμη και την μαγκιά μου … και το βαρύ ζεϊμπέκικο! Άναψε μου τώρα ένα τσιγάρο...όχι  απ' αυτά, απ' τα άλλα, τα καλά...» και μου ’κλεισε το μάτι!

Δε μου είπε άλλα. Τον άφησα να το καπνίσει… να πάει το μυαλό του εκεί που ήθελε…να θυμηθεί και να γουστάρει. Είδα στα μάτια του κάτι καθάριο.... δεν κατάλαβα τι… Χάζεψα και τον κοιτούσα!

Δεν τον ξανάδα από τότε. Τον έψαξα… τον γύρεψα. Πουθενά ο κυρ Στάθης. Πήγα στον καφενέ. Κάθισα ώρα και τον περίμενα. Του πήρα και τσιγάρο. Άφαντος…!

Λίγα χρόνια μετά, έμαθα γι’ αυτόν και την αρχοντιά του! «Δε ξέρεις ποιος είναι ο κυρ Στάθης; » με ρώτησαν.  «Αυτός δεν λογάριασε ποτέ του την δική του την γωνιά.  Δεν άντεχε την βρώμα και την δυσοσμία. Αυτός πήγε κόντρα στο  κατεστημένο και στους δυνατούς. Ο κυρ Στάθης έκανε επανάσταση...».

Ο κυρ Στάθης λοιπόν, όταν ήταν νέος,  δούλευε σε ένα εργοστάσιο, στις αποθήκες. Τρεις και εξήντα... ίσα που πλήρωνε το νοίκι. Δούλευε και Σάββατα και Κυριακές… δωδεκάωρα! Συνεπής πάντα στην ώρα  και στις υποχρεώσεις του, δεν δημιουργούσε  ποτέ πρόβλημα. Ήταν άθλιες οι συνθήκες εργασίας. Νερό, στο διάλειμμα μόνο, και αυτό έπρεπε να το φέρει απ’ το σπίτι του. 

Στρατιώτης… όχι γιατί του άρεσε… σκατά δουλειά ήταν. Δεν είχε όμως και επιλογή.  Να ζήσει ήθελε ο άνθρωπος… Και παρ’ όλα αυτά έλεγε και ευχαριστώ. Ρε κρύο, ρε ζέστη,  αυτός… εκεί. Κάνα τσιγαράκι στα κρυφά, μην τον δουν τα μαστόρια και τα καρφιά... Και πέρναγε ο καιρός, οι μέρες , οι βδομάδες ,τα χρόνια. Στην αποθήκη του ο μάγκας!

Μια μέρα όμως, δεν ξημέρωσε σαν τις άλλες. Εκείνη την μέρα, ο Θεός ξύπνησε ανάποδα, ο ουρανός ήταν κατσουφιασμένος και οι τουλίπες δεν έλεγαν να ανοίξουν τα φτερά τους…

- Θα φανεί ο ήλιος σήμερα, ή έτσι θα μας την βγάλει όλη  μέρα;

Ο Γιάννης , ο συνάδελφος και κολλητός του, μαζί στην ίδια αποθήκη, δεν ένιωθε καλά να πάει στην δουλειά. Ζήτησε άδεια και του είπαν, πως αν δεν πάει θα χάσει την δουλειά του. Και η κακιά στιγμή δεν άργησε να έρθει... Ανέβηκε στην σκάλα, ζαλίστηκε, έπεσε στο κενό και η καρδιά του άνοιξε σαν το τριαντάφυλλο. Στα χέρια του κυρ Στάθη άφησε τον αναστεναγμό του ο Γιάννης… Στα χέρια του, η καρδιά του έγινε ροδόσταγμα και πότισε το χώμα.

«Δεν αναπνέει… Δεν αναπνέει.!!!» φώναζε και έβριζε ασύστολα και τα δάκρυα του έλουζαν το άψυχο σώμα του Γιάννη. «Τι σας ζήτησε ρε;  Μια μέρα να ξεκουραστεί... να του περάσει το κακό. Γύρνα πίσω ρε Γιάννη… εγώ θα σε αναπληρώσω. Άνοιξε τα μάτια σου ρε φίλε να χαρείς, μας περιμένουν για ούζο το βράδυ... Μην με αφήσεις ρε Γιάννη… Σήκω....».

Ο Γιάννης, ο φίλος του κυρ Στάθη, το κολλητάρι του, πήρε τα σύννεφα αγκαλιά και τους άφησε χρόνους…

Μετά την κηδεία του φίλου του,  μάζεψε όλους τους υπάλληλους και τους έπεισε πως ο θάνατος του Γιάννη έγινε για ένα λόγο. Για να μην σκύβουν άλλο το κεφάλι σε όλους αυτούς, που θησαυρίζουν με τις δικές τους ζωές. Για να αντισταθούν στην  εκμετάλλευση… για τα δικαιώματα τους …για μια καλύτερη ζωή! Για λίγη ανθρωπιά σε αυτόν τον κόσμο, ρε γαμώτο!

Και πήγαν όλοι στο εργοστάσιο, με μια φωνή και με ένα ίδιο πόνο… και έβαλαν φωτιά στο εργοστάσιο. Δεν έμεινε όρθιο τίποτα… Μόνο στάχτες και αποκαΐδια.

«Για την ψυχή του Γιάννη ρε αλήτες», φώναζαν και οι φλόγες άγγιζαν τον ουρανό...

Μόνο που η ψυχή του Γιάννη, έγινε πια ένα γιασεμί! Άσπρο και μυρωδάτο...

Από τότε, ο κυρ Στάθης δεν ξαναδούλεψε. Είχε μερικές κολοκυθιές και τις μεγάλωνε. Το προτιμούσε! Να ζει με λίγες ελιές και ένα κομμάτι ψωμί… Και μια γαρουφαλλιά που την πότιζε για χάρη του φίλου του, για να του παίρνει που και που στον τάφο, να του δίνει λίγο χρώμα.

Όλα κι όλα! Το χρώμα, ήταν κάτι που δεν έβγαλε ποτέ απ’ την ζωή του ο κυρ Στάθης. Ήταν γι’  αυτόν μεγάλη ανακούφιση… Του άνοιγε την ψυχή και εκεί μέσα χόρευαν μπαλαρίνες σε χρώμα πολύχρωμο…

Δε γούσταρε να γίνει δουλικό κανενός. Ούτε χαφιές… ούτε γλύφτης…ούτε καλοπερασάκιας. Δεν ήθελε να γίνει ένας απ' αυτούς… Απ’ αυτούς που σωπαίνουν γιατί φοβούνται , που δεν τολμούν.  Γιατί τα μαστόρια, είναι πιο δυνατά...

Η ψυχή του ήταν τόσο μεγάλη, που δεν κώλωνε πουθενά! Γιατί ο καθάριος άνθρωπος δεν έχει να φοβηθεί κανέναν… Ούτε και τον ίδιο τον Θεό... Δεν επιθυμούσε  τη μεγάλη ζωή… θα του προκαλούσε ανία. Ήθελε πάνω απ’ όλα, τη ψυχή του καθαρή. Να γέρνει την καρέκλα του, να βλέπει τον ουρανό και να παίζει τάβλι με τον Γιάννη.

Και εκεί που καθόμουν σε ένα παγκάκι και έγραφα, άκουσα την καμπάνα  να κτυπά πένθιμα. Μια πομπή πέρασε από μπροστά μου ....

- Ποιος να είναι άραγε;

Λιγοστός κόσμος , γαρύφαλλα πολλά, πολύχρωμα.... και ένας άντρας να σιγοψιθυρίζει

«Στο καλό να πας...Χαιρέτα  τον πατέρα μου κυρ Στάθη… Σε περιμένει...». Ο γιος του Γιάννη…

Έτρεξα και εγώ από πίσω... να του τραγουδήσω…να του πω αντίο… να του πω πως χάρηκα που τον  γνώρισα…να του σφίξω το χέρι… να του πω τόσα πολλά…

Μόνο που δεν πρόλαβα!  Γαμώτο…

Όμως τώρα, ξέρω! Ξέρω, πόσο μάγκας ήταν! Το είδα στα μάτια του, εκείνο το απόγευμα στον καφενέ! Του άφησα  ένα στριφτό… στον τάφο του… από μένα...

Ακόμα και την ώρα που τον σκέπαζαν, είχε στο πρόσωπο του μια λεβεντιά αλλιώτικη, αρχοντική , επαναστατική…

Αυτός ήταν ο κυρ Στάθης!  Ένας επαναστάτης ολόσωστος , στιβαρός και μάγκας με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Και το βαθύ μπλε… και το πράσινο… και το μωβ της λεβάντας...

- Κυρ Στάθη, όταν θα έχεις κέφια ,καμιά μέρα , πέτα μου και μένα λίγα χρώματα απ' τον ουρανό, να τα βάλω στην ζωή μου… Θέλω να σε θυμάμαι, γιατί την έχω κάνει λίγο βαρετή! Πέτα μου και μένα μερικά, να κάνω το δικό μου ακορντεόν...Θέλω να σου μοιάσω μπας και τα γευτώ και εγώ λιγάκι…
Και το βαθύ μπλε… και το πράσινο …και το μωβ της λεβάντας!

Δανάη Χρίστου,
Ηθοποιός

Δεν υπάρχουν σχόλια: