Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

ΚΑΜΙΑ ΑΝΟΧΗ ΣΤΟΥΣ ΦΑΣΙΣΤΕΣ

Τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο κάνουν την εμφάνιση τους όλο και πιο έντονα εθνικιστικές-νεοναζιστικές οργανώσεις. Νοσταλγοί και επίδοξοι συνεχιστές της εόκα β, όπως οι ίδιοι διακηρύττουν, αφού δεν κρύβουν ότι μέλη τους συμμετείχαν στη πραξικοπηματική οργάνωση! Όχι απλά δεν μετανόησαν για τα όσα έκαναν τότε, αλλά εκφράζουν τον θαυμασμό τους για τη δράση της εόκα β, αποκαλώντας τα μέλη της λησμονημένους ήρωες!

Ηγεμονική θέση μεταξύ αυτών των οργανώσεων, κατέχει το ελάμ, το παρακλάδι της χρυσής αυγής στην Κύπρο. Προσπαθούν με διάφορα προπαγανδιστικά μέσα να προσηλυτίσουν μέρος της νεολαίας. Κυρίως μέσα στα γήπεδα, όπου εκμεταλλευόμενοι τον πολιτικό διαχωρισμό και τον τυφλό φανατισμό που πάντα υπήρχε στον κυπριακό αθλητισμό, έχουν βρει ανάμεσα στους οπαδούς των λεγόμενων δεξιών σωματείων(ιδιαίτερα τους οργανωμένους), ένα προνομιακό πεδίο στρατολόγησης.

Οι αντιλήψεις και πρακτικές τους δεν άργησαν να οδηγήσουν σε συμμορίτικα χτυπήματα και ξυλοδαρμούς. Μερικά παραδείγματα ήταν ο ξυλοδαρμός νιγηριανού φοιτητή μετά από πορεία τους και ενός αντιρατσιστή λαχειοπώλη όταν τόλμησε να αμφισβητήσει τη ρατσιστική προπαγάνδα τους. Ακόμα και το μαχαίρωμα τουρκοκύπριου που συμμετείχε σε αντιρατσιστικό φεστιβάλ, το οποίο διέλυσαν με τη βία! Φυσικά κανένας δεν τιμωρήθηκε. Είναι γνωστή η αγαστή συνεργασία της μητρικής τους οργάνωσης με τη αστυνομία, έτσι και εδώ απολαμβάνουν τη σχετική προστασία και κάλυψη, όταν οι επιθέσεις τους γίνονται σε μετανάστες και αντιρατσιστές.

Για να ανιχνεύσουμε την έκταση του προβλήματος είναι σημαντικό να δούμε πρώτα τι είναι ο φασισμός, ο ρατσισμός και ο εθνικισμός και πως συνδέονται. Η πεποίθηση αλλά και η πρακτική που υποδηλώνει ανωτερότητα ενός λαού από ένα άλλο, ή ενέχει στοιχεία μη αποδοχής της διαφορετικότητας μπορεί να ευδοκιμεί και ανά περιόδους να αποκτά διευρυμένα χαρακτηριστικά, χωρίς απαραίτητα να γίνεται συνειδητή ως τέτοια. Για μας, η αναγνώριση της διαφορετικότητας ενός λαού και κάθε ανθρώπου, ο σεβασμός για την καταγωγή, τη γλώσσα και την παράδοσή τους είναι ζητήματα αρχής. Ο φασισμός όπως ιστορικά έχει συγκροτηθεί στη βάση εθνικιστικών και ρατσιστικών θεωριών, διαιωνίζει την εκμετάλλευση των κατώτερων στρωμάτων και μεταναστών, προσβάλει την ανθρώπινη υπόσταση, καταστέλλει την διαφορετικότητα. Έτσι καταλήγει όπλο στα χέρια της κυρίαρχης ιδεολογίας για να διασπά τα κοινά συμφέροντα της εργατικής τάξης. Εν τέλει ο χαμένος από την ανάπτυξη των συγκεκριμένων ιδεολογιών είναι ο απλός λαός. 

Ιδιαίτερα στη Κύπρο ο ρόλος του εθνικισμού αλλά και η ανάπτυξη φασιστικών πρακτικών, είχαν ως αποτέλεσμα τον διχασμό των δύο κοινοτήτων και την βίαιη εξόντωση κάθε προσπάθεια κοινής συμβίωσης. Μεγάλο μέρος της ευθύνης για την διαιώνιση του εθνικισμού έχει το εκπαιδευτικό σύστημα στην Κύπρο, που αναδεικνύει  έναν έντονο εθνικό και θρησκευτικό χαρακτήρα, εις βάρος των κοινών πολιτισμικών χαρακτηριστικών του. Ακόμη, το γεγονός ότι τα ΜΜΕ, η εκκλησία, η εκπαίδευση, το πολιτικό σκηνικό θέτουν στο προσκήνιο το κυπριακό ως ζήτημα κυρίαρχα εθνικό, καθιστούν προνομιακό το πεδίο για ανάπτυξη και αναπαραγωγή του εθνικισμού και κατ’ επέκταση ρατσιστικών και φασιστικών ιδεών.

Θύματα ρατσιστικών επιθέσεων είναι και οι μετανάστες που βιώνουν ακόμη πιο έντονα τον αποκλεισμό και την εκμετάλλευση. Στην Κύπρο συγκεκριμένα οι μετανάστες εργάζονται με πολύ κατώτερους μισθούς, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, με την ανασφάλεια της απόλυσης, και χωρίς ιδιαίτερες δυνατότητες αντίστασης.

Γεγονότα ρατσιστικής βίας καθώς και πρωτοβουλίες αναπαραγωγής φασιστικής ιδεολογίας πρέπει να απαντώνται άμεσα με κινητοποιήσεις στο δρόμο. Η απλή διακηρυχτικού τύπου καταγγελία, τακτική που ακολουθούν η πλειοψηφία των πολιτικών φορέων στην Κύπρο, δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική στο βαθμό που δεν συγκροτεί πραγματικές αντιστάσεις. Αντίθετα αφήνουν το πεδίο δράσης ελεύθερο στις ομάδες αυτές να αναπαράγονται αλλά και να τρομοκρατούν. Και τεράστια ευθύνη γι αυτό έχει κυρίως η καθεστωτική αριστερά που σήμερα βρίσκεται στη εξουσία, καθώς όχι μόνο δεν έχει κάνει καμιά κινητοποίηση, αλλά δεν συμμετείχε σε καμιά αντιφασιστική δράση της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου.

Η φασιστική ιδεολογία δεν μπορεί με την επίφαση της δημοκρατικότητας να ισχυρίζεται ότι έχει το δικαίωμα λόγου και έκφρασης, όταν έχει στον πυρήνα της όχι μόνο την καταστολή κάθε δημοκρατικού δικαιώματος αλλά και την άρνηση της ανθρώπινης υπόστασης.

Όμως μπαίνει και ένα ζήτημα για τη δική μας στάση. Είναι λάθος να ζητάει κανείς από το αστικό κράτος με αιτιολογικό ότι οι φασίστες έχουν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα, να απαγορεύσει τη λειτουργία τους.
Το να ζητάμε από την Κυβέρνηση, την αστυνομία, την αστική δικαιοσύνη, να προβεί σε αυτές τις ενέργειες, σημαίνει όχι μόνο ότι αναγορεύουμε το κράτος σε διαιτητή της σύγκρουσης ανάμεσα στην εργατική τάξη και τον φασισμό, αλλά ταυτόχρονα ότι δεν έχουμε εμπιστοσύνη στην δυνατότητα της εργατικής τάξης και των πιο πρωτοπόρων και μαχητικών της κομματιών, για ανεξάρτητη δράση και πολιτική αυτονομία από το αστικό κράτος και τους ιδεολογικούς του μηχανισμούς. Κάθε απαγόρευση για τους φασίστες θα χρησιμοποιηθεί 10 φορές περισσότερο ενάντια στην επαναστατική αριστερά και τους πραγματικούς αντίπαλους του συστήματος. Αυτή είναι η τύχη για όσους ψάχνουν για προστάτες.

Απάντηση σε κάθε φασιστική πραχτική θα πρέπει να είναι οι κοινοί αγώνες των εργαζομένων, ανεξαρτήτως καταγωγής. Πρέπει να είναι μια Αριστερά και ένα μαζικό αντιφασιστικό κίνημα που θα παλεύει αδιάλλακτα με κάθε μέσο ενάντια στα φαινόμενα ρατσισμού, εθνικισμού, νεοφασισμού, για την απομόνωση και διάλυση των φασιστικών συμμοριών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: